Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Κινηματογράφος: «Μπλε βελούδο» (1986)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)
==> Κινηματογράφος: Μπλε βελούδο (1986, «Blue Velvet») <==

ΜΠΛΕ ΒΕΛΟΥΔΟ

«BLUE VELVET»






     Ένας οραματιστής και αυθεντικός Αμερικανός σκηνοθέτης παραδίδει μία διετία μετά την πικρή εμπειρία του Ντιουν (1984) – πανάκριβο και εμπορικά αποτυχημένο «κατά παραγγελία» εγχείρημα, σημαντικά αλλαγμένο από τις παρεμβάσεις των παραγωγών και αφηγηματικά ασυνάρτητο για τους μη μυημένους θεατές – μία από τις πλέον προσωπικές του ταινίες, σε παλαιότερο δικό του σενάριο και διατηρώντας πλήρη καλλιτεχνικό έλεγχο. Το Μπλε βελούδο είναι αυτό που καθιέρωσε πραγματικά τον Ντέιβιντ Λιντς, εμπαίζοντας τις λεπτές ευαισθησίες κοινού και κριτικών, αποτελώντας παράλληλα κομβικό σημείο στην ερμηνευτική καριέρα του Ντένις Χόπερ και της Ιζαμπέλα Ροσελίνι. Ο σκηνοθέτης, ένας μοντέρνος πιονέρος στο σινεμά του αλλόκοτου, ξεκινά με μία φαινομενικά απλή ιστορία και καταφέρνει να καθηλώσει τον θεατή μέχρι το τελευταίο λεπτό. Η ταινία κατακρίθηκε στην εποχή της για την ψυχολογική και σωματική βία στην οποία υποβάλλει τους ήρωές της, από μερίδα κριτικών που τη θεώρησαν δυσάρεστα και αναίτια προκλητική. Η αλήθεια απέχει πολύ από τέτοιες απλουστεύσεις.
     Ο Κάιλ Μακλάχλαν, πρωταγωνιστής του Ντιουν και αγαπημένος ηθοποιός του Λιντς εξαιτίας «της αθωότητας που αναδίδει», σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου του σκηνοθέτη, υποδύεται τον Τζέφρι – νεαρό φοιτητή που επιστρέφει στη γενέτειρά του, μία τυπική επαρχιακή κωμόπολη των ΗΠΑ, για να δει τον άρρωστο πατέρα του. Ένα κομμένο ανθρώπινο αυτί που βρίσκει τυχαία στον δρόμο θα αποτελέσει το έναυσμα για την είσοδό του σε έναν άλλον, ερεβώδη κόσμο όπου επικρατούν η βία, ο φόβος και ο νοσηρός ερωτισμός. Η παιδιάστικη περιέργεια θα τον οδηγήσει σε μία προσπάθεια να ξεδιαλύνει το μυστήριο, ενώ περιπλανιέται σε ένα εφιαλτικό, νυχτερινό τοπίο που τον φέρνει για πρώτη φορά σε επαφή με τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού του και της κοινωνίας. Τα γεγονότα αυτά και η ταυτόχρονη, ιδιότυπη σεξουαλική αφύπνιση του Τζέφρι, μετουσιώνουν το αστυνομικό θρίλερ μυστηρίου σε μία αφήγηση επίπονης ενηλικίωσης – με τη μοναδική όμως κινηματογραφική γραφή του Λιντς, που μεταλλάσσει το καθημερινό σε υποβλητικά τρομακτικό και το συνηθισμένο σε εφιαλτικό όνειρο. Με νεονουάρ στοιχεία και μια ελαφρώς σουρεαλιστική προσέγγιση, ο σκηνοθέτης απεικονίζει ξανά το μανιχαϊκό του ηθικό Σύμπαν όπου ο αφελής ήρωας καταδύεται σταδιακά σε μια κρυμμένη, αλλά πιο αληθή και πάντα παρούσα πραγματικότητα, κάτω από το επιφανειακό πέπλο μιας αγνότητας όμορφα αποδιδόμενης εδώ από την αισθητική της «αθώας» επαρχιακής Αμερικής του ’50 – εμφανώς αντικείμενο σαρκασμού.
     Ένας ψυχωτικός και επικίνδυνα βίαιος άνδρας ονόματι Φρανκ (Ντένις Χόπερ), μία «μοιραία γυναίκα» και τραγουδίστρια β' διαλογής ονόματι Ντόροθι, της οποίας ο πρώτος έχει απαγάγει τον σύζυγο και τον γιο για να εξαγοράσει σαδιστικό σεξ μαζί της (Ιζαμπέλα Ροσελίνι), ένας διεφθαρμένος μπάτσος, ναρκωτικά και μια στρατιά παράξενων, εγκληματικών αλλά παραδόξως ελκυστικών χαρακτήρων συμπληρώνουν το σύνολο. Η ταινία αφορά τον σπόρο του Κακού μέσα μας, σε επίπεδο ατόμου αλλά και κοινωνίας, καυτηριάζει την επιφανειακή ευφορία του δυτικού κόσμου και τη βία που κρύβει, ενώ προβάλλει την αγάπη ως έσχατη λύση και καταφύγιο απέναντι σε όλη τη νοσηρότητα που έχει προηγηθεί. Στο φινάλε ο Τζέφρι επιστρέφει στην πρότερη ομαλή και «φωτεινή» ζωή του, βρίσκοντας τη σωτηρία στις οικογενειακές δομές και στον αγνό έρωτα. Από την άλλη, μία διαδεδομένη φροϋδική ερμηνεία της ταινίας υποστηρίζει πως ο Φρανκ και η Ντόροθι μετατρέπονται σταδιακά σε εικονικούς «γονείς» του ήρωα. Από τον πόθο του τελευταίου να κυριεύσει σεξουαλικά τη «μητέρα» του και να εξαλείψει τον «πατέρα» του, προκύπτει μία οιδιπόδεια μεταφορά για τη νοσηρή πλευρά των οικογενειακών δομών – κατ’ αντιπαραβολή ίσως με το «ειδυλλιακό» φινάλε.
     Διάσπαρτοι συμβολισμοί (το κομμένο αυτί ως μεταφορική χοάνη η οποία απορροφά σε μια δίνη τον ήρωα οδηγώντας τον στην υπόγεια ζοφερή πραγματικότητα, οι κοκκινολαίμηδες ως σύμβολο της αγάπης, τα έντομα ως σύμβολο της μοχθηρίας) και παράλογες, ονειρικές καταστάσεις εμποτισμένες ταυτόχρονα με τρόμο και μαύρο χιούμορ (το όρθιο, λοβοτομημένο και κατατονικό σώμα του Γκόρντον, οι ιδιόρρυθμες σαδιστικές συνευρέσεις του Φρανκ με την Ντόροθι, η καραόκε παρωδία του ’50 από τον Μπεν), από κοινού με τις ξεχωριστές κινηματογραφικές μεθόδους του Λιντς – όπως τα ακραία κοντινά πλάνα σε οπές ή συμβολικά αντικείμενα (π.χ. βελούδινες κουρτίνες) ως υποδηλώσεις μεταβάσεων μεταξύ «κόσμων», μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου, κοκ. –, την πανέμορφη καλλιτεχνική διεύθυνση (ξεχωρίζουν τα παστέλ χρώματα των επιφανειών στο σπίτι της Ντόροθι) και την αμφισημία των χαρακτήρων (η Ντόροθι φαίνεται να απολαμβάνει τη σεξουαλική κακομεταχείριση και ο Τζέφρι την ηδονοβλεψία), καθιστούν το Μπλε βελούδο πολύ περισσότερα από μία ιστορία μυστηρίου.
     Σε επίπεδο υλοποίησης το φιλμ χαρακτηρίζεται από άψογο ρυθμό, ατμοσφαιρική φωτογραφία, δεξιοτεχνικό ηχητικό σχεδιασμό, υποβλητική μουσική επένδυση και σκηνές μεγάλης δύναμης, βγαλμένες θαρρείς από εφιάλτη. Η ταινία εγκαινιάζει τη δεύτερη περίοδο της κύριας φιλμογραφίας του Λιντς, αποτελεί τη δεύτερη συνεργασία του με τον Μακλάχλαν και την πρώτη με τον ­­– κατόπιν μόνιμο συνεργάτη του – συνθέτη Άντζελο Μπανταλαμέντι. Η μουσική του τελευταίου αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του φιλμ: ορισμένες φορές σχεδόν αδιόρατη αλλά πάντα δυσοίωνη και ανατριχιαστική, συμβάλλει πολύ στην οικοδόμηση της διάχυτης αίσθησης απειλής. Εξαιρούνται οι σκηνές όπου η αγάπη «κατακλύζει το πλάνο» (η πραγματική, όχι η νοσηρή σχέση με την Ντόροθι)· εκεί η μουσική έχει έναν ταιριαστό αιθέριο και αγγελικό τόνο, ώστε να συμπλέει με τις θρησκευτικές υποδηλώσεις του λυντσικού ηθικού μανιχαϊσμού.
     Η σφραγίδα του σκηνοθέτη βρίσκεται παντού στην ταινία και δεν είναι τυχαίο ότι το σπάνιας τόλμης Μπλε βελούδο θεωρείται ίσως το πιο σημαντικό προοίμιο στο σπουδαίο έργο του Λιντς από το 1990 κι έπειτα – όταν άφησε τον διάχυτο σουρεαλισμό του να ξεδιπλωθεί πλήρως. Ταινίες όπως ο Ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς (1992), η Χαμένη λεωφόρος (1997) και η Οδός Μαλχόλαντ (2001), ιλιγγιώδεις και θαυμάσια αλλόκοτες καταδύσεις στο ασυνείδητο και στις αρχετυπικές έννοιες του Κακού, της Ταυτότητας και του Θανάτου, χρωστούν την καλλιτεχνική τους επιτυχία κατά μέγα μέρος σε αυτό εδώ το μικρό διαμάντι. Το φιλμ χάρισε στον Λιντς υποψηφιότητα για Όσκαρ σκηνοθεσίας.