Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Οι ταινίες μικρού μήκους του Ντέιβιντ Λιντς» (1966 - 2010)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΤΟΥ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

«SIX MEN GETTING SICK»
«THE ALPHABET»
«THE GRANDMOTHER»
«THE COWBOY AND THE FRENCHMAN»
«LUMIERE»
«RABBITS»
«DUMBLAND»
«DARKENED ROOM»
«THE BOAT»
«LADY BLUE SHANGHAI»




     Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο κατόπιν πασίγνωστος Αμερικανός σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λιντς σπούδαζε ζωγραφική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Φιλαδέλφεια. Εκεί, το 1966, αξιοποίησε το εικαστικό του ταλέντο για την κατασκευή ενός μονόλεπτου κινουμένου σχεδίου με τίτλο Έξι άνδρες αρρωσταίνουν (Six Men Getting Sick), κατά τη διάρκεια του οποίου έξι χονδροειδείς και αλλόκοτες ανθρώπινες φιγούρες βλέπουν το στομάχι τους να μεγεθύνεται και αίμα να το κατακλύζει ώσπου πιάνουν φωτιά, ενώ ένας δυσάρεστος ήχος σειρήνας ακούγεται διαρκώς στο υπόβαθρο. Δεξιοτεχνικό μη αναπαραστατικό σχέδιο (χωρίς ομαλή κίνηση βεβαίως), επικείμενος αλλά ακαθόριστος κίνδυνος, βιολογικός εκφυλισμός – όλα αυτά διακρίνονται σε ένα φοιτητικό φιλμάκι ενός σπουδαστή ζωγραφικής ο οποίος «απλώς ήθελε να δει τους πίνακές του να κινούνται». Όχι σημαντικό από μόνο του αλλά σίγουρα προπομπός σπουδαιότερων πραγμάτων.
     Το 1968 ο Λιντς, με προτροπή της συζύγου του, προχώρησε τις εξερευνήσεις του συνθέτοντας κινούμενο σχέδιο με μαγνητοσκοπημένο φιλμ στο τετράλεπτο, έγχρωμο Αλφάβητο (The Alphabet). Εφιαλτικό και παράδοξο, μια συρραφή από παραισθητικές εικόνες σχετικές με τον τρόμο της ενηλικίωσης, την αδυσώπητη φύση του εκπαιδευτικού συστήματος και τα τέρατα της παιδικής ηλικίας, με ηχητική συνοδεία την τραγουδιστή απαγγελία της αλφαβήτας από ένα νήπιο. Τα πλάνα με τη νεαρή κοπέλα στο κρεβάτι είναι ανατριχιαστικά και μακάβρια, με έναν τρόπο αναγνωρίσιμο εκ των υστέρων ως «λυντσικό» – η συνταγή όμως δεν είναι πλήρης ακόμα και η ουσία μοιάζει να λείπει. Το 1970, ύστερα από τη συμβουλή ενός φίλου του και έχοντας κάποια μικρή φήμη, ο Λιντς ζήτησε χρηματοδότηση από το Αμερικανικό Κινηματογραφικό Ινστιτούτο (AFI) για να δημιουργήσει τη σχεδόν ημίωρη Γιαγιά (The Grandmother). Το έγχρωμο φιλμάκι συνδυάζει ξανά κινούμενο σχέδιο με μαγνητοσκοπημένο υλικό αλλά είναι πολύ πιο ώριμο, περιγράφοντας βωβά – χωρίς διαλόγους, μόνο με ηχητικά εφέ και μουσική – την ιστορία ενός ανώνυμου μικρού παιδιού το οποίο «σπέρνει», «ποτίζει» και τελικά «περισυλλέγει» μία ευαίσθητη γιαγιά, για να τον βοηθήσει να ξεπεράσει το άγχος της κακοποίησης και της αμέλειας από τους βίαιους, κτηνώδεις γονείς του. Με προσεγμένη εικαστική προσέγγιση κινούμενη μεταξύ ασπρόμαυρου και έγχρωμου εφιάλτη – η χρωματική παλέτα εσκεμμένα είναι περιορισμένη –, υπνωτιστική ροή, υπαινιγμούς διαστρεβλωμένης σεξουαλικής αφύπνισης, ασαφή αφήγηση και ιδιόρρυθμη, σκοτεινή ατμόσφαιρα – ο Λιντς έβαψε κατάμαυρο το εσωτερικό του σπιτιού του και το αξιοποίησε ως μινιμαλιστικό ντεκόρ –, πρόκειται ουσιαστικά για το πρώτο πλήρες κινηματογραφικό εγχείρημα του σκηνοθέτη. Τα θέματα της φρικώδους γέννησης, της κυκλικότητας της βιολογικής ζωής και της αλλόκοτης σεξουαλικότητας προοικονομούν ήδη το Eraserhead.
     Το 1974, ενώ είχε ήδη γυριστεί το πρώτο τμήμα του μεγάλου μήκους Eraserhead αλλά το φιλμ είχε παγώσει προσωρινά λόγω έλλειψης χρημάτων (τελικά έμελλε να ολοκληρωθεί το 1977), ο Λιντς βιντεοσκόπησε ως ακίνητο πεντάλεπτο μονοπλάνο τον μονόλογο μίας ανάπηρης κοπέλας η οποία προσπαθεί να γράψει μία επιστολή με πεζότητες και κοινοτοπίες, ενώ ένας νοσοκόμος φροντίζει τις γάζες στα κομμένα πόδια της και αυτή τον αγνοεί. Το περιεχόμενο της επιστολής δεν είναι παρά ασήμαντες φλυαρίες, αλλά από τα ακρωτηριασμένα πόδια τρέχει όλο και περισσότερο ένα αλλόκοτο μαύρο υγρό – ένδειξη παράδοξης απειλής στην οποία κανείς δεν δίνει σημασία. Το φιλμάκι δεν παρουσιάζει πραγματικό ενδιαφέρον, ενώ ο Λιντς έχει δηλώσει ότι προέκυψε απλώς όταν ένας φίλος του ανέλαβε να δοκιμάσει τη νέα τότε τεχνολογία των βιντεοκασετών για λογαριασμό του AFI και ο ίδιος πρότεινε να βιντεοσκοπήσει εκείνος το δοκιμαστικό υλικό.
     Το 1988 ο Αμερικανός δημιουργός ήταν ήδη καταξιωμένος και καταμεσής της δεύτερης καλλιτεχνικής περιόδου του (μεταξύ του Μπλε βελούδου και του Υπόπτου κόσμο του Τουίν Πικς). Αναλαμβάνοντας να γράψει και να σκηνοθετήσει ένα κωμικό επεισόδιο για μία γαλλική τηλεοπτική ανθολογία η οποία αφορούσε το πώς έβλεπαν τους Γάλλους άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο, υλοποίησε και παρέδωσε το ημίωρο Ο καουμπόι και ο Γάλλος (The Cowboy and the Frenchman). Με υψηλές αξίες παραγωγής, λαμπερά χρώματα και καταξιωμένους συνεργάτες του Λιντς εμπρός και πίσω από την κάμερα (πρωταγωνιστούν ο Χάρι Ντιν Στάντον και ο Τζακ Νανς), το σενάριο απλώς αντιπαραθέτει μία σειρά από στερεότυπα και κλισέ για τους «χωριάτες» των μεσοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ και για τους Γάλλους, αφηγούμενο την ανούσια και… ελαφρώς παράλογη ιστορία της συνάντησης ενός… κουφού επιστάτη κάποιου κτηνοτροφικού ράντσου και ενός «εξευγενισμένου» Γάλλου καταδιωκόμενου από έναν… γυμνό Ινδιάνο, καταμεσής της βορειοαμερικανικής ερήμου. Διάχυτο «εύκολο» χιούμορ και προσεκτικά στυλιζαρισμένα στατικά πλάνα, διακοπτόμενα σποραδικά από κάντρι μουσικά νούμερα, μετατρέπουν το εγχείρημα σε περιπαικτική αυτοπαρωδία άνευ πραγματικού περιεχομένου.
     Το 1996 ο Λιντς ανέλαβε να συμμετάσχει σε μία ανθολογία με συνεισφορές από σκηνοθέτες όλου του πλανήτη, αφιερωμένη στην εκατονταετηρίδα της εφεύρεσης της κινηματογραφικής κάμερας από τους Αδελφούς Λουμιέρ. Το Λουμιέρ (Lumiere) είναι μονόλεπτο και γυρισμένο με εξοπλισμό και φιλμ εκείνης της εποχής (τέλη 19ου αιώνα). Φυσικά ασπρόμαυρο, βωβό (ακούγεται μόνο μια απειλητικά δυσοίωνη μουσική) και χωρίς συμβατική πλοκή, είναι ένα άθροισμα γοητευτικά ανησυχαστικών εικόνων διαποτισμένων από την αίσθηση της διάχυτης επικείμενης απειλής. Με τρικ όπως τοίχοι που καίγονται ώστε να αποκαλύψουν ένα δεύτερο σκηνικό από πίσω τους, προκειμένου να αντεπεξέλθει στους επιβεβλημένους περιορισμούς της παραγωγής όπως το αναγκαστικό μονοπλάνο, ο Λιντς αφηγείται μη γραμμικά, αποσπασματικά και με πολύ ατμοσφαιρικό τρόπο ελάχιστα δευτερόλεπτα από μία ευρύτερη ιστορία για την οποία μόνο υπαινιγμούς λαμβάνουμε: τρεις αστυνομικοί ανακαλύπτουν ένα πτώμα σε χωράφι, μία γυναίκα απομακρύνεται με τη βία, παράξενα πλάσματα (ρετροφουτουριστικοί εξωγήινοι μεσοπολεμικής αισθητικής;) φαίνεται να βασανίζουν μία γυμνή κοπέλα σε έναν τεράστιο δοκιμαστικό σωλήνα, ένας αστυνομικός επισκέπτεται ένα ζευγάρι για να του μεταφέρει κάποια δυσάρεστα νέα...
     Το 2002, μετά την τεράστια επιτυχία της Οδού Μαλχόλαντ, ο Ντέιβιντ Λιντς παρουσίασε στο Διαδίκτυο την προσωπική του ιστοσελίδα, δεσμευόμενος να ανεβάζει εκεί αποκλειστικό αφηγηματικό υλικό βιντεοσκοπημένο με τη νέα – γι’ αυτόν – τεχνολογία του ψηφιακού βίντεο. Έτσι δημιούργησε τους Λαγούς (Rabbits) μία «διαδικτυακή σειρά» οκτώ πεντάλεπτων επεισοδίων τα οποία έγιναν σταδιακά διαθέσιμα κατά τη διάρκεια του έτους. Αξιοποιώντας μία διεστραμμένη και ακραία εκδοχή της τηλεοπτικής κωμωδίας καταστάσεων – με τα κονσερβαρισμένα γέλια, τη στατική κάμερα, τους σταθερούς χαρακτήρες και τα περιορισμένα σκηνικά – αλλά αφαιρώντας κάθε ίχνος χιούμορ, ο Αμερικανός δημιουργός παραδίδει ένα αινιγματικό και στυλιζαρισμένο σουρεαλιστικό φιλμ, απόκοσμο, τρομακτικό και με πρωτότυπη δομή. Σε ένα τυπικά μίζερο μικροαστικό διαμέρισμα – μοναδική τοποθεσία της δράσης, πνιγμένη στις εχθρικές σκιές – βλέπουμε τρεις ανθρωποειδείς λαγούς (έναν άνδρα και δύο γυναίκες) να αλληλεπιδρούν με παράλογους τρόπους, κινούμενοι μέσα στο δωμάτιο εν μέσω αδιάκοπης καταιγίδας (την οποία βεβαίως μόνο ακούμε απ’ το αόρατο παράθυρο) και εκστομίζοντας καταθλιπτικές ερωταποκρίσεις χωρίς συνήθως καμία λογική αλληλουχία. Η έλλειψη πραγματικής επικοινωνίας και η ψυχική απομόνωση παρά τη φυσική εγγύτητα είναι τα επικρατούντα στοιχεία, ενώ σποραδικές φράσεις υπαινισσόμενες κάποιο βαθύτερο μυστήριο αλλά αποκομμένες από συμφραζόμενα (π.χ. «κανείς δεν πρέπει να μάθει γι’ αυτό», «κάτι δεν πάει καλά», «αναρωτιέμαι ποιος θα είμαι», «εύχομαι μόνο να πήγαιναν κάπου» κλπ) δημιουργούν μία ξεχωριστή αίσθηση.
     Το παρακμιακό διαμέρισμα με τον ιδιότυπο φωτισμό και τα ελάχιστα έπιπλα, η βραδύκαυστη, υπνωτιστική ροή και τα περιστασιακά ιντερμέδια (π.χ. τραγουδιστοί μονόλογοι του κάθε λαγού, η συσκότιση του χώρου παράλληλα με την εμφάνιση μίας τερατώδους, δαιμονικής φωνής η οποία φαίνεται να ελέγχει τα δρώμενα κοκ) συντηρούν το ενδιαφέρον του θεατή, παρά την ομολογουμένως εξαντλητική και επαναλαμβανόμενη φύση του εγχειρήματος, το θεατρικού τύπου σκηνικό με την παντελώς στατική κάμερα, τον βαρύ τόνο και τη δύσληπτη υλοποίηση. Τα κονσερβαρισμένα εξωαφηγηματικά γέλια και χειροκροτήματα χωρίς τίποτα αστείο ή σημαντικό να έχει ειπωθεί ή συμβεί, μοιάζουν να παρωδούν τους κατεστημένους πολιτισμικούς μηχανισμούς επιβολής νοήματος. Τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα στο τέλος. Οι ήρωες είναι ερωτικό τρίγωνο; Ή μήπως οικογένεια; Το συμβάν του λιμανιού στο οποίο σποραδικά αναφέρονται είναι κάποιος φόνος; Η δράση τοποθετείται στο ασυνείδητο; Ή μήπως στη μεταθανάτια Κόλαση; Δεν είναι τυχαίο ότι μια τετραετία μετά, ο Λιντς ενσωμάτωσε αποσπάσματα από τους Λαγούς στο ­– επίσης κινηματογραφημένο με ψηφιακό βίντεο τυπικής ευκρίνειας – μεγάλου μήκους φιλμ του INLAND EMPIRE, μία ένδειξη της διάθεσής του να εξερευνήσει τις διόδους τις οποίες ανοίγει στην καλλιτεχνική δημιουργία η σύγκλιση των αφηγηματικών μέσων χάρη στις τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνίας.
     Την ίδια χρονιά με τους Λαγούς, ο Λιντς ανέβασε σταδιακά στην ιστοσελίδα του μία ακόμα «διαδικτυακή σειρά» οκτώ επεισοδίων (συνολικής διάρκειας περίπου 30 λεπτών) ονόματι Dumbland. Εμφανώς κωμική και με μία μινιμαλιστική τεχνοτροπία ασπρόμαυρου, χονδροειδούς κινουμένου σχεδίου τεχνολογίας Flash, επικεντρώνεται στην καθημερινότητα ενός αγροίκου και μάλλον ανόητου Αμερικανού οικογενειάρχη – μία μοχθηρή και βίαιη εκδοχή του Χόμερ Σίμπσον (των τηλεοπτικών Σίμπσονς), με μία μονίμως εξοργισμένη σύζυγο-μέγαιρα και έναν μικρό γιο, οξύφωνο και φασαριόζο. Η κίνηση είναι εσκεμμένα αντιρεαλιστική και άτεχνη ενώ οι εικονιζόμενες καταστάσεις αγγίζουν το γελοιωδώς παράλογο και την κακογουστιά των… σωματικών ήχων. Στόχος φαίνεται να είναι φυσικά η καθόλου υπαινικτική διακωμώδηση των στερεοτύπων και των «αξιών» του – υπέρβαρου, αλκοολικού και καθηλωμένου στην τηλεόραση – «παραδοσιακού» μικροαστού της Β. Αμερικής, ο οποίος αδυνατεί να σκεφτεί και δρα ενστικτωδώς. Είναι εμφανές πως πρόκειται για ένα διασκεδαστικό, σχεδόν «εφηβικό» πείραμα του σκηνοθέτη χωρίς αξιώσεις καλλιτεχνικής πρωτοπορίας και μόνο έτσι μπορεί να εκτιμηθεί. Ενδιαφέρον είναι πως τις φωνές όλων των χαρακτήρων τις παρέχει ο ίδιος ο Λιντς, εξ ολοκλήρου υπεύθυνος και για το σχέδιο.
     Το 2002, ξανά στην ιστοσελίδα του και ξανά με ψηφιακό βίντεο, ο Αμερικανός δημιουργός ανέβασε και το μικρού μήκους (οκτάλεπτο) έγχρωμο φιλμ Σκοτεινό δωμάτιο (Darkened Room). Με πανέμορφα παστέλ χρώματα – χάρη στα προσεκτικά επιλεγμένα σκηνικά και φωτισμούς, παρά την ωμότητα του τυπικής ανάλυσης ψηφιακού βίντεο – και με μία διάχυτη αίσθηση παγίδευσης και οδύνης, μοιάζει εκ των υστέρων με πρελούδιο του INLAND EMPIRE. Μία ιαπωνικής καταγωγής γυναίκα μιλά απευθείας στην κάμερα, ξεναγώντας μας στο δωμάτιό της και μιλώντας μας για τη θλιμμένη γειτόνισσά της. Στη συνέχεια η δράση μεταφέρεται στο διαμέρισμα της τελευταίας όπου μία νεαρή ξανθιά κοπέλα κλαίει καθισμένη στον καναπέ και αναρωτιέται γιατί δεν την ακούει κανείς. Στη συνέχεια μία άλλη, μελαχρινή γυναίκα εισέρχεται απειλητικά στον χώρο και «κακοποιεί» φραστικά την πρώτη, ισχυριζόμενη ότι γνωρίζει τα πάντα γι’ αυτήν. Δεν γνωρίζουμε τι έχει συμβεί, αλλά τα συναισθήματα των δύο ηρωίδων είναι πεντακάθαρα και εξαιρετικά ερμηνευμένα, τονιζόμενα ίσως από τη μουσική που μεγιστοποιεί την ένταση. Αφηρημένο, διεστραμμένο και παράλογο, με προσεκτικά σχεδιασμένες ηχητικές σιωπές και εικαστικά σκοτάδια πάνω σε ήπια χρώματα, το Σκοτεινό δωμάτιο μοιάζει να αψηφά εσκεμμένα κάθε λογική εξήγηση ή αφηγηματική σύμβαση και να μιλά απευθείας στο ασυνείδητο. Δυστυχώς το εγχείρημα δεν καταλήγει κάπου και φαίνεται ατελές.
     Η Βάρκα του 2007 είναι ακόμα μία ταινία μικρού μήκους κινηματογραφημένη με ψηφιακό βίντεο τυπικής ευκρίνειας και ανεβασμένη στην ιστοσελίδα του σκηνοθέτη. Μία αόρατη γυναίκα περιγράφει με ποιητικό, συγχυσμένο και αγχώδες σπικάζ τη βόλτα ενός άνδρα με βενζινοκίνητη βάρκα σε μια λίμνη (πρόκειται για όνειρο;), ενώ στην οθόνη απεικονίζεται ο άνδρας να εκκινεί το ταχύπλοο και να περιδιαβαίνει τη λίμνη, περιγράφοντας σποραδικά στην κάμερα τις πράξεις του. Κάποια στιγμή επιταχύνει το σκάφος «τόσο ώστε να φτάσει στη νύχτα» – και πράγματι σχεδόν αμέσως νυχτώνει. Τεράστιες αντιθέσεις φωτεινότητας, οι οποίες καθιστούν εκτυφλωτικά πάλλευκο το φως του Ήλιου και απαλείφουν τις εικαστικές λεπτομέρειες του φόντου, πανέμορφα χρώματα, ατμοσφαιρικά ονειρική μουσική επένδυση και ο ίδιος ο Λιντς στον ρόλο του άνδρα. Περιεχόμενο ωστόσο διφορούμενο και ασαφές: στοχασμός επάνω στην ταχύτητα, το ταξίδι και την αλλαγή, ή απλώς στιλιστική δοκιμή της καταγραφής ενός ονείρου;
     Το 2010 ο Αμερικανός δημιουργός ανέλαβε να σκηνοθετήσει ένα «εκτεταμένο διαφημιστικό» για λογαριασμό της εταιρείας Christian Dior, προκειμένου να διαφημίσει μία νέα σειρά από γυναικείες τσάντες. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα ατμοσφαιρικό και πανέμορφο 16λεπτο φιλμάκι, το Lady Blue Shanghai, όπου βλέπουμε μία κομψή, λευκή κοπέλα να εισέρχεται στο δωμάτιο του πολυτελούς ξενοδοχείου της στη Σαγκάη και να αντιλαμβάνεται ξαφνιασμένη πως μία μυστηριώδης τσάντα που εκπέμπει έναν άγνωστο λαμπερό καπνό είναι τοποθετημένη στο πάτωμα, ενώ ακούγεται ταγκό της δεκαετίας του 1920 από ένα μεσοπολεμικό πικάπ. Τηλεφωνεί στη ρεσεψιόν και ανακοινώνει πως κάποιος έχει διαρρήξει το δωμάτιό της, με αποτέλεσμα να καταφθάσουν αμέσως δύο άνδρες της Ασφάλειας για έλεγχο του χώρου… Στο δεύτερο ήμισυ του φιλμ επικρατεί το ονειρικό όραμα της ηρωίδας που της αποκαλύπτει μία θολή, ανεξήγητη μνήμη από τη ζωή της στη Σαγκάη σε μια παλιότερη εποχή συντροφιά με έναν Κινέζο άνδρα με τον οποίον ήταν ερωτευμένη. Ο έρωτάς τους όμως δεν ευοδώθηκε και όταν χώρισαν αυτός της χάρισε ένα γαλάζιο τριαντάφυλλο – πίσω στο παρόν, ανοίγει τη μυστηριώδη τσάντα και ανακαλύπτει μέσα το γαλάζιο ρόδο…
     Ονειρική ατμόσφαιρα με τρικ όπως θόλωση κίνησης και κομμένα καρέ, υποβλητική μουσική, εξαιρετικά προσεγμένη σκηνογραφία και σκοτεινά χρώματα, καθώς και μία θεματολογία μετενσάρκωσης αποδιδόμενη μέσα από ένα κλίμα μυστηρίου, πνιγμένη μέσα στον ψηφιακό κόκκο και τους αδρούς φωτισμούς του βίντεο. Ο Λιντς εκμεταλλεύεται τις ιδιαιτερότητες του ψηφιακού μέσου (π.χ. θολωμένη και σπασμωδική κίνηση υπό συνθήκες χαμηλού φωτισμού) για να φέρει στην επιφάνεια την αισθητική των ονείρων. Το γαλάζιο ρόδο είχε εμφανιστεί και στον κινηματογραφικό Ύποπτο κόσμο του Τουίν Πικς, ίσως ως σύμβολο του υπερφυσικού.