Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Κινηματογράφος: «Χάνιμπαλ» (2001)

ΧΑΝΙΜΠΑΛ

«HANNIBAL»




     Μια δεκαετία μετά την απόδραση του Χάνιμπαλ Λέκτερ, ένας πάμπλουτος, παραμορφωμένος και παράλυτος άνδρας από τις ΗΠΑ ονόματι Μέισον Βέρτζερ – επιζών ενός φονικού «παιχνιδιού» με τον ψυχοπαθή ψυχίατρο είκοσι χρόνια νωρίτερα – είναι αποφασισμένος να συλλάβει, να βασανίσει και να εκτελέσει τον εξαφανισμένο κανίβαλο, με τη συνεργασία μισθοφόρων και υπαλλήλων του. Την ίδια στιγμή η Κλαρίς, έμπειρη πλέον πράκτορας του FBI αλλά σε δυσμένεια ύστερα από ένα μακελειό όπου ενεπλάκη, αναμειγνύεται τεχνηέντως στην απόπειρα ενός τυχοδιώκτη αξιωματικού της ιταλικής Αστυνομίας να εντοπίσει κρυφά τον Λέκτερ και να τον παραδώσει στους άνδρες του Βέρτζερ έναντι αμοιβής. Όλο αυτό το διάστημα ο δόκτωρ κρύβεται στην αγαπημένη του Φλωρεντία ως υπάλληλος βιβλιοθήκης, και περιμένει…
     Αμέσως μετά την τεράστια επιτυχία του Μονομάχου, ο Ρίντλεϊ Σκοτ παραδίδει μία εξαιρετικά στυλιζαρισμένη και πανέμορφα κινηματογραφημένη ταινία μοντέρνας αισθητικής, η οποία υποτίθεται πως αποτελεί τη συνέχεια της «παλιομοδίτικης» Σιωπής των αμνών του 1991. Η συγγένεια είναι ωστόσο απλώς επιφανειακή, όχι μόνο λόγω της έλλειψης εμπλοκής εκ μέρους σημαντικών συντελεστών της Σιωπής (ο σκηνοθέτης Τζόναθαν Ντέμι, ο σεναριογράφος Τεντ Τάλι και η πρωταγωνίστρια Τζόντι Φόστερ αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, πιστεύοντας πως το υλικό είναι «υπέρμετρα βίαιο»), αλλά και επειδή το μυθιστόρημα του Τόμας Χάρις Χάνιμπαλ – λογοτεχνική πηγή του σεναρίου – είναι σημαντικά διαφορετικό και κατά γενική ομολογία ποιοτικά κατώτερο από τα προγενέστερα Κόκκινος δράκος και Σιωπή των αμνών του ιδίου. Ο Χάρις εδώ πλάθει χαρακτήρες στα όρια της καρικατούρας, εξαφανίζει το γοητευτικότερο στοιχείο της Σιωπής – την πολύπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ Κλαρίς και Χάνιμπαλ – αφού οι δύο ήρωες κινούνται τώρα σε διαφορετικές ηπείρους κατά το μεγαλύτερο τμήμα της πλοκής, ενώ σπάει το καλούπι του αναδεικνύοντας τον Λέκτερ σε πανταχού παρόντα πρωταγωνιστή, τη στιγμή που στα παλιότερα δύο μυθιστορήματα ήταν σημαντικός μεν, αλλά απλώς υποστηρικτικός χαρακτήρας. Εδώ η βασική πλοκή δεν αφορά το κυνήγι ενός «τυχάρπαστου» ψυχασθενούς, αλλά του ίδιου του ιδιοφυούς και καλλιεργημένου ψυχιάτρου με τις κανιβαλικές τάσεις. Το τελικό αποτέλεσμα απλώς δεν λειτουργεί αφού ο Λέκτερ επικρατεί τόσο εύκολα και τόσο απόλυτα στην ιστορία, που «εξαφανίζει» σχεδόν οτιδήποτε άλλο. Η κομψή δομή, η πλούσια πλοκή και το πολυεπίπεδο περιεχόμενο της Σιωπής των αμνών εδώ έχουν πάει περίπατο.
     Ο Χάρις αναπληρώνει στο μυθιστόρημα το κενό με έναν μάλλον «φτηνιάρικο» τρόπο, υπερτονίζοντας τις απρόσμενες εκρήξεις φρικώδους βίας του Λέκτερ (μέσα από γραφικές και ευφάνταστες σκηνές φόνων, κυρίως όταν απειλείται), τη σχεδόν υπεράνθρωπη ευφυΐα του (με τις διαρκείς λογοτεχνικές περιηγήσεις στα «παλάτια της μνήμης του»), μα και τον ερωτισμό στο υπόβαθρο της γνωριμίας του με την Κλαρίς (ειδικά στο αστεία «ευτυχές» φινάλε, όπου περιγράφονται ως ζευγάρι σε φυγή). Ο Σκοτ, παρά τις πυκνές σεναριακές υπόνοιες για την «εμμονή» του Λέκτερ με τη Στάρλινγκ, δεν ενδίδει πολύ στον τελευταίο πειρασμό – παραλλάσσοντας με ενδιαφέροντα τρόπο το τέλος της ιστορίας – αλλά εκστασιάζεται με τον πρώτο! Η ταινία είχε απήχηση κυρίως στους οπαδούς του τρόμου και αξίζει αυτόν τον χαρακτηρισμό πολύ περισσότερο απ' ότι η Σιωπή του Ντέμι. Κινηματογραφημένος σαν μια σύγχρονη, ατμοσφαιρική γκραν γκινιόλ όπερα και εμπλουτισμένος με την πανέμορφη αύρα της αναγεννησιακής Ιταλίας (τουλάχιστον στο μεσαίο τρίτο της πλοκής, το οποίο εκτυλίσσεται στη Φλωρεντία), ο Χάνιμπαλ στην καρδιά του δεν είναι παρά μία μείξη αστυνομικής περιπέτειας και ταινία φρίκης – ένα μοντέρνο, χολιγουντιανό τζιάλο υψηλού κόστους παραγωγής. Πρόθεση του συγγραφέα και, στη συνέχεια, του σεναριογράφου ίσως ήταν να δημιουργήσουν ένα σκοτεινό ρομάντζο με σκοπό να προβληματίσει επάνω στην έννοια του Κακού, αντιπαραβάλλοντας τον κανιβαλικό δολοφόνο αλλά σχεδόν υπεράνθρωπο Λέκτερ, με την πιο «γήινη» διαφθορά του Βέρτζερ και των υποτακτικών του. Είναι εξίσου βέβαιο πως δεν το κατάφεραν, αφού υπάρχουν στιγμές που η ιστορία πλησιάζει επικίνδυνα την ακούσια αυτοπαρωδία, ενώ ορισμένες σκηνές με τον Λέκτερ αγγίζουν τη μαύρη κωμωδία. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η αγωνία και το πραγματικό περιεχόμενο να λείπουν σχεδόν τελείως από ένα φιλμ ρυθμικό και οπτικά εντυπωσιακό μεν, πλημμυρισμένο δε από υπέρμετρα πλούσια σκηνικά και από μια όμορφα ψυχρή αλλά «γυαλιστερή» φωτογραφία, βγαλμένη θαρρείς από τηλεοπτική διαφήμιση.
     Ενδιαφέρον είναι πως ο Χάρις έγραψε το μυθιστόρημα έχοντας από την αρχή τη βεβαιότητα της κινηματογραφικής του μεταφοράς, ερχόμενος σε τακτική επαφή με τον Τζόναθαν Ντέμι. Ο Ντίνο ντε Λορέντις, παραγωγός του Ανθρωποκυνηγού (πρώτης διασκευής του Κόκκινου δράκου στη μεγάλη οθόνη, από το 1986) αλλά προς μεγάλη του δυσαρέσκεια όχι της εξαιρετικά επιτυχημένης Σιωπής των αμνών, βρέθηκε στη θέση του χρηματοδότη και η απόφασή του αποδείχτηκε ορθή: το φιλμ κόστισε 80 εκατομμύρια δολάρια μα είχε παγκόσμια έσοδα μεγαλύτερα των 350 εκατομμυρίων, μόνο από τις κινηματογραφικές προβολές! Η άρνηση τελικά των Ντέμι, Τάλι και Φόστερ να εμπλακούν στο εγχείρημα δεν ήταν καταστροφική, αφού ο Σκοτ – τον οποίον ο ντε Λορέντις προσέγγισε στα πλατό του Μονομάχου αμέσως μετά την ακύρωση της συμμετοχής του Ντέμι – σκηνοθετεί με στυλ και συντονίζει ένα επιτελείο διαλεχτών, δοκιμασμένων συνεργατών, ενώ η Τζούλιαν Μουρ μπορεί να μη συγκλονίζει αλλά αναπληρώνει με επιτυχία το κενό της Φόστερ, σε έναν αρκετά διαφοροποιημένο ρόλο – το σενάριο καθιστά σαφές πως δέκα χρόνια στο FBI έχουν αλλάξει την Κλαρίς, η οποία τώρα μοιάζει κυνική και απόμακρη. Οι δεύτεροι ρόλοι είναι περισσότερο από ικανοποιητικοί (ο Γκάρι Όλντμαν στον ρόλο του Βέρτζερ, ο Τζιανκάρλο Τζιανίνι ως ο καιροσκόπος Ιταλός αστυνομικός με στόχο να συλλάβει μόνος τον Χάνιμπαλ για να εισπράξει την αμοιβή, μα και ο Ρέι Λιότα ως διεφθαρμένος κυβερνητικός υπάλληλος στο μισθολόγιο του Βέρτζερ), ενώ ο Χόπκινς μοιάζει εκθαμβωτικός ως ένας γερασμένος, μα πάντα κομψός Λέκτερ, διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να διατηρήσει την ελευθερία του.