Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Κινηματογράφος: «Η σιωπή των αμνών» (1991)

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΜΝΩΝ

«SILENCE OF THE LAMBS»




     Ένας κατά συρροή δολοφόνος στις σύγχρονες ΗΠΑ – με το προσωνύμιο Μπάφαλο Μπιλ – απάγει, εκτελεί και γδέρνει νεαρές γυναίκες. Το FBI ερευνά την υπόθεση μα είναι σε αδιέξοδο. Ο πράκτορας Τζακ Κρώφορντ (Σκοτ Γκλεν), επικεφαλής του Τμήματος Συμπεριφορικής Επιστήμης (υπεύθυνου για την κατάρτιση ψυχολογικών προφίλ εγκληματιών, ώστε να είναι ευκολότερος ο εντοπισμός υπόπτων) αναθέτει στη νεαρή εκπαιδευόμενη του Γραφείου Κλαρίς Στάρλινγκ (Τζόντι Φόστερ) να πάρει συνεντεύξεις από τον έγκλειστο σε φυλακή υψίστης ασφαλείας ψυχίατρο Χάνιμπαλ Λέκτερ (Άντονι Χόπκινς), ιδιοφυή και καλλιεργημένο κανίβαλο ο οποίος είχε συλληφθεί παλαιότερα ως κατά συρροή δολοφόνος, με την ελπίδα ότι μπορεί να γνωρίζει κάτι για τον Μπάφαλο Μπιλ...
     Ένα πασίγνωστο ψυχολογικό θρίλερ με στοιχεία τρόμου, κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Τόμας Χάρις – το προηγούμενο βιβλίο με παρόμοια θεματολογία και επίσης τους Κρώφορντ και Λέκτερ ως δευτερεύοντες χαρακτήρες, ο Κόκκινος δράκος, είχε μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη από τον Μάικλ Μαν το 1986 ως Ο ανθρωποκυνηγός. Η λογοτεχνική Σιωπή περιέχει όλα τα κατάλληλα συστατικά σε μια αρμονική ισορροπία και σε ορθές δόσεις – δεν είναι τυχαίο ότι αποτελεί υπόδειγμα για την κατηγορία της – αλλά έχει και ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με τον Κόκκινο δράκο ο οποίος είχε προηγηθεί: με μία άπειρη και εύθραυστη γυναίκα αντιμέτωπη με έναν πατριαρχικό κόσμο στον κεντρικό ρόλο, αντί για τον έμπειρο ταλαντούχο πράκτορα του προηγούμενου βιβλίου, η Σιωπή εμπλουτίζει την αφήγησή της με ένα υπόγειο, διακριτικό ρεύμα κομψού φεμινιστικού προβληματισμού. Στην κινηματογραφική έκδοση ο σεναριογράφος Τεντ Τάλι και ο σκηνοθέτης Τζόναθαν Ντέμι μεταφέρουν πιστά το βιβλίο διατηρώντας αναλλοίωτα τα πλεονεκτήματά του, ζωντανεύοντας την τρομακτική πλοκή και τους χαρακτήρες με έναν τρόπο ατμοσφαιρικό και αγωνιώδη, με εξαιρετική αίσθηση του ρυθμού και πανέμορφη ψυχρή φωτογραφία, απεικονίζουσα έναν κόσμο μούχλας και απειλητικής υγρασίας.
     Στο επίκεντρο της ιστορίας τοποθετείται η εύθραυστη, ορφανή, επαρχιώτισσα, πρωτάρα Κλαρίς, με το τραυματικό παρελθόν, τη διαρκή, παρασκηνιακή αντιπαράθεσή της με έναν ανδροκρατούμενο κόσμο και την ανάγκη για επιβεβαίωση μέσα από τη θητεία της στο FBI. Βλέπουμε τα πάντα μέσα από τα δικά της μάτια και έτσι σταδιακά οδηγούμαστε ­– μέσω αυτής – στον εξαιρετικά χαρισματικό, καλλιεργημένο, ιδιοφυή και δολοφονικό ψυχίατρο με τις κανιβαλικές τάσεις. Μια εμβληματική ερμηνεία για τον Χόπκινς, ο έγκλειστος Λέκτερ του μαγνητίζει το βλέμμα και σαγηνεύει τον νου, αποτυπώνοντας στον κινηματογραφικό φακό την πιο σημαντική απεικόνιση της γοητείας της παραφροσύνης και του τρόμου. Διεισδύει με την καθαρότητα της σκέψης του στα πλέον ενδόμυχα σημεία του ψυχισμού της Κλαρίς και – ταυτόχρονα – του δικού μας. Τον συμπαθούμε, διότι αυτός συμπαθεί και σέβεται την Κλαρίς. Ο Ντέμι αφήνει μία αύρα ερωτισμού να πλανάται μεταξύ τους αλλά, ακολουθώντας την τακτική του μυθιστορήματος, δεν χρησιμοποιεί υπέρμετρα τον πιο ενδιαφέροντα χαρακτήρα του – τον εμφανίζει σε διάσπαρτες δόσεις (καθώς υποτίθεται ότι βοηθά την Κλαρίς στην κύρια εργασία της, τον εντοπισμό του Μπάφαλο Μπιλ, μα στην πραγματικότητα παίζει ένα διανοητικό παιχνίδι μαζί της) και το σύνολο των σκηνών του δεν υπερβαίνει τα 16 λεπτά σε μία δίωρη ταινία. Οι σπάνιες, σχεδόν ενστικτώδεις εκρήξεις βίας του ψυχοπαθούς Λέκτερ είναι απρόσμενες – και γι’ αυτό περισσότερο αποτελεσματικές – όχι μόνο λόγω του καλλιεργημένου, ευφράδους προφίλ του και των καλών του τρόπων, αλλά και διότι ψυχή της ταινίας δεν είναι παρά οι μαγευτικές συνομιλίες του με την Κλαρίς στο υψίστης ασφαλείας, υπόγειο κελί του. Εκεί φαίνεται καθάρια η αντιφατική, διπλή του φύση ως άρχοντα του χάους και μαέστρου της τάξης, ονείρου της μπουρζουαζίας και ταυτόχρονα του χειρότερου εφιάλτη της.
     Η Τζόντι Φόστερ είναι επίσης εξαιρετική στον ρόλο της Κλαρίς, μιας γυναίκας υπό διαρκή κρίση η οποία αντιμετωπίζει με επιτυχία την έσχατη εξέταση στον «Κάτω Κόσμο» όπου φυλάσσεται ο σχεδόν υπεράνθρωπος Λέκτερ, κατορθώνοντας να αποσπάσει τον σεβασμό του. Ο Μπάφαλο Μπιλ (όχι τόσο ενδιαφέρον ή επαρκώς αναπτυγμένος ως χαρακτήρας όσο θα έπρεπε) μοιάζει με το αρνητικό alter ego της: άνδρας σε έναν κόσμο που δεν του ταιριάζει, επιθυμεί να μεταμορφωθεί σε γυναίκα αλλά οι κλινικές αλλαγής φύλου του το αρνούνται – αυτή είναι η πηγή της νοσηρής βιαιότητάς του. Ο εντοπισμός του από το Τμήμα του Κρώφορντ, αξιοποιώντας τις κωδικοποιημένες πληροφορίες τις οποίες με το σταγονόμετρο αποσπά από τον Λέκτερ η Στάρλινγκ, είναι σχετικά τυποποιημένος ως υποπλοκή και καταλήγει σε ένα παράλληλο μοντάζ το οποίο μοιάζει να εκβιάζει την έκπληξη του θεατή (η είσοδος των ανδρών του FBI στην υποτιθέμενη κατοικία του υπόπτου και η ταυτόχρονη επίσκεψη της ανίδεης Κλαρίς στην πραγματική). Όπως ήταν αναμενόμενο, η Στάρλινγκ αντιμετωπίζει ικανοποιητικά την κατάσταση – ύστερα από μία αγωνιώδη και τρομακτική, αλλά συνηθισμένη σκηνή αναζήτησης – και «αποδεικνύει» την αξία της στους άνδρες συναδέλφους. Πολύ πιο ενδιαφέρον φυσικά είναι το γεγονός ότι ο Λέκτερ αξιοποίησε με τη σειρά του την εμπλοκή του στην υπόθεση του Μπιλ προκειμένου να …αποδράσει, μία πράξη αποδιδώμενη με έναν ξεχωριστά ατμοσφαιρικό τρόπο, καταλήγοντας σε ένα μνημειωδώς τρομακτικό και αλησμόνητα φρικιαστικό φονικό κρεσέντο. Η απρόσμενη αλληλεπίδραση της Κλαρίς και του Χάνιμπαλ – σχέση μέντορα και μαθητή, ή πατέρα και κόρης, από μία σκοπιά – έδωσε και στους δύο αυτό που ζητούσαν, μία διέξοδο από τη φυλακή του εξοστρακισμού τους. Δεν είναι τυχαίο ότι στο παιχνιδιάρικο φινάλε η τηλεφωνική συνομιλία τους τοποθετείται στο προσκήνιο, ενώ ο Λέκτερ φαίνεται να θριαμβεύει έναντι των «επίσημων» διωκτικών μηχανισμών της εξουσίας – όχι λιγότερο τερατωδών από τον ίδιο.
     Στην τελετή των Όσκαρ του 1992 η ταινία κέρδισε πέντε βραβεία: Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου, Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Α’ Ανδρικού Ρόλου (για τον Χόπκινς) και Α’ Γυναικείου Ρόλου (για τη Φόστερ). Σήμερα θεωρείται κλασική.