Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Λογοτεχνία: «Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη» (2003)

ΓΙΑΤΙ ΣΚΟΤΩΣΑ ΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΜΟΥ ΦΙΛΗ



«    Οι σοσιαλιστές κυβερνούν ακόμα τη χώρα, μας έφτιαξαν μετρό και μερικές κεντρικές αρτηρίες για να το βουλώσουμε. Δεν το βάλαμε κάτω: σχεδιάσαμε αφίσες για την κατάληψη της Αττικής Οδού. Βάψαμε τις προσόψεις μερικών τραπεζών με φλούο χρώματα. Μερικοί νομίζουν ακόμα ότι αστειευόμαστε. Ότι μια επανάσταση που βασίζεται σε χρώματα, μουσική και απαιτήσεις για καλύτερη ζωή είναι παιδαριώδης. Παράξενα χρόνια για αντίδραση στην Ελλάδα: το κεφάλαιο ήταν πολύ φρέσκο, τα εύκολα λεφτά ξελόγιαζαν ανθρώπους. Έτσι αρχίσαμε να συμμετέχουμε σε πορείες διαμαρτυρίας χορτασμένων χωρών που ήξεραν καλύτερα τι σημαίνει να πνίγεσαι στα λεφτά. Το ’98, στη συνάντηση κορυφής της Γενεύης, ο Καγιό με μερικούς άλλους αναποδογύρισε τη Μερσεντές του διευθυντή της Γενικής Τράπεζας και περάσαμε δύο βράδια στο κρατητήριο. Το ’99 στριμωχτήκαμε σ’ ένα πούλμαν επί μέρες μόνο και μόνο για να σφίξουμε τα χέρια των Ζαπατίστας, των μελών του ινδικού KRRS, των ακτημόνων του Μπαγκλαντές, που διαμαρτύρονταν για τα χρέη του Τρίτου Κόσμου, τα γενετικά μεταλλαγμένα τρόφιμα και την αποικιοποίηση του Νότου. Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς πήγαμε στη Νιγηρία για να φωνάξουμε συνθήματα εναντίον των πετρελαϊκών εταιρειών, για να υποδεχτούμε μαζί με χιλιάδες λαό τον Όουεν Ουίουα που είχε εκδιωχθεί από τον δικτάτορα στρατηγό Άμπακα και γύριζε πλέον στην πατρίδα του. Μετά από πολλούς δισταγμούς πήγα στην Ικέτζα, βρήκα το πατρικό μου, το έδειξα στον Καγιό. Χαζέψαμε για λίγο τα λευκά παιδάκια που παίζαν στην αυλή. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
    Πέντε μήνες αργότερα ήταν το Σιάτλ. Ο Καγιό κι εγώ ξερνούσαμε αγκαλιά στα οδοφράγματα. Ποτέ δεν είχαμε εισπνεύσει τόσα δακρυγόνα. Ήταν όμως μια ιδανική στιγμή, χωρίς κεντρικές επιτροπές, αρχηγούς, δόγμα. Από μέσα μου έλεγα “να που γίνεται, Άννα, να που γίνεται.” Αδύνατον να ακολουθήσω τις τελευταίες της συμβουλές. Να ζήσω σαν αμοιβάδα.
»



    Δύο κοπέλες της μεσαίας τάξης μα διαφορετικών καταβολών, ξένες και οι δύο στη μεταπολιτευτική Αθήνα του 1976, γνωρίζονται τυχαία στο σχολείο τους και συνάπτουν μία επώδυνη φιλία δεκαετιών. Η όμορφη, εξωστρεφής, εγωκεντρική, κτητική και απαιτητική Άννα, μια γεννημένη «αρχηγός» που έχει ανάγκη χειροκροτητές, είναι κόρη αριστερών διανοούμενων που επέστρεψαν στην Ελλάδα από το Παρίσι μετά την πτώση της Χούντας. Η πιο συγκρατημένη και χαμηλών τόνων αφηγήτρια Μαρία, μια γεννημένη «οπαδός» που χρειάζεται οράματα και πρότυπα προς μίμηση, είναι κόρη στελέχους πετρελαϊκής εταιρείας που η οικογένειά της μόλις επέστρεψε από τη Νιγηρία. Στον παροντικό χρόνο της αφήγησης, το 2002, οι δύο κάποτε αχώριστες φίλες ξαναβρίσκονται τυχαία ύστερα από επτά χρόνια χωρίς επαφή, μετά από ένα τραυματικό γεγονός που διέκοψε τη σχέση τους. Η Μαρία τώρα είναι ζωγράφος, πολιτική ακτιβίστρια και συγκατοικεί με έναν Γάλλο ομοφυλόφιλο στα Εξάρχεια, ενώ οι γονείς της την πιέζουν να κάνει οικογένεια. Η Άννα έχει εγκαταλείψει την πολιτική, έχει παντρευτεί έναν πάμπλουτο αρχιτέκτονα και, καλά προσαρμοσμένη πλέον στη μεγαλοαστική ζωή, μόλις επέστρεψε στην Αθήνα από τη Γαλλία. Η συνάντησή τους θα ξετυλίξει το παρελθόν και θα απελευθερώσει απωθημένα συναισθήματα, με φόντο κοινωνικές αναταράξεις στην ασθμαίνουσα «ισχυρή Ελλάδα» του «Εκσυγχρονισμού».
    Δια χειρός Αμάντας Μιχαλοπούλου, φιλολόγου της γαλλικής με το λογοτεχνικό της ντεμπούτο στη δεκαετία του 1990, έχουμε ένα σύγχρονο, «γυναικείο» μυθιστόρημα του 2003, όχι «φιλόδοξο», όχι «πειραματικό», μα απολύτως ενδιαφέρον. Σε πρώτο πλάνο, η πανίσχυρη μα αντιφατική σχέση αλληλεξάρτησης και αλληλοσπαραγμού, αγάπης και φθόνου, στοργής και ανταγωνισμού, μεταξύ δύο «καλύτερων φιλενάδων», από τα παιδικά τους χρόνια ως τον ενήλικο βίο. Στη φιλία αυτή, τέχνη, πολιτική και συναισθήματα συναρθρώνονται σε ένα εύφλεκτο μείγμα. Το υπόβαθρο είναι μία νεοελληνική εικοσιπενταετία Μεταπολίτευσης, από την πρώτη, καραμανλική εποχή της παλινορθωμένης «δημοκρατίας», όταν ένα ακόμα ζωντανό εργατικό κίνημα χαροπάλευε στα θολά νερά μεταξύ μαρξισμού και σοσιαλδημοκρατίας, ποντάροντας τελικά στο νεαρό ΠΑΣΟΚ ως εγγυητή της κοινωνικής ομαλότητας, μέχρι την περίοδο του σημιτικού Εκσυγχρονισμού και του ολοκαίνουργιου μετρό των Αθηνών, όταν το ανέκδοτο είχε πλέον πάψει από καιρό να είναι αστείο και η τηλεοπτική εικόνα της «εξευρωπαϊσμένης», ολυμπιακής μητρόπολης άτσαλα έκρυβε χιλιάδες τραγωδίες. Η συγγραφέας, ασχέτως των προσωπικών της θέσεων, εκμεταλλεύεται ένα εύρος ριζοσπαστικών αναφορών κυμαινόμενων από τις μαχητικές εγχώριες διαδηλώσεις του ‘70 ως το Σιάτλ του ’99, από τον Μάνο Λοΐζο μέχρι τον Μάρεϋ Μπούκτσιν, από τον Ζαν Πωλ Σαρτρ ως τον Κορνήλιο Καστοριάδη και από τους καταστασιακούς του Γαλλικού Μάη ως τον σύγχρονο μεταριστερό και εξεγερτικό αναρχισμό. Έτσι, αξιοποιεί τους χαρακτήρες και τις διασταυρούμενες προσωπικές διαδρομές τους ως όχημα τόσο για να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς με το παλιό που ξεψυχά, όσο και για να εισαγάγει τον αναγνώστη στο καινούργιο που αχνά προβάλλει. Όμως οι εποχές έχουν αλλάξει, οι παλιοί ρόλοι έχουν ανατραπεί και το φινάλε, με φόντο μια μυθοπλαστική εξέγερση τοπικής κοινωνίας, θα δώσει οριστικά στην ώριμη ενηλικίωση το σκούρο χρώμα του αίματος.
    Η συγκρατημένα μη γραμμική πλοκή, μαεστρικά δομημένη γύρω από επιδέξια άλματα μεταξύ διαφορετικών χρονικών περιόδων, όσο το παρόν εναλλάσσεται με στιγμιότυπα μιας εικοσιπενταετούς φιλίας, πλήρως ενσωματωμένα στο κοινωνικό περιβάλλον τους, οι απολαυστικοί διάλογοι και η απλή μα δεξιοτεχνική γραφή, συνεχώς επικαλούμενη τον εαυτό της μέσω λογοπαιγνίων ή πονηρών αναφορών σε σύμβολα που η συγγραφέας έχει νωρίτερα ορίσει (οι διαρκώς επαναλαμβανόμενες αφρικανικές παροιμίες από την πρώιμη παιδική ηλικία της Μαρίας, η εμμονή με την Άννα-Μαρία Γλύξμπουργκ ως παιγνιώδης αναφορά στη φιλία των ηρωίδων, η τραυματική βρώση των εντόμων, ο προστατευτικός εγκλεισμός σε σπηλιά) ανεβάζουν την αξία του έργου. Ο αντίκτυπος της ιστορίας ενισχύεται χάρη στην αμεσότητα που απορρέει από την πρωτοπρόσωπη και ενεστωτική μορφή της αφήγησης, καθώς και από τις ομαλές, αληθοφανείς εναλλαγές της φωνής της αναλόγως με την ηλικία της Μαρίας στο αντίστοιχο τμήμα του βιβλίου. Η γραφή διατηρεί έναν ταχύ ρυθμό, απαλλαγμένο από τετριμμένες περιγραφές και επικεντρωμένο στις σκέψεις της ηρωίδας, μα περιστασιακά πρόθυμο να υποκύψει σε λυρικά ιντερμέδια που δεν ορίζουν απλώς το σκηνικό της αφήγησης, αλλά υποβάλλουν τον αναγνώστη: «Ο αττικός ουρανός έχει το μυστηριώδες γαλάζιο των ταξιδιωτικών φυλλαδίων: διάφανο, αλλά κρύβει και κάτι – ότι θες εσύ. Η άνοιξη τρυπώνει στο μυαλό, ο ήλιος μουδιάζει τους κροτάφους. Η Αθήνα λαμπυρίζει σαν φτηνό γυαλί – σαν εξάρτημα του “Μικρού Μάγου”. Ένα τρέμουλο από ζέστη και καυσαέριο και ανοιξιάτικη γλύκα απλώνεται παντού και κάνει τα πλακάκια στο προαύλιο να κυματίζουν. Ακόμα κι η Δάφνη ζωγράφισε σήμερα έναν ήλιο πάνω απ’ τη σπηλιά της και χορτάρια τριγύρω. Τέτοιες μέρες τα παιδιά είναι ήσυχα. Γελάνε με το παραμικρό αλλά χωρίς υστερία, σαν να τα παραφυλάει ένας απ’ τους αγίους της μαμάς. Υπάρχει ένα είδος αγιοσύνης στην ατμόσφαιρα. Κι ας μην πιστεύω σε τέτοια πράγματα.»
    Η συγγραφέας πλάθει τους βασικούς χαρακτήρες από αυθεντικά υλικά και κατορθώνει να ισορροπήσει άριστα το ιδιωτικό με το κοινωνικό, το ατομικό με το συλλογικό, παρά την εστίαση στις προσωπικές διαδρομές και επαναστάσεις των πρωταγωνιστριών. Καθώς οι πολιτικοί μύθοι μιας γενιάς αποδομούνται και οι προκατασκευασμένοι ρόλοι που απορρέουν από αυτούς πρώτα υιοθετούνται και, κατόπιν, απορρίπτονται, έτσι βλέπουμε και την αναζήτηση μιας «πραγματικής» ατομικής ταυτότητας να αποβαίνει άκαρπη, τη φιλία των ηρωίδων να καταρρέει σαν προαναγγελθείς θάνατος, τη μεταξύ τους σχέση δυνάστη και εξουσιαζόμενου να αντανακλάται στην εξωτερική πραγματικότητα του πολιτικού ριζοσπαστισμού, τη συλλογική και προσωπική αυτοβελτίωση να αποδεικνύεται ο δυσκολότερος άθλος και τα ΜΜΕ να καταδεικνύονται στο μελαγχολικό φινάλε ως οι βασικοί αρχιτέκτονες των εκάστοτε μύθων μας, οι δολοφόνοι – μες στην ιδιοτελή πολυφωνία τους – μιας Αλήθειας τελικά απροσπέλαστης.
    Οι μικρές μεταμυθοπλαστικές πινελιές, οι εκατοντάδες αναφορές στη λαϊκή κουλτούρα, το παιχνίδι με τις αντικρουόμενες αντιλήψεις της πραγματικότητας, η σταδιακά αποκαλυπτόμενη αναξιοπιστία της αφηγήτριας με τις απωθημένες μνήμες, η μη γραμμική πλοκή με τις διάσπαρτες αναδρομές και την πρωθύστερη δομή, τα ψήγματα ειρωνείας, η παρεμβολή στα τελευταία κεφάλαια «ειδησεογραφικών» αποσπασμάτων και «άρθρων γνώμης» τα οποία διευρύνουν και, ταυτόχρονα, αναιρούν τη μυθιστορηματική φόρμα, υποδεικνύουν μια μεταμοντέρνα ευαισθησία που σχεδόν αδιόρατα, καθόλου παρεμβατικά, επικαλύπτει μία πολυχρησιμοποιημένη και κλασική συνταγή του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος, τώρα σε «γυναικεία» αντί για τη συνήθη «ανδρική» συσκευασία. Όμως η θεματολογία, οι γοητευτικοί, πολυσύνθετοι και εξελισσόμενοι χαρακτήρες, καθώς και η ισορροπημένη μείξη εξωτισμού και τετριμμένης οικειότητας στο πολυποίκιλο σκηνικό της αφήγησης, υπονομεύουν αποτελεσματικά τις όποιες επιφυλάξεις.
    Το βιβλίο γνώρισε εκδοτική επιτυχία στην εποχή του, για να μεταφερθεί ύστερα από καιρό στο θέατρο, να μεταφραστεί και να εκδοθεί στο εξωτερικό. Σήμερα, σε μια πιο ταραγμένη Ελλάδα όπου η κληρονομιά της Μεταπολίτευσης χρεοκόπησε πρόωρα και συντριπτικά, μοιάζει ακόμα πιο επίκαιρο, ακόμα πιο ενδιαφέρον. Ωστόσο, παρά την υποψία μιας λεπτής αλλά διάχυτης μεταμοντέρνας ειρωνείας, δύσκολα ο καλοπροαίρετος αναγνώστης θα μπορέσει να αντισταθεί στη λιτανεία της Ειρήνης (σελ. 75): «Δε φοβόμαστε τα ερείπια. Εμείς θα κληρονομήσουμε τη γη, δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό. Ας καταστρέψουν τον κόσμο τους πριν εγκαταλείψουν το σκηνικό της ιστορίας. Εμείς κουβαλάμε έναν καινούργιο κόσμο στις καρδιές μας.» Όποιος προσυπογράφει, πάντως, ας προσέχει: εδώ θα βρει όχι τόσο έναν καινούργιο κόσμο, όσο ένα οδυνηρά ολοζώντανο πορτρέτο του παλιού.