Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Κινηματογράφος: «Beyond the Black Rainbow» (2010)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9»)
==>Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010) <==

BEYOND THE BLACK RAINBOW




    Το Ινστιτούτο Αρμπόρια δημιουργήθηκε κατά τη δεκατία του ’60 για να βελτιώσει την ανθρώπινη κατάσταση μέσω της επιστήμης και της ψυχεδέλειας, στο πλαίσιο των New Age αναζητήσεων της εποχής. Εν έτει 1983, όμως, μόνη του λειτουργία φαίνεται να είναι η διαρκής καταστολή μίας νεαρής, κατατονικής κοπέλας με τηλεκινητικές δυνάμεις, της Έλενα, υπό την επίβλεψη του ημιπαράφρονα ψυχιάτρου Μπέρι Νάιλ, διαδόχου και προστατευόμενου του Δρος Αρμπόρια.
    Ο Πάνος Κοσμάτος, γιος του χολιγουντιανού «εργάτη» Τζορτζ Κοσμάτος (σκηνοθέτη, μεταξύ άλλων, του Περάσματος της Κασσάνδρας, αλλα και των Ράμπο II: Η αποστολή και Κόμπρα, με τον Σιλβέστερ Σταλόνε), κατάφερε το 2010 να δημιουργήσει ένα μικρό διαμάντι, με μόνο έναν μικροσκοπικό προϋπολογισμό αντλημένο κυρίως από τα έσοδα των πωλήσεων DVD της πιο διάσημης ταινίας του πατέρα του, του γουέστερν Σύγκρουση στον πράσινο βάλτο (1993). Το Beyond the Black Rainbow, παρά την υποτυπώδη πλοκή και τους ισχνούς χαρακτήρες, μένει στο μυαλό ως μία αλησμόνητη οπτικοακουστική εμπειρία, ένας εξαιρετικά ατμοσφαιρικός φόρος τιμής στην αισθητική και στους προβληματισμούς της δεκαετίας του ’80 που σημάδεψαν τον δημιουργό στην εφηβεία του. Ένα ανόσιο υβρίδιο του σινεμά των πρώιμων Κρόνενμπεργκ και Κάρπεντερ με ταινίες του Κιούμπρικ, με δείγματα του ιταλικού τζιάλο και με τη σύγχρονη, ρετρό νοσταλγία για την εποχή των συνθεσάιζερ και των φωτισμών νέον, το Beyond the Black Rainbow λειτουργεί αποτελεσματικά ως μία εφιαλτική αλληγορία για τον κοινωνικό έλεγχο.
    Ο σκηνοθέτης έχει δηλώσει πως το φιλμ κατασκευάστηκε σαν «την ανάμνηση μιας παλιάς ταινίας που δεν υπήρξε στ’ αλήθεια», αλλά και πως η παρουσία των νεκρών γονέων του στοιχειώνει κάθε καρέ του αποτελέσματος. Ο νωχελικός, υπνωτιστικός ρυθμός της αφήγησης, η εξαιρετική, καλειδοσκοπική φωτογραφία με τη διαρκή έμφαση στους έγχρωμους φωτισμούς (κυριαρχούν ψυχρές αποχρώσεις του ερυθρού και του γαλάζιου), οι ελάχιστοι και ελλειπτικοί διάλογοι, η μινιμαλιστική πλοκή, οι ατελείωτες σιωπές, τα απόκοσμα ευρήματα, η ψυχεδελική εικονογραφία, τα γεωμετρικά ντεκόρ στο λαβυρινθώδες Ινστιτούτο, η έξυπνη χρήση του καπνού, τα παιχνίδια με τις εναλλαγές της εστίασης και το ρηχό βάθος πεδίου (κυρίως για να τονιστεί ο αποπροσανατολισμός της υπό νάρκωση Έλενα), ο αποτελεσματικός ηχητικός σχεδιασμός, τα επαναλαμβανόμενα κοντινά πλάνα σε ατέλειες της σάρκας, το αδιάλειπτο κλίμα μυστηρίου… τα πάντα συνεργάζονται για να βυθίσουν τον θεατή σε έναν αμφίσημο, σινεφίλ εφιάλτη, ποπ και αρτιστίκ ταυτόχρονα, απ’ όπου μοιάζει να μην υπάρχει διαφυγή. Οι καθόλου συγκαλυμμένες αναφορές σε γνωστές ταινίες τρόμου και επιστημονικής φαντασίας από τις δεκαετίες του 1970 και ’80, οι ανάλογες επιλογές στους φωτισμούς και στα σκηνικά, ο εμφανής κόκκος της εικόνας, ορισμένες ψυχροπολεμικές υπόνοιες στο υπόβαθρο, αλλά και η εξαιρετική δουλειά στη μουσική επένδυση με χρήση πραγματικών αναλογικών συνθεσάιζερ εκείνης της εποχής, προσδίδουν στο φιλμ ένα ιδιαίτερο, ρετροφουτουριστικό ύφος. Εφορμώντας καταιγιστικά στις αισθήσεις και υιοθετώντας τη φόρμα ενός ανορθόδοξου θρίλερ με στοιχεία σλάσερ, η ταινία λειτουργεί ως πρίσμα που αναλύει ένα μείγμα πολύ συγκεκριμένων, φετιχιστικά περισυλλεγμένων αισθητικών και θεματολογικών αναφορών από περασμένες δεκαετίες σε ένα χαρακτηριστικό φάσμα, τελείως ιδιαίτερο, ποτισμένο με σύγχρονες ευαισθησίες, αλλά σίγουρα όχι για όλα τα γούστα.
    Η εισαγωγική σκηνή, ένα παλιό, ελπιδοφόρο διαφημιστικό του Δρος Αρμπόρια για το ινστιτούτο και τους στόχους του, ευρισκόμενο σε πλήρη αντίθεση με τους τρόμους που ακολουθούν, προδιαγράφει εξαρχής τον νοηματικό πυρήνα του εγχειρήματος. Οι αισιόδοξες υποσχέσεις της νεωτερικότητας για βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης μέσω της επιστήμης και της ορθολογικότητας έχουν διαψευστεί πλήρως, τα διαφωτιστικά οράματα έχουν εκφυλιστεί σε άκαμπτους, κατασταλτικούς μηχανισμούς ελέγχου (της Έλενα, εκπροσώπου όλων μας)· το Ίδρυμα που θα έφερνε τον Παράδεισο έχει γίνει το ίδιο μία φυλακή. Τα δεκάδες πλάνα με κάτοπτρα ή αντανακλάσεις και η αύρα επιρροών από την αντιψυχιατρική της δεκαετίας του ‘60 συνηγορούν σε αυτή την ερμηνεία – το «σκοτεινό ουράνιο τόξο» του τίτλου δεν είναι παρά το σκοτεινό είδωλο της υπαρκτής νεωτερικότητας. Πολύ έξυπνα όμως, ο Κοσμάτος ασκεί επίσης κριτική και στη γενιά του ’60, των χίπηδων, της αντικουλτούρας και των νέων κοινωνικών κινημάτων, ενσωματώνοντας μυστικιστικά και ψυχεδελικά στοιχεία στη ρητορική και στις μεθόδους του Αρμπόρια, πέρα από αμιγή επιστήμη. Οι χειραφετητικές υποσχέσεις του ’60, μοιάζει να μας λέει, αν και αναγνώρισαν ορθά τη ρίζα του κακού, γρήγοραν εκφυλίστηκαν και πνίγηκαν σε μια θάλασσα New Age αρλουμπολογίας – μία διαφορετική, ηπιότερη μορφή κοινωνικού ελέγχου. Το σημείο κλειδί για την αποκωδικοποίηση της ταινίας είναι η σημασία της τηλεοπτικής οθόνης. Όσο η Έλενα είναι ακόμα κρατούμενη φαίνεται μαγεμένη από την τηλεόραση του κελιού της, ενώ όταν στο τελευταίο πλάνο – ελεύθερη, υποτίθεται, πια – φτάνει στα πρώτα σπίτια της εγγύτερης πόλης, καταμεσής της νύχτας, μοιάζει να προσελκύεται ξανά από τα φώτα των τηλεοράσεων μέσα από τα τζάμια των παραθύρων. Η ηρωίδα, άρα κι εμείς οι θεατές, καρφωμένοι την ίδια στιγμή μπροστά σε μια οθόνη βλέποντας την ταινία, έχει ανταλλάξει απλώς μία μικρή φυλακή για μία μεγαλύτερη, φτιαγμένη από την πρώτη ύλη των εταιρικών ΜΜΕ και της κατευθυνόμενης, οπτικής λαϊκής κουλτούρας. Ωστόσο, προς τιμήν των συντελεστών, εναλλακτικές αναγνώσεις του πολύσημου αυτού εγχειρήματος είναι εξίσου εφικτές (η αθωότητα και η διαφθορά στην ανθρώπινη φύση, η βία της έμφυλης διαίρεσης, μια γνωστική παραβολή για τη φυλάκιση του πνεύματος στην ύλη, κοκ.).
    Σκηνές ανθολογίας είναι όλη η σεκάνς με την ψυχεδελική εμπειρία του Μπέρι το 1966 και τη μύησή του από τον Δρα Αρμπόρια, η επαφή της Έλενα με τον αλλόκοτο ένστολο φρουρό κατά την απόδρασή της, αλλά και η καταδίωξή της λίγο πριν το φινάλε από έναν ανατριχιαστικά «μεταμορφωμένο» Μπέρι. Ειδικά η σεκάνς του 1966 αξίζει ιδιαίτερη αναφορά. Γυρισμένη σε ασπρόμαυρο και με εξαιρετικά υψηλό κοντράστ, παραπέμπει κατά δήλωση του σκηνοθέτη στο πειραματικό φιλμ τρόμου Begotten (1990), όπου παραλλάσσεται η βιβλική Γένεση σαν ένα σκοτεινό οπτικό ποίημα, ενώ οι φαντασμαγορικές, αφηρημένες εικόνες του ψυχεδελικού ταξιδιού του Μπέρι, όπου ο χρόνος μοιάζει να αποσυνθέτει φρικιαστικά κάποια ανθρώπινη φιγούρα στο φόντο μιας ακαθόριστης Κόλασης από αλλόκοτα, έγχρωμα υγρά που αψηφούν τη βαρύτητα, χαράσσονται με ευκολία στη μνήμη.
    Περιορίζοντας εσκεμμένα την πλοκή και την ανάπτυξη χαρακτήρων στο ελάχιστο, μειώνοντας το αφηγηματικό τέμπο όσο το δυνατόν περισσότερο και αξιοποιώντας κάθε βέλος απ’ την κινηματογραφική του φαρέτρα, ο Κοσμάτος και οι συνεργάτες του παραδίδουν ένα ατμοσφαιρικό, σινεφίλ υπερθέαμα των αισθήσεων, έναν ληθαργικό εφιάλτη της μεταμεσονύκτιας τηλεόρασης, που όσο νοσταλγικά κοιτάζει το καλλιτεχνικό παρελθόν, τόσο διεισδυτικά σχολιάζει το απτό μέλλον.