Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Σιωπηλή φυγή» (1972)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ


ΣΙΩΠΗΛΗ ΦΥΓΗ

«SILENT RUNNING»




     Στον απόηχο του εμβληματικού 2001: Η Οδύσσεια του διαστήματος (1968) το οποίο άλλαξε μια για πάντα την κινηματογραφική επιστημονική φαντασία, ο υπεύθυνος των ειδικών εφέ εκείνου του φιλμ-οροσήμου σκηνοθετεί – ένα χρόνο μετά τη συμβολή του στα ειδικά εφέ του επίσης εντυπωσιακού Στελέχους Ανδρομέδα (1971) – μία χαμηλών τόνων ταινία της κατηγορίας, στην εποχή του Νέου Χόλιγουντ και με πλήρη καλλιτεχνική ελευθερία. Αν και η Σιωπηλή φυγή, αξιοσημείωτη για το περιβαλλοντικό της θέμα λίγα μόνο έτη μετά την πρώτη εμφάνιση του οικολογικού κινήματος, εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στο διάστημα ενός δυστοπικού κοντινού μέλλοντος, το μήνυμά της αφορά εμφανώς την – ευρισκόμενη σε οικολογική κρίση – Γη του παρόντος.
     Ο Λόουελ είναι ένας ιδεαλιστής και φυσιολάτρης βοτανολόγος που, από κοινού με τρεις περισσότερο πραγματιστές και αδιάφορους για τη φύση αστροναύτες, συντηρεί επί οκτώ χρόνια σε τροχιά κοντά στον Κρόνο γιγάντιους, θωρακισμένους γεωδαιτικούς θόλους οι οποίοι περιέχουν τα τελευταία εναπομείναντα δάση, αφού η πανίδα και η χλωρίδα του πλανήτη μας έχει εξαλειφθεί εξαιτίας της βιομηχανικής και εμπορικής δραστηριότητας. Στόχος του εν λόγω διαστημικού προγράμματος είναι κάποια στιγμή οι θόλοι να μεταφυτευθούν ξανά στη Γη για να αναδασωθεί ο πλανήτης. Όταν όμως καταφθάνει απρόσμενα η εντολή από το γραφειοκρατικό Αρχηγείο για ακύρωση του προγράμματος και καταστροφή των θόλων, προκειμένου τα τέσσερα μέλη του πληρώματος να επιστρέψουν στη Γη και το διαστημόπλοιό τους σε εμπορική χρήση, ο απεγνωσμένος Λόουελ – προσπαθώντας να τηρήσει τον όρκο του για συντήρηση του οικοσυστήματος – δολοφονεί τους τρεις αστροναύτες και καταφέρνει να σώσει τον τελευταίο θόλο, εξαπατώντας με επιτυχία το Αρχηγείο μέσω του ασυρμάτου και μιλώντας για ένα στημένο από αυτόν δυστύχημα, υπεύθυνο για τους θανάτους αλλά και για το «κλείδωμα» του διαστημοπλοίου σε μια τροχιά όχι προς τη Γη – όπως ήταν οι εντολές – αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση και τα πέρατα του Ηλιακού Συστήματος... Ο Λόουελ καταλαμβάνει έτσι βίαια το σκάφος και τον εναπομείναντα θόλο, αναπρογραμματίζοντας τα τρία μεταλλικά, ευφυή ανδροειδή ώστε να φροντίζουν μαζί του το δάσος και να του κρατούν συντροφιά...
     Με απλοϊκή αλλά ειλικρινή και μελαγχολική πλοκή, με τον Μάικλ Τσιμίνο (μετέπειτα σκηνοθέτη του Ελαφοκυνηγού) να συνεργάζεται στο σενάριο, χωρίς να επενδύει σε μυστήριο ή σε δράση αλλά παρουσιάζοντας κάθε όψη της τραγωδίας του Φρίμαν Λόουελ, με μόνο ένα εκατομμύρια δολάρια προϋπολογισμό και τα ιδιοφυή – για τα δεδομένα της εποχής – ειδικά εφέ του Τράμπαλ (όμορφες και αληθοφανείς οι μινιατούρες των διαστημοπλοίων), η Σιωπηλή φυγή κερδίζει τον θεατή ακόμα και σήμερα, που τα δίποδα αλλά αδέξια μεταλλικά ρομπότ της (ο Χιούι, ο Ντιούι και ο Λιούι!) και τα – καθόλου υπαινικτικά – συνοδευτικά φολκ τραγούδια, μοιάζουν μάλλον γραφικά και ξεπερασμένα. Ο σκηνοθέτης χειρίζεται κομψά το περιορισμένο υλικό του, αντιπαραβάλλει τους συνθετικούς και αποστειρωμένους γκριζωπούς χώρους του διαστημοπλοίου με τους πράσινους κήπους του θόλου, γνωρίζει πότε να πνίξει την ηχητική μπάντα στις σιωπές και στήνει σκηνικά που προκαλούν τη σκέψη, χωρίς να την κατακλύζουν με δέος ή ερωτήματα α λα 2001. Ο Λόουελ διασώζει το δάσος αυτοαναιρούμενος ηθικά στην πορεία μέσω του φόνου, ενώ στη συνέχεια συμπεριφέρεται τόσο απρόσεκτα και εκμεταλλευτικά στο τεχνητό «οικοσύστημα» του διαστημοπλοίου και των ανδροειδών, όσο και οι άνθρωποι της Γης στη φύση. Αυτή η αντίφαση και τραγωδία είναι το κύριο νήμα της Σιωπηλής φυγής, απεικονιζόμενο με μια σπάνια οικονομία και λακωνικότητα.
     Ο Μπρους Ντερν υποδύεται πολύ ικανοποιητικά τον μοναδικό αναπτυσσόμενο χαρακτήρα του φιλμ, έναν δολοφονικά ιδεοληπτικό αλλά συμπαθή Λόουελ που σταδιακά κατατρύχεται από τύψεις, ενώ τα τρία ανδροειδή δεν είναι παρά… ανάπηροι με στολές! Η εισαγωγική σεκάνς, με τα διαδοχικά κοντινά πλάνα σε μια αλληλουχία από άνθη και ζώα, αλλά και η τελική σκηνή, με τον τεχνητό και μεταλλικό Ντιούι να φροντίζει μόνος του το τελευταίο εναπομείναν φυσικό δάσος μες στην απέραντη σκοτεινιά του διαστήματος εις τους αιώνας των αιώνων, είναι αδύνατον να σβηστούν από τη μνήμη του θεατή. Χωρίς απλουστευτικές αντιτεχνολογικές τοποθετήσεις ή υπέρμετρο συναισθηματισμό και με την πρώτη ίσως εμφάνιση στον κινηματογράφο της «οικοτρομοκρατίας», το φιλμ παραμένει επίκαιρο παρά την υπερβολικά μινιμαλιστική πλοκή και τον βραδύ ρυθμό του. Αξιοσημείωτο είναι πως η ταινία αποτέλεσε μεγάλη εμπορική αποτυχία στην εποχή της, ίσως λόγω της μηδαμινής διαφήμισης από το στούντιο.