Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Οι συνήθεις ύποπτοι» (1995)

ΟΙ ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΥΠΟΠΤΟΙ

«THE USUAL SUSPECTS»




     Πέντε άνδρες από τον υπόκοσμο της Νέας Υόρκης προσάγονται ως ύποπτοι για τη ληστεία ενός φορτηγού με όπλα. Ο ένας από αυτούς, ο Κίτον, είναι πρώην διεφθαρμένος αστυνομικός ο οποίος πλέον προσπαθεί να ανελιχθεί επιχειρηματικά με νόμιμους τρόπους και διατηρεί ερωτική σχέση με γνωστή δικηγόρο, ενώ ο λιγότερο διαβόητος, ο Ρότζερ «Βέρμπαλ» Κιντ, είναι απλώς ένας κουτσός και αφελής μικροαπατεώνας. Η ανάκρισή τους δεν καταλήγει πουθενά και αφήνονται ελεύθεροι, με την υποψία να πλανάται ότι η κοινή προσαγωγή τους ήταν στημένη από παρασκηνιακές δυνάμεις, με σκοπό να γνωριστούν και να οργανώσουν μια νέα, πραγματικά «δική τους» ληστεία. Παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς του Κίτον και τη διάχυτη αίσθηση ότι χειραγωγούνται, πράγματι υποπίπτουν στον πειρασμό και κερδίζουν τρία εκατομμύρια δολάρια. Πολύ γρήγορα όμως αντιλαμβάνονται πως έχουν εμπλακεί σε έναν ιστό απάτης και ψεμάτων από τον οποίον δύσκολα θα διαφύγουν ζωντανοί. Ένα όνομα – θρύλος ακούγεται ξανά και ξανά σε σχέση με την υπόθεσή τους, αυτό του μυστηριώδους, φευγαλέου, πανίσχυρου και επίφοβου αρχιεγκληματία Κάιζερ Σόζε… Όλα θα καταλήξουν σε μια ανεξέλεγκτη φονική έκρηξη στο λιμάνι του Λος Άντζελες, ενώ την επόμενη μέρα ο συλληφθείς Κιντ θα προσπαθήσει να ανασυνθέσει τον γρίφο των γεγονότων για λογαριασμό της Αστυνομίας. Σε αυτή την προσπάθεια καλούμαστε ως μάρτυρες και συμμέτοχοι εμείς οι θεατές.
     Το 1995 ο σκηνοθέτης Μπράιαν Σίνγκερ έγινε ευρύτερα γνωστός στο χολιγουντιανό κύκλωμα κινηματογραφώντας υπέροχα το εν λόγω νεονουάρ θρίλερ, μία εικαστικά θεσπέσια και στυλιζαρισμένη αφηγηματική σπαζοκεφαλιά χιτσκοκικής παραπλάνησης με ευφυές σενάριο, ατμοσφαιρικά ντεκόρ και φωτογραφία, εξαίρετη διανομή ρόλων και προσεγμένη συνοδευτική ορχηστρική μουσική. Το πυκνό μυστήριο της εύρυθμης και ευρηματικής πλοκής, η μη γραμμική αφήγηση με τις περιστασιακές αναδρομές και τις πολλαπλές αντικρουόμενες οπτικές, εστιάζει κυρίως στην ιστορία την οποία διηγείται εκ των υστέρων ο «βλάκας και ανάπηρος» Βέρμπαλ Κιντ στους αστυνομικούς ανακριτές του, μετά το μακελειό στο λιμάνι του Λος Άντζελες το οποίο παρακολουθούμε κατά την εισαγωγική σεκάνς και το οποίο στην πραγματικότητα είναι η κατάληξη της ιστορίας – σχεδόν όλο το φιλμ συνιστά μια αναδρομική εξιστόρηση από τον Κιντ. Ο θεατής χειραγωγείται από την, επικρατούσα στην ταινία και δραματουργικά αναπαριστώμενη, οπτική γωνία του τελευταίου, η οποία όμως συνεχώς υπονομεύεται λεκτικά από αντιτιθέμενα στοιχεία ή εικασίες που καταθέτει ο ανακριτής. Τελικά η αλήθεια παραμένει φευγαλέα και τα δρώμενα αμφίσημα, με μοναδική εξαίρεση το ανατρεπτικό φινάλε: εκεί η αντικειμενικότητα της αφήγησης επαναφέρεται, ίσα-ίσα όμως για να θέσει σε πλήρη αμφισβήτηση – μέσω της αποκάλυψης της πραγματικής ταυτότητας του σχεδόν υπεράνθρωπου και θρυλικού Κάιζερ Σόζε – την ακρίβεια σχεδόν όλων όσων έχουν προηγηθεί! Ο θεατής αντιλαμβάνεται πως ως εκείνη τη στιγμή έχει εκτεθεί μονάχα σε χειραγωγούμενες εκδοχές της αλήθειας, μυθοπλασίες διαμορφωμένες πάντα με γνώμονα προσωπικά συμφέροντα ή σκοτεινά ελατήρια, και ότι η πραγματικότητα παραμένει τελικά απροσπέλαστη.
     Οι φωτισμοί και οι χρωματισμοί στο πράσινο της σήψης, στο κόκκινο της φωτιάς και στο θερμό χρυσαφένιο του φωτός αλληλεπιδρούν με τα πνιγμένα από αντικείμενα σκηνικά κλειστοφοβικών γραφείων ή αποθηκευτικών χώρων και με το μαύρο της σχεδόν μόνιμης νύχτας, σμιλεύοντας μία ιδιότυπη επίγεια Κόλαση αποτελούμενη από υγρά κελιά, λαβυρινθώδη λιμάνια και ανήλιαγα υπόγεια γκαράζ, έναν κόσμο παραμυθένια εφιαλτικής διάστασης. Οι φωτοσκιάσεις, τα ντεκόρ, τα γεωμετρικά αρμονικά κάδρα της κάμερας, η ανησυχαστική ορχηστρική μουσική και τα ανατριχιαστικά, υπαινικτικά κοντινά πλάνα με σταθερά αυξανόμενο ζουμ σε πρόσωπα ή αντικείμενα, συνεργάζονται για να απογειώσουν την αγωνία και την αίσθηση της αόρατης παρασκηνιακής δράσης, ενός αναπόδραστου κλοιού ο οποίος περισφίγγει σταδιακά τους ήρωες. Οι μετρημένες αλλά αιματηρές σκηνές φυσικής βίας είναι υλοποιημένες με στυλ και χάρη (ξεχωρίζει η εκτέλεση στο ασανσέρ), ενδυναμώνοντας έτσι το σύνολο και συμβάλλοντας με τον τρόπο τους στην ανάπτυξη χαρακτήρων. Το μοντάζ εστιάζει κατά κύριο λόγο στον έξυπνο αφηγηματικό αποπροσανατολισμό του θεατή, αλλά στο φινάλε αλλάζει ρότα σε μία ατμοσφαιρική σεκάνς κατάλληλα συρραμμένων προηγηθέντων στιγμιότυπων, ώστε να πείσει για τη ρεαλιστική ταυτότητα του αινιγματικού και απόκοσμου εγκληματικού εγκεφάλου Κάιζερ Σόζε – μια φιγούρα τυλιγμένη στην αχλή του μύθου, λες και ξεπήδησε από το σινεμά του Φριτς Λανγκ, η δυσοίωνη φασματική παρουσία της οποίας γίνεται όλο και πιο αισθητή όσο προχωρά η πλοκή. Οι δουλεμένοι και σφιχτοί διάλογοι, αποπνέοντας μια αύρα υποκόσμου που μόνο το φιλμ νουάρ μπορεί να μεταφέρει, συμπληρώνουν το σύνολο, ενώ το κύριο ίσως μειονέκτημα του εγχειρήματος ανιχνεύεται στην πολύ αδρή σκιαγράφηση των χαρακτήρων – μόνον ο ήσυχα σπαρακτικός Κίτον και ο πολυεπίπεδος Κιντ αποδεικνύονται αληθοφανώς πολύπλοκοι, αποτελώντας έτσι και το συναισθηματικό κέντρο της ιστορίας επάνω στο οποίο αγκιστρώνεται ο θεατής. Η ρεαλιστική απεικόνιση της σταδιακής σύσφιγξης των σχέσεων των αρχικά σχεδόν άγνωστων μεταξύ τους ηρώων αντισταθμίζει ωστόσο αυτό το ελάττωμα.
     Οι Συνήθεις ύποπτοι γυρίστηκαν κατά τη διάρκεια πέντε εβδομάδων στο Λος Άντζελες και στη Νέα Υόρκη, με προϋπολογισμό μόνο έξι εκατομμυρίων δολαρίων και εμβόλιμους αυτοσχεδιασμούς στο πλατό, όπως η ακατάληπτη προφορά του Μπενίσιο ντελ Τόρο. Ο Κρίστοφερ ΜακΚουόρι βραβεύτηκε με Όσκαρ Σεναρίου, ο Κέβιν Σπέισι κέρδισε Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου ως Βέρμπαλ Κιντ, ενώ το φιλμ κέρδισε επίσης άλλα βραβεία για το μοντάζ, τη σκηνοθεσία και τη φωτογραφία του.