Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Waking Life» (2001)

WAKING LIFE

«WAKING LIFE»




     Σημαντική στιγμή στην καριέρα ενός ανεξάρτητου Αμερικανού σκηνοθέτη, δέκα χρόνια μετά το ντεμπούτο του Σλάκερ (1991), η οποία αφορά κυρίως τη φύση των ονείρων και τη σχέση τους με την πραγματικότητα. Με αφορμή την ιστορία ενός ανώνυμου νεαρού ο οποίος παγιδεύεται μέσα σε ένα τακτικά μεταβαλλόμενο διαυγές όνειρο και δεν μπορεί να αφυπνιστεί, γινόμαστε μάρτυρες της διαδρομής του σε ένα σχεδόν σουρεαλιστικό Ώστιν, των παρατηρήσεων και των διαλόγων του με άλλους ανθρώπους – εφευρημάτων του ασυνειδήτου του; – ή των μονολόγων τους, περί της άσπονδης σχέσης μεταξύ ατομικότητας και συλλογικότητας, περί ριζοσπαστικής πολιτικής και του ακτιβισμού των καταστασιακών, περί μεταμοντερνισμού και υπαρξισμού, περί ύπαρξης ή μη της ελεύθερης θέλησης σε έναν κόσμο πλήρως καθοριζόμενο από φυσικούς νόμους, περί ονειροναυτών («εξερευνητές» οι οποίοι ελέγχουν απολύτως τα όνειρά τους και τα βιώνουν με τη μέγιστη δυνατή καθαρότητα) και πραγματικότητας, περί της ζωής, της ταυτότητας, του χρόνου και του θανάτου.
     Ένας πανέμορφος, ρευστός και αυθεντικά αστείος καμβάς αποσπασμάτων από εκκεντρικές ή αντισυμβατικές αντιλήψεις και διανοητικά μανιφέστα, κάποια από τα οποία επιχειρούν να εκλαϊκεύσουν απαιτητικές έννοιες του σύγχρονου θεωρητικού στοχασμού. Το σενάριο δεν προσποιείται πως έχει όλες τις απαντήσεις, ούτε ότι διαθέτει συνοχή με τη συνηθισμένη έννοια. Εκτυλίσσεται με τη λογική ονείρου και ζητά από τον θεατή απλώς να βυθιστεί στη ροή του, όσο παρακολουθεί ρεαλιστικούς ανθρώπους να παραληρούν ντελιριακά εκθέτοντας ολοζώντανα τις ιδέες και τις θεωρίες τους. Η ίντριγκα δεν παρέχεται από κάποια σύγκρουση μεταξύ των χαρακτήρων, αλλά από την υπονοούμενη σύγκρουση μεταξύ αντίπαλων περιγραφόμενων κοσμοαντιλήψεων – αυτό και μόνο επαρκεί ώστε το φιλμ να χαρακτηριστεί ως το πλέον πρωτότυπο της δεκαετίας.
     Το εγχείρημα χαρακτηρίζεται από ταχύ ρυθμό, χαρωπή προσέγγιση και εξαιρετική εικαστική αισθητική, η οποία συνεισφέρει τα μέγιστα στην ονειρική αίσθηση. Ο Λινκλέιτερ επέλεξε τη μέθοδο της «ροτοσκόπησης»: κινηματογράφησε τις σκηνές με πραγματικούς ηθοποιούς σε ψηφιακό βίντεο και στη συνέχεια όλα τα καρέ επικαλύφθηκαν με ζωγραφιστές ακμές και χρώματα από πολλαπλούς καλλιτέχνες, ώστε κάθε επεισόδιο της πλοκής και κάθε χαρακτήρας να αφήνει τη δική του, ξεχωριστή εντύπωση στο μάτι – σχετική συνήθως με τα λεγόμενα και τις εικονιζόμενες καταστάσεις και πάντα ταιριαστή με το ονειρικό σκηνικό. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολύχρωμο κινούμενο σχέδιο διαφορετικό από τ’ άλλα, με παλλόμενες, κυματιστές εικόνες ψυχεδελικών αποχρώσεων, μία από τις σπάνιες και ευτυχείς εκείνες στιγμές όπου φόρμα και περιεχόμενο διασταυρώνονται και σμίγουν αρμονικά. Με ταγκό στη μουσική επένδυση και με σκηνές οι οποίες χαράσσονται στο μυαλό, όπως ο «μηχανοκίνητος» αντικαθεστωτικός ατομικός προπαγανδιστής (στην πραγματικότητα πρόκειται για τον υπερσυντηρητικό μιντιακό συνωμοσιολόγο του Τέξας Άλεξ Τζόουνς), η απόκοσμη βόλτα με το αυτοκίνητο-βάρκα, οι πτήσεις του πρωταγωνιστή πάνω από την ονειρική πόλη ή η αυτοπυρπόληση ενός ατόμου απογοητευμένου από την αδυναμία του να επηρεάσει τα κοινά, το Waking Life είναι μία ξεχωριστή φιλμική εμπειρία. Έχει κι αυτό τα μειονεκτήματά του βεβαίως, όντας υπέρμετρα φλύαρο, με πολύ ελλιπή εμβάθυνση στα θέματα που αγγίζει και με μικρή συνοχή – δύσκολα κρύβει τη φύση του ως συρραφή ανεξάρτητων επεισοδίων.
     Το νόημα όμως δεν είναι σ’ αυτές τις λεπτομέρειες, ούτε οι συντελεστές αφήνουν να φανεί ίχνος αλαζονείας από τη μεριά τους – ερωτήματα, αλλά και απαντήσεις σποραδικά αντιφατικές μεταξύ τους, κατακλύζουν διαρκώς τον θεατή μα δεν του επιβάλλονται. Κάποιες ιδέες ωστόσο διαπερνούν σταθερά το σενάριο. Η θεότητα ίσως να κρύβεται στο σύνολο της υλικής και ψυχικής ύπαρξης, χωρίς αυτή η υπερβατική συλλογικότητα να αναιρεί την ελεύθερη θέληση. Η φαντασία απελευθερώνει – η κοινωνική πραγματικότητα είναι το αποτέλεσμα των δικών μας φαντασιακών κατασκευών και όχι αντικειμενικό δεδομένο, ενώ ο καθένας μας ορίζεται από τις επιλογές του ως προς αυτόν τον άξονα, μοιάζουν να μας λένε οι δημιουργοί με πάθος. Κρίμα να μην τους ακούμε.