Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Κινηματογράφος: «Ο επαναστάτης του Αλκατράζ» (1967)

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΑΛΚΑΤΡΑΖ

«POINT BLANK»




    Ο «Οργανισμός», ένας επιχειρηματικός όμιλος των ΗΠΑ που διασυνδέεται με τον υπόκοσμο και κινείται στον χώρο του οργανωμένου εγκλήματος, αξιοποιεί το εγκαταλελειμμένο νησί του Αλκατράζ στα ανοιχτά του Σαν Φρανσίσκο – πρώην φυλακή υψίστης ασφαλείας – ως σημείο ανταλλαγής μεγάλων χρηματικών ποσών από παράνομες δραστηριότητες. Ο Γουόκερ (Λη Μάρβιν) βοηθά τον φίλο του Μαλ Ρηζ, μέλος του Οργανισμού που έχει περιπέσει σε δυσμένεια καθώς χρωστά δεκάδες χιλιάδες δολάρια στους εργοδότες του, να διεισδύσει στο Αλκατράζ, να αναχαιτίσει μία νυχτερινή ανταλλαγή και να κλέψει το διακινούμενο ποσό. Ο Μαλ όμως, διατηρώντας ερωτικό δεσμό με τη σύζυγο του Γουόκερ και έχοντας ανάγκη το σύνολο των κλοπιμαίων προκειμένου να ξεπληρώσει το χρέος του και να αναρριχηθεί εκ νέου στην ιεραρχία, πυροβολεί τον συνεργάτη του ώστε να σφετεριστεί το μερίδιό του και τον αφήνει στο νησί, θεωρώντας τον νεκρό. Ορισμένα χρόνια μετά ο Γουόκερ, έχοντας θαυματουργά κατορθώσει να επιζήσει και να διαφύγει, προσεγγίζεται από έναν μυστηριώδη άνδρα με ύποπτα καλή πληροφόρηση και αποδέχεται μία ξεχωριστή αποστολή: πρέπει να καταστρέψει τον Οργανισμό, να δολοφονήσει τους ηγέτες του, συμπεριλαμβανομένου του Ρηζ, και με την ευκαιρία να διεκδικήσει τα 93000 δολάρια που του εκλάπησαν...
    Αστυνομικό θρίλερ με σημαντικές επιρροές από το φιλμ νουάρ αλλά και από την – επίκαιρη το 1967 – γαλλική νουβέλ βαγκ, κυρίως ως προς τον αντισυμβατικό χειρισμό του φιλμικού χωροχρόνου και ήχου, τις απρόσμενες εκρήξεις βίας και τις απότομες αλλαγές ρυθμού και τόνου στην αφήγηση. Ο Επαναστάτης του Αλκατράζ είναι η πρώτη πραγματικά σημαντική ταινία του Τζον Μπούρμαν και μπορεί να ενταχθεί στο ανανεωτικό Νέο Χόλιγουντ, τη χρονιά που αυτό λάμβανε σάρκα και οστά στην υπερατλαντική κινηματογραφική σκηνή. Το πρώτο ημίωρο της ταινίας αγγίζει την ψυχεδέλεια, μέσα από διάσπαρτα τμήματα κατακερματισμένης και μη γραμμικής αφήγησης, αδιαφανή χρονικά άλματα, ονειρική αίσθηση, απρόσμενες γωνίες λήψης και σκηνοθετικά τρικ (π.χ. ο απειλητικός ρυθμικός ήχος από το ταχύ βάδισμα του Γουόκερ επικαλύπτει συνεχόμενα πολλαπλές διαφορετικές σκηνές εκτυλισσόμενες σε διαφορετικούς χώρους, ώσπου καταλήγει στο βίαιο σπάσιμο της πόρτας του σπιτιού όπου διαμένει η πρώην σύζυγός του). Στη συνέχεια βεβαίως το φιλμ «εξομαλύνεται», με σποραδικές μόνο δόσεις παραισθητικής ποιότητας. Στυλιζαρισμένο, βίαιο και γοητευτικό, τοποθετεί τον ψυχρό και σκληροτράχηλο ήρωα σε μια παράλογη αποστολή (όπως του λένε προσπαθεί «να διαλύσει αυτή τη γιγάντια οργάνωση για ένα ασήμαντο ποσό 93000 δολαρίων») κάτω από την οποία κρύβεται απλή και καθαρή εκδίκηση. Ο συναισθηματικά ισοπεδωμένος χαρακτήρας του Γουόκερ και η ερμηνεία του Μάρβιν είναι στο επίκεντρο διατηρώντας σταθερό το ενδιαφέρον του θεατή, ακόμα και στα σημεία όπου η πλοκή μοιάζει να χωλαίνει, ενώ χάρη σ’ αυτόν οι πιο σουρεαλιστικές στιγμές (π.χ. ο καυγάς στο πολύχρωμο νυχτερινό κλαμπ με τη συνοδεία των φανκ κραυγών του τραγουδιστή) πετυχαίνουν να διατηρήσουν μια ισορροπία μεταξύ στυλιζαρίσματος και εύπεπτης αφήγησης.
    Αν και η ιστορία εκτυλίσσεται στις ανοιχτές και ηλιόλουστες εκτάσεις του Λος Άντζελες και του Σαν Φρανσίσκο – κατ’ αντιδιαστολή με τα κλισέ του αρχετυπικού νουάρ – αφήνει μια σκοτεινή αίσθηση που κορυφώνεται στο εξαιρετικό φινάλε, όταν ο Γουόκερ, εγκληματίας «της παλιάς σχολής», αντιλαμβάνεται πως τόσο καιρό χειραγωγούνταν από ισχυρότερες και ιδιοτελείς δυνάμεις, ωθούμενος απ’ αυτές σε μια καφκική περιπέτεια που τον έφερε αντιμέτωπο με μια λαβυρινθώδη μικρογραφία του μοντέρνου κόσμου και του σύγχρονου καπιταλισμού: τον Οργανισμό. Το σενάριο αφήνει έντεχνα μια μοιρολατρία και μια αίσθηση αδυναμίας και ματαιότητας να αναδυθούν από την περιπέτεια ενός φαινομενικά παντοδύναμου και ακαταμάχητου ήρωα. Οι συντελεστές όμως δεν μένουν εκεί. Με κάθε ευκαιρία το φιλμ υπαινίσσεται διακριτικά ότι όλη η πλοκή είναι μία επιθανάτια φαντασίωση, ένα όνειρο εκδίκησης πριν την παράδοση στον θάνατο μέσα στο κελί του Αλκατράζ όπου ο Γουόκερ κείται ακόμα πυροβολημένος από τον Ρηζ… Στην ερμηνεία αυτή συνεισφέρουν η υπέρμετρη συναισθηματική κενότητα του πρωταγωνιστή (σπανίως αποκρίνεται κατ’ αναμενόμενο τρόπο, μοιάζει κυρίως με ένα παγωμένο ιδεοληπτικό αυτόματο, ένα ζόμπι το οποίο αναζητά απλώς τα «χρήματά του», μία παρωδία του αρχετυπικού καπιταλιστικού ανθρωπολογικού υποκειμένου), η βύθισή του στις σκιές στο τελευταίο πλάνο, η θαυματουργή του απόδραση από το Αλκατράζ κατά την εισαγωγή, ο αντισυμβατικός και σχεδόν παραισθητικός σκηνοθετικός χειρισμός του χώρου, του χρόνου και του ήχου, ορισμένοι διάλογοι κοκ. Κι έτσι, αν και φυσικά το εγχείρημα είναι εσκεμμένα διφορούμενο ως προς αυτό το ζήτημα, μια ταινία που μοιάζει να σχολιάζει αρνητικά την επικρατούσα ατομικιστική επιχειρηματική κουλτούρα του αγγλοσαξονικού κόσμου, εκτείνεται τελικά σε πιο υπαρξιακά νοηματικά μονοπάτια.
    Ο συγγραφέας του μυθιστορήματος όπου στηρίχθηκε η ταινία θα γράψει 25 χρόνια μετά το σενάριο για τους Κλέφτες (1990), ενώ ο ίδιος ο Επαναστάτης του Αλκατράζ θα γυριστεί ξανά σε ένα υποδεέστερο ριμέικ το 1999, με πρωταγωνιστή τον Μελ Γκίμπσον.