Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέο Χόλιγουντ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέο Χόλιγουντ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Κινηματογράφος: «Ιστορία ενός εγκλήματος» (1967)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

«IN THE HEAT OF THE NIGHT»




    Σε μια επαρχιακή, ρατσιστική κωμόπολη του Μισισίπι της δεκαετίας του 1960, ένας περαστικός καλοντυμένος Αφροαμερικανός από τη Φιλαδέλφεια (Σίντνεϊ Πουατιέ) συλλαμβάνεται τυχαία ως ύποπτος του φόνου ενός πλούσιου επιχειρηματία, ο οποίος είχε προσφάτως πραγματοποιήσει επενδύσεις στην περιοχή. Μόλις ο τοπικός Σερίφης Μπιλ (Ροντ Στάιγκερ) αντιλαμβάνεται πως ο συλληφθείς είναι αστυνομικός ειδικευμένος στις ανθρωποκτονίες, τον αφήνει διστακτικά ελεύθερο και – ευρισκόμενος σε αδιέξοδο – του ζητά να τον βοηθήσει στην έρευνα του φόνου. Ο μαύρος Βέρτζιλ διατάσσεται από τον προϊστάμενό του στη Φιλαδέλφεια να ικανοποιήσει το αίτημα του Σερίφη και, πιεζόμενος από τη θρηνούσα, πάμπλουτη και χωρίς φυλετικές προκαταλήψεις χήρα του επιχειρηματία, αναγκάζεται να παρατείνει τη διαμονή του στην εχθρική πόλη. Γρήγορα εμπλέκεται στον μικρόκοσμό της και παθιάζεται με την υπόθεση, ενώ τοπικοί παράγοντες επιπλήττουν τον Σερίφη για την εμπιστοσύνη την οποία δείχνει σε έναν νέγρο…
    Με βάση ένα πολύκροτο μυθιστόρημα και στον απόηχο του κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων και των φυλετικών αναταραχών της δεκαετίας του 1960 στις ΗΠΑ, συλλαμβάνοντας τις ευαισθησίες της εποχής και την αίσθηση καλλιτεχνικής ελευθερίας του ολοκαίνουργιου τότε Νέου Χόλιγουντ, ο Νόρμαν Τζούισον κινηματογραφεί από εμφανώς φιλελεύθερη σκοπιά μία εξαιρετικά επίκαιρη και τολμηρή (το 1967) αστυνομική ταινία μυστηρίου η οποία δεν αποφεύγει τις χολιγουντιανές συμβάσεις και την κερδοσκοπική έμφαση στην ανάδειξη των ηθοποιών-αστέρων της, αλλά ταρακούνησε το κατεστημένο της εποχής παρουσιάζοντας τη συνεργασία ενός λευκού και ενός μαύρου αστυνομικού και συνεισέφερε στην οριστική απαξίωση των συντηρητικών ηθών τα οποία ακόμα επικρατούσαν σε πολλές περιοχές των ΗΠΑ. Το σενάριο, κατά απλοϊκό τρόπο, στιγματίζει απολύτως ηθικά τους περισσότερους χαρακτήρες αναλόγως με τη στάση τους απέναντι στο «φυλετικό ζήτημα», με εξαίρεση κάποιον αδιάφορο για το θέμα κατά λάθος συλληφθέντα (μία άψογη υποστηρικτική ερμηνεία από τον Σκοτ Γουίλσον, ο οποίος το ίδιο έτος πρωταγωνίστησε στο Εν ψυχρώ) και τους δύο βασικούς ήρωες: ο Βέρτζιλ, ελαφρώς ναρκισσιστής, παθιάζεται τόσο με την υπόθεση που αφήνει το μένος του για τους ρατσιστές να θολώσει την κρίση του παρά το αδιαμφισβήτητο ταλέντο και την ευφυΐα του, ενώ ο Σερίφης Μπιλ, κατά βάθος ευσυνείδητος και φιλότιμος, εξελίσσεται όμορφα καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ, ώστε από τυπικός – λόγω περιρρέοντος κλίματος – ρατσιστής, καταλήγει να σέβεται, να υπερασπίζεται και να νοιάζεται τον Βέρτζιλ. Η εξέλιξη αυτή και η μεθοδική διαμόρφωση της φιλίας των δύο ανδρών συνιστά τον πυρήνα της αφήγησης· είναι πράγματι μεγάλη απόλαυση η αλληλεπίδραση του Στάιγκερ και του Πουατιέ στους ρόλους αυτούς και, παρά τον υπέρμετρο μανιερισμό που εύκολα διακρίνει ο σημερινός θεατής σε ορισμένες σκηνές, οι ερμηνείες τους είναι τόσο στιβαρές που προσδίδουν ακόμα περισσότερο βάθος σε χαρακτήρες έτσι κι αλλιώς πολυδιάστατους, ισχυρογνώμονες, μοναχικούς και αλαζόνες, μα ευφυείς και καλοπροαίρετους.

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Κινηματογράφος: «Εν ψυχρώ» (1967)

ΕΝ ΨΥΧΡΩ

«IN COLD BLOOD»




    Σε μια επαρχιακή πόλη των ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950, ένας νεαρός αποφυλακίζεται και συναντάται με έναν παλιό του συγκρατούμενο. Μαζί αποφασίζουν να διαρρήξουν το σπίτι ενός αγρότη βασισμένοι στην υποψία ότι έχει κρυμμένα 10000 δολάρια. Το απρόσμενο μακελειό τους καθιστά φυγάδες με τέσσερις νεκρούς στο διάβα τους, ενώ η Αστυνομία προσπαθεί να τους ταυτοποιήσει και να τους εντοπίσει ως δράστες ενός φονικού ακατανόητου και παράλογου – το υποτιθέμενο χρηματοκιβώτιο ήταν στην πραγματικότητα ανύπαρκτο και τα λάφυρα περιορίζονται σε 43 δολάρια κι ένα παλιό ραδιόφωνο…
    Στηριγμένος στο ομώνυμο, σχεδόν μυθιστορηματικό βιβλίο του Τρούμαν Καπότε, ήδη διάσημου από το Πρόγευμα στου Τίφανις, ο σκηνοθέτης Ρίτσαρντ Μπρουκς μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τα γεγονότα γύρω από έναν μαζικό φόνο ο οποίος συγκλόνισε τη βορειοαμερικανική κοινή γνώμη του 1959. Ο Πέρι Σμιθ (Ρόμπερτ Μπλέικ) – ένας εθισμένος στην… ασπιρίνη βετεράνος της Κορέας – είναι βαρύθυμος, ευαίσθητος, με όνειρο να γίνει διασημότητα, με εκρήξεις βίας και βαρυνόμενος από ένα ιστορικό παιδικής κακοποίησης και εγκατάλειψης από τον μέθυσο και αγροίκο πατέρα του. Υπάρχουν στιγμές που αδυνατεί να διακρίνει τη φαντασίωση από την πραγματικότητα, αλλά και στιγμές όπου τον πλημμυρίζει οίκτος και διορατικότητα. Ο Ρίτσαρντ Χίκοκ (Σκοτ Γουίλσον) είναι αστείος, γοητευτικός, επαγγελματίας απατεώνας και ο «εγκέφαλος» του σχεδίου – επίσης δεν έχει ηθικούς ενδοιασμούς και είναι ο πιο πρόθυμος να μην αφήσει πίσω του μάρτυρες, αλλά χρειάζεται «κάποιον να πατήσει τη σκανδάλη». Από μόνοι τους είναι ακίνδυνοι, από κοινού δημιουργούν μία προσωπικότητα εκρηκτική και φονική… Το φιλμ παρακολουθεί τη διαδρομή από τη συνάντησή τους και τη σύλληψη του σχεδίου, μέχρι τον απαγχονισμό τους από τους κρατικούς δημίους πέντε χρόνια μετά. Ένα μικρό τμήμα της πλοκής αφορά και την αστυνομική έρευνα για την αναγνώριση και εύρεση των δραστών, από την επομένη του εγκλήματος μέχρι τη σύλληψη και τη δίκη τους. Πιστό στη δομή του βιβλίου όπου βασίστηκε, το φιλμ δεν περιγράφει τη νύχτα των φόνων παρά μόνο μέσω μνημονικής αναδρομής στο παρελθόν προς το φινάλε, οικοδομώντας έτσι με επιτυχία μία αύρα μυστηρίου κατά το μεγαλύτερο μέρος της διάρκειας όσον αφορά τις συνθήκες και τα αίτια του εγκλήματος. Αυτό είναι σημαντικό για μία ταινία η οποία συνολικά δεν στηρίζεται στην αγωνία αλλά στη θλίψη ¬– η ιστορία του Πέρι και του Ρίτσαρντ δεν έχει σασπένς, δεν έχει κινηματογραφική γοητεία, είναι απλώς θλιβερή.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Κινηματογράφος: «Μπόνι και Κλάιντ» (1967)

ΜΠΟΝΙ ΚΑΙ ΚΛΑΪΝΤ

«BONNIE AND CLYDE»




    Ένα ανορθόδοξο και πρωτοποριακό γκανγκστερικό φιλμ, στηριγμένο σε αληθινή ιστορία, αποτέλεσε τον δούρειο ίππο του «Νέου Χόλιγουντ» περί τα τέλη της πιο κομβικής μεταπολεμικής δεκαετίας. Μετά τις δονήσεις τις οποίες προκάλεσε κατά το προηγούμενο έτος στη βιομηχανία διασκέδασης των ΗΠΑ το Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;, εν μέσω πρωτοφανών κοινωνικοπολιτικών αναταραχών και εμφανούς μετάλλαξης του κινηματογραφικού κοινού, το Μπόνι και Κλάιντ προχώρησε παραπέρα, έσπασε κάθε κανόνα, συντάραξε θεμελιωδώς με τη σειρά του το στουντιακό κύκλωμα του Χόλιγουντ, σημείωσε τεράστια επιτυχία διεθνώς και πέρασε ταχύτατα στη σφαίρα του καλλιτεχνικού θρύλου.
    Ο σκηνοθέτης Άρθουρ Πεν αφηγείται την άνοδο και την πτώση ενός ζεύγους καταζητούμενων νεαρών ληστών τραπεζών (Γουόρεν Μπίτι και Φαίη Ντάναγουεϊ, στους ρόλους οι οποίοι τους καταξίωσαν) την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, αποφασισμένων να γίνουν διάσημοι μέσω των ΜΜΕ και εξαιρετικά λαοφιλών σε μια εποχή διάχυτης εξαθλίωσης, τεράστιας ανεργίας, γιγαντωμένων κοινωνικών ανισοτήτων και μεγάλης απαξίωσης του οικονομικού συστήματος στις ΗΠΑ. Οι συντελεστές αποφεύγουν κάθε ηθοπλαστικό δίδαγμα και αποδίδουν τα γεγονότα με έναν κωμικό και ρομαντικό τόνο, αντιπαραθέτοντας το ύφος αυτό με εμβόλιμες, διάσπαρτες δόσεις ερωτισμού και ωμής, αλογόκριτης αλγεινής βίας, χωρίς φιλμικό προηγούμενο για παραγωγές τέτοιου τύπου και κόστους. Ο πρωταγωνιστής είναι σεξουαλικά ανίκανος, περιστοιχίζεται σκηνοθετικά από φαλλικά σύμβολα και σε μία απροσδόκητη σκηνή η ενεργητική, διεκδικητική ηρωίδα – ερωτικά διεγερμένη από την αρρενωπή επίδειξη εγκληματικότητας – επιχειρεί μάταια να προβεί σε πεολειχία. Η γλώσσα του σεναρίου είναι καθημερινή ενώ τα κίνητρα και το υπόβαθρο των χαρακτήρων υπονοούνται ή απεικονίζονται οπτικά, δεν εκφράζονται λεκτικά. Από κοινού με το κοφτό μοντάζ, τους συμπαθείς αντιήρωες (παρά τις δολοφονίες στις οποίες προβαίνουν περιστασιακά) και την ουδέτερη στάση των σεναριογράφων απέναντι στην παρανομία, οι τακτικές αυτές ήταν υπέρμετρα καινοτόμες και «ύποπτες» για το μεταπολεμικό χολιγουντιανό στουντιακό κύκλωμα – του μεγάλου θεάματος, της επιβεβαίωσης των «παραδοσιακών» συντηρητικών αξιών, της «διανόησης» του Μπρόντγουεϊ ή της προπαγάνδισης του πολιτικού κατεστημένου – το οποίο όμως είχε ήδη αρχίσει να καταρρέει.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Κινηματογράφος: «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» (1966)

ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗ ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ;

«WHO'S AFRAID OF VIRGINIA WOLF?»




    Φλύαρο αλλά δυνατό δράμα δωματίου, με κοφτερή πρόζα, εκρηκτικές ερμηνείες και σχεδόν κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Ο σκηνοθέτης Μάικ Νίκολς μεταφέρει με το κινηματογραφικό του ντεμπούτο ένα πετυχημένο θεατρικό έργο της εποχής στη μεγάλη οθόνη και με τον δυναμισμό της κάμεράς του κατορθώνει να υπερβεί τις προφανείς καταβολές του σεναρίου. Τα σποραδικά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών Ρίτσαρντ Μπάρτον και Ελίζαμπεθ Τέιλορ (σύζυγοι στην ταινία αλλά και στην πραγματική ζωή), υποβοηθούμενα από την αδρή ασπρόμαυρη φωτογραφία και την κομψή χορογραφία της κάμερας καθώς παρακολουθεί τους ηθοποιούς να κινούνται, συμπληρώνουν το ακατάσχετο, βίαιο λεκτικό παραλήρημα των τεσσάρων κύριων χαρακτήρων – συμβατικών μεσοαστών του πνιγηρού ακαδημαϊκού περιβάλλοντος της Νέας Αγγλίας – κατά τη διάρκεια της μοναδικής, μα αλησμόνητης, κοινής τους νύχτας. Καθόλου τυχαία, ο φακός είναι απομακρυσμένος από τους ήρωες στις στιγμές της ηρεμίας και δυσάρεστα εγγύς στις – πολύ περισσότερες – στιγμές της συναισθηματικής καταιγίδας.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Κινηματογράφος: «Badlands» (1973)

BADLANDS

«BADLANDS»






    Σε μια επαρχιακή πόλη των ΗΠΑ της δεκαετίας του 1950, ένας νεαρός περιπλανώμενος άνεργος (Μάρτιν Σιν) συνάπτει ερωτική σχέση με την δεκαπεντάχρονη Χόλυ (Σίσι Σπέισεκ). Όταν ο δεσμός τους γίνεται αντιληπτός από τον λιγομίλητο, συντηρητικό πατέρα της, ο τελευταίος της απαγορεύει να ξαναδεί τον Κιτ. Οι δύο νέοι επιχειρούν να το σκάσουν μαζί και, κατά τη διάρκεια μιας συμπλοκής, ο Κιτ πυροβολεί θανάσιμα τον πατέρα της ερωμένης του. Με την Αστυνομία στο κατόπι τους διασχίζουν τις μεσοδυτικές ΗΠΑ αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο και διαπράττοντας στην πορεία σωρεία φόνων, στην προσπάθειά τους να διαφύγουν τη σύλληψη. Με την απόπειρά τους για μοναχική ζωή εκτός πολιτισμού – στην καρδιά της φύσης – να αποδεικνύεται πλάνη, η τελική σύγκρουση με μια κοινωνία ομοιομορφίας είναι αναπόφευκτη.
    Το 1973, καταμεσής της εποχής του «Νέου Χόλιγουντ» που σάρωνε τον υπερατλαντικό κινηματογράφο αναβαθμίζοντας τον ρόλο του σκηνοθέτη ως καλλιτέχνη, ο νεαρός Τέρενς Μάλικ δημιούργησε με το ντεμπούτο του ένα μικρό κομψοτέχνημα σχεδόν μηδαμινού προϋπολογισμού, εμπνεόμενος από κάποιο αληθινό περιστατικό του 1957 και με μοντέλο το προγενέστερο Μπόνι και Κλάιντ. Το σενάριο είναι λιτό και οι διάλογοι απέριττοι – το φιλμ στηρίζεται κυρίως στους χαρακτήρες, στις εξαιρετικές ερμηνείες και στη σκηνοθεσία του. Εκείνος είναι πολυμήχανος, φιλόδοξος, όμορφος, αλλά απαίδευτος, κενός και αδιάφορος. Σέβεται τις δυνάμεις επιβολής του νόμου και την άρχουσα τάξη, μα πυροβολεί με το παραμικρό και ως μόνη προσβάσιμη οδό προς την «αναγνώριση» αντιλαμβάνεται το έγκλημα. Εγωκεντρικός και μοναχικός, έχει εμμονή με τον χρόνο που κυλά και τη φήμη που νομίζει πως πρέπει να αποκτήσει. Εκείνη είναι απλοϊκή, εξίσου κενή και βαριεστημένη, ζητώντας να καλύψει με οποιονδήποτε τρόπο τη μοναξιά και την ανία της. Προσκολλάται στον Κιτ και τον υπακούει, μα στην πραγματικότητα είναι αποστασιοποιημένη από τις περιπέτειες και τις αποφάσεις του. Αυτό που κατά βάθος αποζητά είναι να γνωρίσει τον κόσμο. Καθόλου τυχαία, όλη η ταινία είναι μία αναδρομική αφήγηση μέσω σπικάζ της Χόλι που παρεμβαίνει σποραδικά για να σχολιάσει τα δρώμενα εκτός πλάνου – από την αρχή γνωρίζουμε πως παρακολουθούμε μία προδιαγεγραμμένη τραγωδία με έναν μόνο επιζώντα.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Κινηματογράφος: «Ο επαναστάτης του Αλκατράζ» (1967)

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΑΛΚΑΤΡΑΖ

«POINT BLANK»





    Ο «Οργανισμός», ένας επιχειρηματικός όμιλος των ΗΠΑ που διασυνδέεται με τον υπόκοσμο και κινείται στον χώρο του οργανωμένου εγκλήματος, αξιοποιεί το εγκαταλελειμμένο νησί του Αλκατράζ στα ανοιχτά του Σαν Φρανσίσκο – πρώην φυλακή υψίστης ασφαλείας – ως σημείο ανταλλαγής μεγάλων χρηματικών ποσών από παράνομες δραστηριότητες. Ο Γουόκερ (Λη Μάρβιν) βοηθά τον φίλο του Μαλ Ρηζ, μέλος του Οργανισμού που έχει περιπέσει σε δυσμένεια καθώς χρωστά δεκάδες χιλιάδες δολάρια στους εργοδότες του, να διεισδύσει στο Αλκατράζ, να αναχαιτίσει μία νυχτερινή ανταλλαγή και να κλέψει το διακινούμενο ποσό. Ο Μαλ όμως, διατηρώντας ερωτικό δεσμό με τη σύζυγο του Γουόκερ και έχοντας ανάγκη το σύνολο των κλοπιμαίων προκειμένου να ξεπληρώσει το χρέος του και να αναρριχηθεί εκ νέου στην ιεραρχία, πυροβολεί τον συνεργάτη του ώστε να σφετεριστεί το μερίδιό του και τον αφήνει στο νησί, θεωρώντας τον νεκρό. Ορισμένα χρόνια μετά ο Γουόκερ, έχοντας θαυματουργά κατορθώσει να επιζήσει και να διαφύγει, προσεγγίζεται από έναν μυστηριώδη άνδρα με ύποπτα καλή πληροφόρηση και αποδέχεται μία ξεχωριστή αποστολή: πρέπει να καταστρέψει τον Οργανισμό, να δολοφονήσει τους ηγέτες του, συμπεριλαμβανομένου του Ρηζ, και με την ευκαιρία να διεκδικήσει τα 93000 δολάρια που του εκλάπησαν...
    Αστυνομικό θρίλερ με σημαντικές επιρροές από το φιλμ νουάρ αλλά και από την – επίκαιρη το 1967 – γαλλική νουβέλ βαγκ, κυρίως ως προς τον αντισυμβατικό χειρισμό του φιλμικού χωροχρόνου και ήχου, τις απρόσμενες εκρήξεις βίας και τις απότομες αλλαγές ρυθμού και τόνου στην αφήγηση. Ο Επαναστάτης του Αλκατράζ είναι η πρώτη πραγματικά σημαντική ταινία του Τζον Μπούρμαν και μπορεί να ενταχθεί στο ανανεωτικό Νέο Χόλιγουντ, τη χρονιά που αυτό λάμβανε σάρκα και οστά στην υπερατλαντική κινηματογραφική σκηνή. Το πρώτο ημίωρο της ταινίας αγγίζει την ψυχεδέλεια, μέσα από διάσπαρτα τμήματα κατακερματισμένης και μη γραμμικής αφήγησης, αδιαφανή χρονικά άλματα, ονειρική αίσθηση, απρόσμενες γωνίες λήψης και σκηνοθετικά τρικ (π.χ. ο απειλητικός ρυθμικός ήχος από το ταχύ βάδισμα του Γουόκερ επικαλύπτει συνεχόμενα πολλαπλές διαφορετικές σκηνές εκτυλισσόμενες σε διαφορετικούς χώρους, ώσπου καταλήγει στο βίαιο σπάσιμο της πόρτας του σπιτιού όπου διαμένει η πρώην σύζυγός του). Στη συνέχεια βεβαίως το φιλμ «εξομαλύνεται», με σποραδικές μόνο δόσεις παραισθητικής ποιότητας. Στυλιζαρισμένο, βίαιο και γοητευτικό, τοποθετεί τον ψυχρό και σκληροτράχηλο ήρωα σε μια παράλογη αποστολή (όπως του λένε προσπαθεί «να διαλύσει αυτή τη γιγάντια οργάνωση για ένα ασήμαντο ποσό 93000 δολαρίων») κάτω από την οποία κρύβεται απλή και καθαρή εκδίκηση. Ο συναισθηματικά ισοπεδωμένος χαρακτήρας του Γουόκερ και η ερμηνεία του Μάρβιν είναι στο επίκεντρο διατηρώντας σταθερό το ενδιαφέρον του θεατή, ακόμα και στα σημεία όπου η πλοκή μοιάζει να χωλαίνει, ενώ χάρη σ’ αυτόν οι πιο σουρεαλιστικές στιγμές (π.χ. ο καυγάς στο πολύχρωμο νυχτερινό κλαμπ με τη συνοδεία των φανκ κραυγών του τραγουδιστή) πετυχαίνουν να διατηρήσουν μια ισορροπία μεταξύ στυλιζαρίσματος και εύπεπτης αφήγησης.

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

Κινηματογράφος: «Αποκάλυψη τώρα: Redux» (2001)

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΡΑ: REDUX

«APOCALYPSE NOW: REDUX»




     Η έσχατη κατάβαση στα σκοτάδια της ψυχής, η απόλυτη καταγραφή μιας ανθρώπινης φύσης εξίσου ικανής για το «καλό» και το «κακό». Μία τρίωρη, ατμοσφαιρική και στέρεα δομημένη ταινία με αφετηρία τη γνωστή αποικιοκρατική νουβέλα του Τζόζεφ Κόνραντ Η καρδιά του σκότους, στο σύνορο μεταξύ ρομαντισμού και μοντερνισμού, που χρησιμοποιεί τη στρατιωτική σύγκρουση στο Βιετνάμ (1955 - 1975) ως πρόσχημα για να καταδείξει το διαχρονικό και πανανθρώπινο περιεχόμενό της. Ένα φιλμ πέρα από το φως και το σκοτάδι, πέρα από τον πόλεμο, με πολλαπλές και συμπληρωματικές ερμηνείες.
     Η εκπληκτική εισαγωγή, με τα ελικόπτερα να βομβαρδίζουν τη ζούγκλα, το πλάνο που ουσιαστικά δεν κινείται αλλά απλώς διευρύνεται, τη διπλοτυπία που παραλληλίζει τον ανεμιστήρα του δωματίου του πρωταγωνιστή με τις έλικες και με ηχητική υπόκρουση – πέρα από τον ήχο των τελευταίων – το απαγορευμένο τραγούδι «The End» των Doors, όχι μόνο επιδεικνύει τη μαεστρία του σκηνοθέτη και μας εισάγει στο κλίμα της ταινίας, αλλά απεικονίζει αμέσως τον βασικό πυρήνα της: τα όρια μεταξύ του ενδότερου και του εξωτερικού κόσμου αναιρούνται, η πραγματική μάχη δίνεται μέσα μας, ανάμεσα στους δύο εαυτούς μας, «αυτόν που σκοτώνει και αυτόν που αγαπά» όπως λέγεται στη συνέχεια. Όλο το φιλμ είναι μια επική ψυχολογική αλληγορία. Εξίσου εντυπωσιακή μοιάζει η εφόρμηση στο χωριό με τα ελικόπτερα υπό τον ήχο των Βαλκυριών του Βάγκνερ. Εξαιρετική σύλληψη την οποία διαδέχεται ο αποκαλυπτικός και αληθοφανέστατος βομβαρδισμός με ναπάλμ, ικανός να αφήσει άναυδο τον θεατή.