Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατά συρροή δολοφόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατά συρροή δολοφόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Κινηματογράφος: «Εν ψυχρώ» (1967)

ΕΝ ΨΥΧΡΩ

«IN COLD BLOOD»




    Σε μια επαρχιακή πόλη των ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950, ένας νεαρός αποφυλακίζεται και συναντάται με έναν παλιό του συγκρατούμενο. Μαζί αποφασίζουν να διαρρήξουν το σπίτι ενός αγρότη βασισμένοι στην υποψία ότι έχει κρυμμένα 10000 δολάρια. Το απρόσμενο μακελειό τους καθιστά φυγάδες με τέσσερις νεκρούς στο διάβα τους, ενώ η Αστυνομία προσπαθεί να τους ταυτοποιήσει και να τους εντοπίσει ως δράστες ενός φονικού ακατανόητου και παράλογου – το υποτιθέμενο χρηματοκιβώτιο ήταν στην πραγματικότητα ανύπαρκτο και τα λάφυρα περιορίζονται σε 43 δολάρια κι ένα παλιό ραδιόφωνο…
    Στηριγμένος στο ομώνυμο, σχεδόν μυθιστορηματικό βιβλίο του Τρούμαν Καπότε, ήδη διάσημου από το Πρόγευμα στου Τίφανις, ο σκηνοθέτης Ρίτσαρντ Μπρουκς μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τα γεγονότα γύρω από έναν μαζικό φόνο ο οποίος συγκλόνισε τη βορειοαμερικανική κοινή γνώμη του 1959. Ο Πέρι Σμιθ (Ρόμπερτ Μπλέικ) – ένας εθισμένος στην… ασπιρίνη βετεράνος της Κορέας – είναι βαρύθυμος, ευαίσθητος, με όνειρο να γίνει διασημότητα, με εκρήξεις βίας και βαρυνόμενος από ένα ιστορικό παιδικής κακοποίησης και εγκατάλειψης από τον μέθυσο και αγροίκο πατέρα του. Υπάρχουν στιγμές που αδυνατεί να διακρίνει τη φαντασίωση από την πραγματικότητα, αλλά και στιγμές όπου τον πλημμυρίζει οίκτος και διορατικότητα. Ο Ρίτσαρντ Χίκοκ (Σκοτ Γουίλσον) είναι αστείος, γοητευτικός, επαγγελματίας απατεώνας και ο «εγκέφαλος» του σχεδίου – επίσης δεν έχει ηθικούς ενδοιασμούς και είναι ο πιο πρόθυμος να μην αφήσει πίσω του μάρτυρες, αλλά χρειάζεται «κάποιον να πατήσει τη σκανδάλη». Από μόνοι τους είναι ακίνδυνοι, από κοινού δημιουργούν μία προσωπικότητα εκρηκτική και φονική… Το φιλμ παρακολουθεί τη διαδρομή από τη συνάντησή τους και τη σύλληψη του σχεδίου, μέχρι τον απαγχονισμό τους από τους κρατικούς δημίους πέντε χρόνια μετά. Ένα μικρό τμήμα της πλοκής αφορά και την αστυνομική έρευνα για την αναγνώριση και εύρεση των δραστών, από την επομένη του εγκλήματος μέχρι τη σύλληψη και τη δίκη τους. Πιστό στη δομή του βιβλίου όπου βασίστηκε, το φιλμ δεν περιγράφει τη νύχτα των φόνων παρά μόνο μέσω μνημονικής αναδρομής στο παρελθόν προς το φινάλε, οικοδομώντας έτσι με επιτυχία μία αύρα μυστηρίου κατά το μεγαλύτερο μέρος της διάρκειας όσον αφορά τις συνθήκες και τα αίτια του εγκλήματος. Αυτό είναι σημαντικό για μία ταινία η οποία συνολικά δεν στηρίζεται στην αγωνία αλλά στη θλίψη ¬– η ιστορία του Πέρι και του Ρίτσαρντ δεν έχει σασπένς, δεν έχει κινηματογραφική γοητεία, είναι απλώς θλιβερή.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Κινηματογράφος: «Badlands» (1973)

BADLANDS

«BADLANDS»






    Σε μια επαρχιακή πόλη των ΗΠΑ της δεκαετίας του 1950, ένας νεαρός περιπλανώμενος άνεργος (Μάρτιν Σιν) συνάπτει ερωτική σχέση με την δεκαπεντάχρονη Χόλυ (Σίσι Σπέισεκ). Όταν ο δεσμός τους γίνεται αντιληπτός από τον λιγομίλητο, συντηρητικό πατέρα της, ο τελευταίος της απαγορεύει να ξαναδεί τον Κιτ. Οι δύο νέοι επιχειρούν να το σκάσουν μαζί και, κατά τη διάρκεια μιας συμπλοκής, ο Κιτ πυροβολεί θανάσιμα τον πατέρα της ερωμένης του. Με την Αστυνομία στο κατόπι τους διασχίζουν τις μεσοδυτικές ΗΠΑ αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο και διαπράττοντας στην πορεία σωρεία φόνων, στην προσπάθειά τους να διαφύγουν τη σύλληψη. Με την απόπειρά τους για μοναχική ζωή εκτός πολιτισμού – στην καρδιά της φύσης – να αποδεικνύεται πλάνη, η τελική σύγκρουση με μια κοινωνία ομοιομορφίας είναι αναπόφευκτη.
    Το 1973, καταμεσής της εποχής του «Νέου Χόλιγουντ» που σάρωνε τον υπερατλαντικό κινηματογράφο αναβαθμίζοντας τον ρόλο του σκηνοθέτη ως καλλιτέχνη, ο νεαρός Τέρενς Μάλικ δημιούργησε με το ντεμπούτο του ένα μικρό κομψοτέχνημα σχεδόν μηδαμινού προϋπολογισμού, εμπνεόμενος από κάποιο αληθινό περιστατικό του 1957 και με μοντέλο το προγενέστερο Μπόνι και Κλάιντ. Το σενάριο είναι λιτό και οι διάλογοι απέριττοι – το φιλμ στηρίζεται κυρίως στους χαρακτήρες, στις εξαιρετικές ερμηνείες και στη σκηνοθεσία του. Εκείνος είναι πολυμήχανος, φιλόδοξος, όμορφος, αλλά απαίδευτος, κενός και αδιάφορος. Σέβεται τις δυνάμεις επιβολής του νόμου και την άρχουσα τάξη, μα πυροβολεί με το παραμικρό και ως μόνη προσβάσιμη οδό προς την «αναγνώριση» αντιλαμβάνεται το έγκλημα. Εγωκεντρικός και μοναχικός, έχει εμμονή με τον χρόνο που κυλά και τη φήμη που νομίζει πως πρέπει να αποκτήσει. Εκείνη είναι απλοϊκή, εξίσου κενή και βαριεστημένη, ζητώντας να καλύψει με οποιονδήποτε τρόπο τη μοναξιά και την ανία της. Προσκολλάται στον Κιτ και τον υπακούει, μα στην πραγματικότητα είναι αποστασιοποιημένη από τις περιπέτειες και τις αποφάσεις του. Αυτό που κατά βάθος αποζητά είναι να γνωρίσει τον κόσμο. Καθόλου τυχαία, όλη η ταινία είναι μία αναδρομική αφήγηση μέσω σπικάζ της Χόλι που παρεμβαίνει σποραδικά για να σχολιάσει τα δρώμενα εκτός πλάνου – από την αρχή γνωρίζουμε πως παρακολουθούμε μία προδιαγεγραμμένη τραγωδία με έναν μόνο επιζώντα.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Κινηματογράφος: «Μεμέντο» (2000)

ΜΕΜΕΝΤΟ

«MEMENTO»



    Ο Λέοναρντ Σέλμπυ (Γκάι Πιρς), πρώην ερευνητής ασφαλιστικής εταιρείας, πάσχει από απώλεια βραχυπρόθεσμης μνήμης: μετά τον βιασμό και φόνο της συζύγου του από κάποιον έμπορο ναρκωτικών, έχει χάσει την ικανότητα να σχηματίζει νέες μνήμες λόγω τραύματος στο κεφάλι. Αν και θυμάται τα πάντα για τον εαυτό του μέχρι τη στιγμή του φόνου, κάθε λίγα λεπτά ο εγκέφαλός του «επανεκκινεί», διαγράφοντας ό,τι έχει μεσολαβήσει από τότε. Ο Λέονταρντ έχει αναπτύξει ένα περίπλοκο σύστημα σημειώσεων, φωτογραφιών και τατουάζ στο ίδιο του το σώμα για να αντιμετωπίσει την πάθησή του, με έναν και μοναδικό στόχο: να εντοπίσει και να εκτελέσει τον δολοφόνο. Περιπλανώμενος στο Λος Άντζελες, ακολουθώντας φευγαλέες ενδείξεις με βάση τον αστυνομικό φάκελο της υπόθεσης, επισκεπτόμενος διάφορες πόλεις, έχει αναλάβει τον ρόλο ενός μονομανούς ντετέκτιβ που δεν γνωρίζει τον ίδιο του τον εαυτό και αγνοεί τις περασμένες πράξεις του. Εμείς παρακολουθούμε την τελευταία του στάση, όπου η συνάντησή του με τον αινιγματικό αλλά φιλικό Τέντι (Τζο Παντολιάνο) και τη γοητευτική αλλά επικίνδυνη Νάταλι (Κάρι-Αν Μος) θα σταθούν καταλύτες στη λύση του δράματος.
    Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, με τον Πιρς στο απόγειο της καριέρας του και τους Παντολιάνο και Μος φρέσκους μετά την επιτυχία του Μάτριξ (1999), είναι ένα ιδιόρρυθμο, ατμοσφαιρικό κράμα νεονουάρ και ψυχολογικού θρίλερ. Η femme fatale, ο ντετέκτιβ που αναζητά εκδίκηση, οι απανωτές ανατροπές, η παράνοια, ο πεσιμισμός και ο αστικός υπόκοσμος του εγκλήματος παρελαύνουν από την οθόνη με έναν μοναδικό και πρωτότυπο τρόπο, στηριγμένο στην ιδιαίτερη αφηγηματική δομή. Η τελευταία στάση της ιδιωτικής σταυροφορίας του Λέοναρντ έχει διαιρεθεί χρονικά από τον σεναριογράφο (τον ίδιο τον Νόλαν, με αφετηρία ένα διήγημα του αδερφού του) σε πρώτο και σε δεύτερο μέρος, με σημείο τομής μία κομβική στιγμή τραγικής συνειδητοποίησης για τον ήρωα. Και τα δύο μέρη έχουν στη συνέχεια τεμαχιστεί σε μικρές, αφηγηματικά αυτοτελείς ενότητες διαδεχόμενες η μία την άλλη. Κάθε τέτοια ενότητα αντιστοιχεί σε μία «λειτουργική» περίοδο του ήρωα, μεταξύ δύο αμνησιακών συμβάντων. Οι ενότητες του πρώτου μέρους απεικονίζονται με ασπρόμαυρη φωτογραφία και σε ορθή χρονική αλληλουχία, ενώ οι ενότητες του δεύτερου μέρους προβάλλονται έγχρωμες και σε αντίστροφη χρονική σειρά – από το τέλος προς την αρχή. Όλη η ταινία είναι μία αλληλοδιαδοχή «ασπρόμαυρων» και «έγχρωμων» ενοτήτων, πάντα υπό την απολύτως υποκειμενική οπτική γωνία του μονίμως ευρισκόμενου σε σύγχυση Λέοναρντ. Το περίπλοκο, μα άψογα εκτελεσμένο αυτό τρικ φτύνει κατά πρόσωπο τις συμβατικές αφηγηματικές δομές τριών πράξεων, ευνοεί επανειλλημμένες θεάσεις, πολλαπλασιάζει την τεχνική δεξιοτεχνία του μη γραμμικού σεναρίου, συμβαδίζει απολύτως με τις περιστάσεις που βιώνει ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας – ο πλέον αναξιόπιστος των αναξιόπιστων αφηγητών – και ενισχύει το νοηματικό περιεχόμενο του εγχειρήματος.

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Κινηματογράφος: «American Psycho» (2000)

AMERICAN PSYCHO



    Γουόλ Στριτ, 1987. Ο Πάτρικ Μπέιτμαν (Κρίστιαν Μπέιλ) είναι ένας εικοσιεπτάχρονος, πλούσιος και γοητευτικός γιάπης, ο οποίος ξοδεύει τον καιρό του απολαμβάνοντας μια εργένικη ζωή και φροντίζοντας φανατικά την εξωτερική του εμφάνιση. Οι συνάδελφοι και φίλοι του, η υποτιθέμενη μνηστή του, όλος του ο περίγυρος δαπανούν τον χρόνο τους σε ακριβά εστιατόρια, πάρτι με κοκαΐνη, νυχτερινά κλαμπ και ανούσιες διαμάχες για το πρεστίζ τους, χωρίς καμιά έγνοια για κανέναν άλλον πέρα από τον εαυτό τους. Ο Πάτρικ όμως κρύβει κι ένα μυστικό: ακατανίκητες δολοφονικές παρορμήσεις τον καταλαμβάνουν τις νύχτες.
    Η Καναδή σκηνοθέτης και σεναριογράφος Μαίρη Χάρον διασκευάζει για τη μεγάλη οθόνη το διαβόητο μυθιστόρημα του Αμερικανού Μπρετ Ίστον Έλις, από το 1991, αναλαμβάνοντας διαδοχικά τα ηνία μετά τους Όλιβερ Στόουν και Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ και με πρωταγωνιστή τον ανερχόμενο τότε Κρίστιαν Μπέιλ, ύστερα από την απομάκρυνση του Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Το εγχείρημα ανασυνθέτει την αύρα της ρηγκανικής, νεοσυντηρητικής Αμερικής του ’80, αποτυπώνοντας σατιρικά μια καρικατούρα της υπερκαταναλωτικής κουλτούρας των αμοραλιστών, εγωπαθών γιάπηδων της Γουόλ Στριτ, που αποθέωνε την ατομική απληστία και την υλική ευδαιμονία. Από τη μία, το εγχείρημα άνετα εντάσσεται στον κύκλο ταινιών «φιλοσοφικής συνωμοσίας» του τέλους της δεκαετίας του ’90 (Το Παιχνίδι, Άνοιξε τα μάτια και Ο δικηγόρος του Διαβόλου το 1997, Σκοτεινή πόλη και Ζωντανή μετάδοση το 1998, Η έκτη αίσθηση, eXistenZ, Fight Club και Μάτριξ το 1999, Μεμέντο το 2000), οι οποίες αναλύουν υπό ένα υποκειμενιστικό πρίσμα το εύπλαστο και το επίπλαστο στοιχείο στην ατομική ταυτότητα και στην κοινωνική πραγματικότητα, στο πλαίσιο της υπερκαταναλωτικής Δύσης του μετανεωτερικού καπιταλισμού. Ενός πολιτισμού κατακυριευμένου από τη διαφήμιση, τα ΜΜΕ και μία κανιβαλική ανταγωνιστικότητα μεταξύ των ατόμων. Η ευφυής επιλογή διατήρησης του μυθιστορηματικού σκηνικού της δεκαετίας του ’80, των χρόνων όπου ρίζωσε η νεοφιλελεύθερη ανασυγκρότηση μετά την κρίση του ‘70 και τέθηκαν οι βάσεις για το πολιτικοκοινωνικό κλίμα του μιλένιουμ, είναι ενδεικτική των προθέσεων των συντελεστών.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Επισκέπτης απ' την Κόλαση» (2001)

ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ ΑΠ' ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

«FROM HELL»






     Στο βικτωριανό Λονδίνο του 1888, ένας κατά συρροή δολοφόνος αρχίζει να δολοφονεί αποτρόπαια πόρνες της υποβαθμισμένης συνοικίας Γουάιτσαπελ, αφαιρώντας με χειρουργικό τρόπο σωματικά τους όργανα. Ο Επιθεωρητής Άμπερλαϊν της Μητροπολιτικής Αστυνομίας αναλαμβάνει να ξεδιαλύνει την υπόθεση, παρακινημένος από προφητικά οράματα που βλέπει υπό την επήρεια οπίου, αψεντιού ή άλλων ψυχοτρόπων ουσιών. Όταν όμως αντιλαμβάνεται πως τα θύματα γνωρίζονταν μεταξύ τους και διατηρούσαν φιλικές σχέσεις ενώ ταυτόχρονα πιθανολογεί πως ο «Τζακ ο Αντεροβγάλτης», όπως αποκαλεί τον φονιά ο Τύπος, είναι ιατρός με προχωρημένες γνώσεις ανθρώπινης ανατομίας, έρχεται σε σύγκρουση με μια συνωμοσία σιωπής της άρχουσας κοινωνικής τάξης εκτεινόμενη από τις Μυστικές Υπηρεσίες και τις τεκτονικές αδελφότητες του Λονδίνου, μέχρι την ίδια τη βασιλική Αυλή…
    Με αφετηρία μία γνωστή και ευφάνταστη – φυσικά αποδεδειγμένα εσφαλμένη – θεωρία συνωμοσίας σχετικά με την πραγματική ταυτότητα του διασημότερου ασύλληπτου κατά συρροή δολοφόνου, ο πετυχημένος κομίστας Άλαν Μουρ (Watchmen, V For Vendetta) έγραψε τη δεκαετία του 1990 ένα ατμοσφαιρικό κόμικ, επηρεασμένο από τις εκκεντρικές αντιλήψεις του για τον χρόνο, την Ιστορία και τη μεταφυσική. Το 2001 διανεμήθηκε στις σκοτεινές αίθουσες η χολιγουντιανή, κινηματογραφική εκδοχή αυτής ακριβώς της μυθοπλασίας, με εξαιρετικούς ηθοποιούς - αστέρες στους κύριους ρόλους (Τζόνι Ντεπ, Ίαν Χολμ). Οι σκηνοθέτες Αδελφοί Χιουζ, γνωστοί από παλιότερα φιλμ για τα μητροπολιτικά γκέτο των Αφροαμερικανών στις ΗΠΑ, μεταφέρουν με μαεστρία στη μεγάλη οθόνη το αυθεντικό κλίμα του συννεφιασμένου και βρώμικου βικτωριανού Λονδίνου της πρώιμης αστικής εκβιομηχάνισης, των τεράστιων ταξικών διαιρέσεων, του άκρατου κοινωνικού συντηρητισμού, του αισιόδοξου επιστημονικού θετικισμού, της διαφθοράς μιας υποκριτικής και ανεξέλεγκτης εξουσίας, των αναδυόμενων σοσιαλιστικών αλλά και αντισημιτικών κινημάτων, της εποχής του αψεντιού, των μποέμ και των αποκρυφιστών στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας – το κλίμα της αυγής του μοντέρνου κόσμου.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Seven» (1995)

SEVEN

«SEVEN»




     Μία ατμοσφαιρική και στέρεα ταινία με αντισυμβατικό φινάλε και ίχνη νουάρ αισθητικής, το «Blade Runner της δεκαετίας του ’90» όπως αποκλήθηκε, η δεύτερη μεγάλη κινηματογραφική δουλειά του παλαίμαχου σκηνοθέτη μουσικών βιντεοκλίπ Ντέιβιντ Φίντσερ, ύστερα από την τραυματική γι' αυτόν παραγωγή του Alien 3 το 1992. Το Seven είναι όλα αυτά και ακόμα περισσότερα: το πιο πεσιμιστικό και σκοτεινό αστυνομικό θρίλερ της εποχής του. Η πλοκή εύκολα υπερβαίνει τα αφηγηματικά κλισέ στα οποία στηρίζεται – αταίριαστο αλλά αποτελεσματικό δίδυμο ερευνητών με αντικρουόμενες αντιλήψεις, ένας βετεράνος και ένας νεοσύλλεκτος, παγιδεύεται στο νοσηρό διανοητικό παιχνίδι ενός δαιμόνιου κατά συρροή δολοφόνου – επιχειρώντας ένα βαθύτερο σχόλιο και μια σπουδή χαρακτήρων, εστιάζοντας όχι στις πράξεις αλλά στα κίνητρα. Η ηθική σήψη και η παρακμή του δυτικού πολιτισμού επικρατούν στα πλάνα του Φίντσερ, δίνοντας στην ταινία έναν υπόγειο αποκαλυπτικό τόνο. Η κουλτούρα μας έχει διανύσει το τελευταίο της στάδιο και επιστρέφει στις ρίζες της, στην Αναγέννηση και στους λογοτεχνικούς εκφραστές της – τον Δάντη Αλιγκέρι, τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ, τον Τζον Μίλτον. Αυτοί και τα γραπτά τους, σχετικά με τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, είναι που θα δώσουν σε δύο τελείως διαφορετικούς αλλά και τόσο ίδιους ανθρώπους το έναυσμα για να συνειδητοποιήσουν το περιβάλλον σκότος.
     Ο ένας είναι ο ανώνυμος κατά συρροή δολοφόνος, που θεωρεί ότι ο μόνος τρόπος για να ακούσουν οι άνθρωποι το «κήρυγμά» του είναι να αποδώσει δικαιοσύνη σε επτά άτομα καθένα από τα οποία διέπραξε ένα από τα αμαρτήματα της μεσαιωνικής χριστιανικής φιλολογίας, δολοφονώντας τα με έναν ξεχωριστό, θεατρικό τρόπο ανάλογο της αμαρτίας τους και που παραπέμπει άμεσα σ’ αυτήν. Έτσι πιστεύει ότι ο κόσμος θα πάψει να προσπερνά την ηθική κατάπτωση και θα αφυπνιστεί από τον λήθαργο. Ο δεύτερος είναι ο μοναχικός, εγκεφαλικός, έμπειρος, κυνικός, ψύχραιμος, αλλά ευαίσθητος και καλλιεργημένος ντετέκτιβ της Αστυνομίας Ουίλιαμ Σόμερσετ (ένας κομψός και υπέροχα συγκρατημένος Μόργκαν Φρίμαν), μία εβδομάδα μόνο πριν από την εκούσια, πρόωρη συνταξιοδότησή του. Μην υποφέροντας άλλο τη βίαιη ζωή στην καταθλιπτική, πνιγηρή, υγρή και ανώνυμη μεγαλούπολη των ΗΠΑ όπου λαμβάνει χώρα η ιστορία, με τα σαπισμένα απ’ τη βροχή κτήρια μπαρόκ αισθητικής σαν ακόμα στεκούμενα ερείπια περασμένων μεγαλείων, επιθυμεί να παραιτηθεί και να δραπετεύσει από την αστική σήψη. Έχει προβεί ακριβώς στην ίδια παρατήρηση με τον φονιά: η διαφθορά, η αδιαφορία για τον πλησίον και η παρακμή επικρατούν στη σύγχρονη κοινωνία. Το επάγγελμά του ευθύνεται για την οδυνηρά βαθιά επίγνωση αυτής της κατάστασης, αφού ακόμα και ο ίδιος χρησιμοποιεί περιστασιακά αθέμιτα μέσα για να πετύχει τους στόχους του. Όμως η φύση του είναι αθώα και σε αντίθεση με τον ψυχικά διαταραγμένο, μεθοδικό αντίπαλό του δεν επινοεί καμία νοσηρή διέξοδο μισανθρωπίας, καταλήγοντας στην παραίτηση.

Σάββατο 28 Ιουλίου 2012

Κινηματογράφος: «Χάνιμπαλ» (2001)

ΧΑΝΙΜΠΑΛ

«HANNIBAL»




    Μια επταετία μετά την απόδραση του Χάνιμπαλ Λέκτερ, ο Μέισον Βέρτζερ έχει επικηρύξει ιδιωτικά τον εξαφανισμένο κανίβαλο για λόγους εκδίκησης. Πρόκειται για έναν πάμπλουτο και παράλυτο μεγιστάνα από τις ΗΠΑ με τερατωδώς παραμορφωμένη όψη – επιζώντα μίας νοσηρής αναμέτρησης με τον ψυχοπαθή ψυχίατρο, μία εικοσαετία νωρίτερα. Στόχος του είναι να συλλάβει, να βασανίσει και να εκτελέσει τον Λέκτερ στα κρυφά, με τη συνεργασία μισθοφόρων, έμμισθων υπαλλήλων του και διεφθαρμένων κρατικών λειτουργών. Την ίδια στιγμή, το FBI και η Ιντερπόλ επίσης αναζητούν τον ιδιοφυή κανίβαλο, πιστεύοντας ότι έχει καταφύγει στη Λατινική Αμερική, ενώ η τριαντατριάχρονη Κλαρίς Στάρλινγκ – έμπειρη πλέον πράκτορας του FBI – πέφτει σε υπηρεσιακή δυσμένεια ύστερα από ένα ατυχές μακελειό όπου ενεπλάκη. Σύντομα αναμειγνύεται τεχνηέντως στην απόπειρα ενός τυχοδιώκτη αξιωματικού της ιταλικής Αστυνομίας, του αριστοκρατικής καταγωγής Ρινάλντο Πάτσι, να εντοπίσει κρυφά τον Λέκτερ και να τον παραδώσει στους άνδρες του Βέρτζερ έναντι αμοιβής. Όλο αυτό το διάστημα ο Δόκτωρ κρύβεται στην αγαπημένη του Φλωρεντία ως υπάλληλος βιβλιοθήκης, και περιμένει…
    Ο συγγραφέας Τόμας Χάρις κυκλοφόρησε τη λογοτεχνική συνέχεια της Σιωπής των αμνών (1988) το 1999. Το μυθιστόρημα Χάνιμπαλ επιχειρεί να εξανθρωπίσει τον Λέκτερ και απέναντι στα ύψη της μεγαλοφυίας του αντιπαραθέτει μία γκάμα χαρακτήρων οι οποίοι παραπέμπουν, κυρίως μέσω της γραφής, στη ζωώδη κατάσταση και στα πλέον ποταπά ανθρώπινα ένστικτα. Έτσι, ο Μέισον Βέρτζερ αναδεικνύεται στο πραγματικό τέρας ενός μυθιστορήματος σημαντικά διαφορετικού και ποιοτικά κατώτερου από τα προγενέστερα. Ο Χάρις εδώ πλάθει χαρακτήρες στα όρια της καρικατούρας, εξαφανίζει το γοητευτικότερο στοιχείο της Σιωπής – την πολύπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ Κλαρίς και Χάνιμπαλ – αφού οι δύο ήρωες κινούνται τώρα σε διαφορετικές ηπείρους κατά το μεγαλύτερο τμήμα της πλοκής, ενώ σπάει το καλούπι του αναδεικνύοντας τον Λέκτερ σε πανταχού παρόντα πρωταγωνιστή, τη στιγμή που στα παλιότερα δύο μυθιστορήματα ήταν σημαντικός μεν, αλλά απλώς υποστηρικτικός χαρακτήρας. Εδώ η βασική πλοκή δεν αφορά την καταδίωξη ενός νέου, άγνωστου δολοφόνου, αλλά το διεθνές και πολύπλευρο ανθρωποκυνηγητό για τον ίδιο τον ιδιοφυή και καλλιεργημένο ψυχίατρο με τις κανιβαλικές τάσεις. Το τελικό αποτέλεσμα απλώς δεν λειτουργεί, αφού ο Λέκτερ επικρατεί τόσο εύκολα και τόσο απόλυτα στην ιστορία, που εξαφανίζει σχεδόν οτιδήποτε άλλο. Η κομψή δομή, η πλούσια πλοκή και το πολυεπίπεδο περιεχόμενο της Σιωπής των αμνών εδώ έχουν πάει περίπατο. Ο Χάρις αναπληρώνει το κενό με έναν μάλλον φτηνιάρικο τρόπο, υπερτονίζοντας τις απρόσμενες εκρήξεις φρικώδους βίας του Λέκτερ (μέσα από ευφάνταστες σκηνές φόνων, κυρίως όταν απειλείται), τη σχεδόν υπεράνθρωπη ευφυΐα του (με τις διαρκείς λογοτεχνικές περιηγήσεις στα «παλάτια της μνήμης του»), μα και τον ερωτισμό στο υπόβαθρο της γνωριμίας του με την Κλαρίς (ειδικά στον φαιδρά χαρωπό επίλογο, μία διετία μετά, ο οποίος τους περιγράφει να ζούνε incognito ως ζευγάρι στο Μπουένος Άιρες). Τα προβλήματα επιδεινώνονται από την εξαιρετικά φλύαρη, άτσαλη και παντελώς κινηματογραφική γραφή – όπου ακόμη και όταν ο παντογνώστης αφηγητής διαρρηγνύει την ψευδαίσθηση της αφήγησης και απευθύνεται απευθείας στον αναγνώστη, δεν λειτουργεί παρά ως λογοτεχνική «κάμερα» –, ενώ ο χαρακτήρας του καρδιοπαθούς και στα πρόθυρα της συνταξιοδότησης Τζακ Κρώφορντ είναι πια διακοσμητικός. Μόνον η δεύτερη από τις έξι ενότητες του μυθιστορήματος – περίπου εκατό σελίδες στη Φλωρεντία, όπου ο επαρκώς ανάγλυφος και πολυδιάστατος χαρακτήρας του Πάτσι προσπαθεί να συλλάβει τον Λέκτερ κατ’ ιδίαν ως κυνηγός επικυρηγμένων – παραπέμπει στο σφρίγος, στη μελετημένη κλιμάκωση και στην αγωνία των προηγούμενων βιβλίων του Χάρις.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Κινηματογράφος: «Η σιωπή των αμνών» (1991)

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΜΝΩΝ

«SILENCE OF THE LAMBS»




    Ένας κατά συρροή δολοφόνος στις σύγχρονες ΗΠΑ – με το προσωνύμιο Μπάφαλο Μπιλ – απάγει, εκτελεί και γδέρνει νεαρές γυναίκες. Το FBI ερευνά την υπόθεση μα βρίσκεται σε αδιέξοδο. Ο πράκτορας Τζακ Κρώφορντ (Σκοτ Γκλεν) είναι επικεφαλής του Τμήματος Συμπεριφορικής Επιστήμης, υπεύθυνου για την κατάρτιση ψυχολογικών προφίλ για τους δράστες εγκλημάτων, ώστε να είναι ευκολότερος ο εντοπισμός υπόπτων. Προσπαθώντας να ανακαλύψει τον Μπάφαλο Μπιλ, αναθέτει στη νεαρή εκπαιδευόμενη του Γραφείου Κλαρίς Στάρλινγκ (Τζόντι Φόστερ) να αποσπάσει συνεντεύξεις από τον έγκλειστο σε φυλακή υψίστης ασφαλείας ψυχίατρο Χάνιμπαλ Λέκτερ (Άντονι Χόπκινς), ιδιοφυή και καλλιεργημένο κανίβαλο ο οποίος είχε συλληφθεί παλαιότερα ως κατά συρροή δολοφόνος, με την ελπίδα ότι μπορεί να γνωρίζει κάτι...
     Το 1988 ο εμπορικός Αμερικανός συγγραφέας Τόμας Χάρις επιχείρησε να επαναλάβει την τεράστια επιτυχία του λογοτεχνικού Κόκκινου δράκου (1981) – μυθιστορήματος-οροσήμου στον χώρο του αστυνομικού θρίλερ – με την άτυπη συνέχειά του Η σιωπή των αμνών. Οι δύο κεντρικότεροι χαρακτήρες του Δράκου, ο κατά συρροή δολοφόνος Φράνσις Ντόλαριντ και ο πράκτορας του FBI Γουίλ Γκράχαμ δεν επανεμφανίστηκαν, αφού ο ένας ήταν νεκρός και ο άλλος οριστικά εκτός ενεργού δράσης μετά τα γεγονότα του προηγούμενου βιβλίου. Αντ' αυτών, ο Χάρις αναβάθμισε σε συμπρωταγωνιστές της λογοτεχνικής Σιωπής δύο δευτερεύοντες χαρακτήρες του Δράκου: τον Τζακ Κρώφορντ, τέως προϊστάμενο του Γκράχαμ, και τον χαρισματικό, καλλιεργημένο, κανίβαλο ψυχίατρο Χάνιμπαλ Λέκτερ, αδιαμφισβήτητο άρχοντα των ψυχασθενών δολοφόνων. Στο πλάι τους εισήγαγε τα δύο νέα τους πιόνια: τον ψυχοπαθή κατά συρροή φονιά και εκδορέα γυναικών «Μπάφαλο Μπιλ» και τη νεοσύλλεκτη, εκπαιδευόμενη πράκτορα του FBI Κλαρίς Στάρλινγκ. Αν και ποτέ δεν ομολογείται ρητά, τόσο ο Λέκτερ όσο και ο Κρώφορντ έβλεπαν την Κλαρίς, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, ως πρόπλασμα από το οποίο θα κατασκεύαζαν τον επόμενο Γουίλ Γκράχαμ μέσω της υπόθεσης Μπάφαλο Μπιλ.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Η νύχτα με τις μάσκες» (1978)

ΤΖΟΝ ΚΑΡΠΕΝΤΕΡ


Η ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΙΣ ΜΑΣΚΕΣ

«HALLOWEEN»




     Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 διανεμήθηκε στις αίθουσες μία ανεξάρτητη ταινία-σταθμός η οποία καθιέρωσε την – προϋπάρχουσα – σχολή του «σλάσερ» στον χώρο του κινηματογράφου τρόμου και φρίκης. Η ταινία δεν ήταν άλλη από το Halloween, που κατέστησε διάσημους και πλούσιους τον σκηνοθέτη Τζον Κάρπεντερ και την πρωταγωνίστρια Τζέιμι Λι Κέρτις. Η Νύχτα με τις μάσκες γνώρισε τουλάχιστον οκτώ συνέχειες κατά την επόμενη εικοσαετία – πλήρως αποτυχημένες καλλιτεχνικά – και αμέτρητους μιμητές, με βασικότερη την κάκιστη κινηματογραφική σειρά Παρασκευή και 13 (το πρώτο σλάσερ από μεγάλο χολιγουντιανό στούντιο). Το στοιχείο του σπλάτερ – ωμή και απροκάλυπτη βία, με λεπτομερείς απεικονίσεις τραυματισμών και αιματοχυσιών επί της οθόνης – δεν έκανε πρώτη φορά την εμφάνισή του σε φιλμ το 1978 βεβαίως, καθώς είχαν προηγηθεί η Υστερία του ’74, ο τραχύτερος και πολύ αιματηρότερος Σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι του ’75 και τα αμέτρητα ιταλικά τζιάλο, αλλά η Νύχτα με τις μάσκες, χωρίς καν πολύ σπλάτερ, είναι η πρώτη που γνώρισε μαζική αποδοχή από κοινό, στούντιο και κριτικούς και δημιούργησε τη μόδα των αμέτρητων και κάκιστων συνεχειών, η οποία τελικά μόνο ζημιά έκανε στην κατηγορία. Είναι επίσης ο τελευταίος κρίκος σε μια αλυσίδα ταινιών τρόμου ή θρίλερ με την αφετηρία της δέκα χρόνια πριν (με τη Νύχτα των ζωντανών νεκρών και το Μωρό της Ρόζμαρι του 1968), οι οποίες – ενώ ταυτόχρονα ο Στίβεν Κινγκ πετύχαινε το ίδιο στη λογοτεχνία – μετέφεραν τον φιλμικό χωρόχρονο του τρόμου στη σύγχρονη επαρχιακή, μητροπολιτική ή προαστιακή καθημερινότητα, αντί για το σύνηθες ως τότε γοτθικό / ιστορικό σκηνικό, προξενώντας πολλαπλάσια ρίγη ανατριχίλας στον μοντέρνο άνθρωπο της Δύσης.
     Το σενάριο είναι απλό: ο Μάικλ Μάγιερς, διαταραγμένος νους που στα έξι του χρόνια κατακρεούργησε τη μεγαλύτερη αδελφή του, αποδρά ύστερα από δεκαπέντε χρόνια εγκλεισμού σε ψυχιατρική κλινική και επιστρέφει στη μικρή επαρχιακή γενέτειρα πόλη του, ανήμερα της γιορτής των Αγίων Πάντων (το καρναβάλι των ΗΠΑ όπου μασκαρεμένα παιδιά περιφέρονται από σπίτι σε σπίτι ζητώντας χρήματα και κεράσματα) – επέτειο του θανάτου της αδελφής του. Ο ψυχίατρός του Σαμ Λούμις, γνωρίζοντας πως ο Μάγιερς είναι ικανός για φόνο, τον ακολουθεί για να τον σταματήσει και ειδοποιεί τον τοπικό Σερίφη σχετικά με τον κίνδυνο. Ο επικίνδυνος ψυχοπαθής παρακολουθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας – φορώντας διαρκώς μία πάλλευκη μάσκα – μία παρέα εφήβων μαθητριών, εργαζόμενες τις νύχτες ως μπέιμπισιτερ έναντι αμοιβής. Το ίδιο βράδυ του Χαλογουίν αρχίζει να τις σφαγιάζει μεθοδικά μία-μία μαζί με τους συνομήλικους ερωτικούς συντρόφους τους και μόνο η πρωταγωνίστρια Λόρι Στρόοντ (Τζέιμι Λι Κέρτις), παρθένα που απεχθάνεται τις καταχρήσεις σε ναρκωτικά και αλκοόλ, διαφεύγει επανειλημμένα. Τελικά η Λόρι καλεί σε βοήθεια τον Λούμις, που περιπολούσε στην πόλη αναζητώντας τον ασθενή του, και ο ψυχοπαθής πέφτει κάτω χτυπημένος από τις σφαίρες του όπλου του. Σύντομα όμως βλέπουμε πως το «πτώμα» του εξαφανίζεται και υποθέτουμε ότι «ο θάνατος είναι ακόμα ζωντανός»…