Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Κινηματογράφος: «Άνοιξε τα μάτια» (1997)

ΑΝΟΙΞΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ

«ABRE LOS OJOS»




     Ο 25χρονος Σεζάρ, ορφανός αλλά πλούσιος και γοητευτικός κληρονόμος μίας αλυσίδας εστιατορίων στη Μαδρίτη, απολαμβάνει αμέριμνα την άνετη ζωή και τη σημαντική επιτυχία του στις γυναίκες. Το κύριο πρόβλημά του τον τελευταίο καιρό είναι η προσκόλληση επάνω του της Νούρια, μίας πρόσφατης γνωριμίας με την οποία έκανε έρωτα δύο φορές αλλά γνωρίζει ελάχιστα. Όταν στο πάρτι γενεθλίων του η Νούρια εισβάλλει απρόσκλητη και τον παρενοχλεί, ο Σεζάρ χρησιμοποιεί ως μέσον διαφυγής τη γλυκιά ηθοποιό Σοφία – τη νέα φιλενάδα του καλύτερου φίλου του Πελάγιο. Πολύ γρήγορα, οι δυο τους εγκαταλείπουν το πάρτι, τη Νούρια και τον Πελάγιο για να περάσουν μία ευχάριστη νύχτα στο σπίτι της ηθοποιού. Ο Σεζάρ πιστεύει ότι η Σοφία είναι ο έρωτας της ζωής του – το επόμενο όμως πρωινό η Νούρια, σε μία έκρηξη ζήλειας, θα επιχειρήσει να τον δολοφονήσει και ταυτόχρονα να αυτοκτονήσει. Επιτυγχάνει μόνο το δεύτερο, αλλά ο Σεζάρ επιβιώνει με πρόσωπο παραμορφωμένο πολύ πέρα από τις δυνατότητες επέμβασης της πλαστικής χειρουργικής. Η Σοφία επιστρέφει στον Πελάγιο και ο Σεζάρ βλέπει τον κόσμο του να γκρεμίζεται. Ξαφνικά, ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, όλα αλλάζουν προς το καλύτερο: η ιατρική ομάδα η οποία τον επέβλεπε κατορθώνει να επαναφέρει την εμφάνισή του με νέες χειρουργικές μεθόδους, ενώ η Σοφία παρατά τον Πελάγιο και συνάπτει δεσμό μαζί του. Η ευτυχία ωστόσο δεν διαρκεί πολύ: παράδοξα παραισθητικά συμβάντα, διπλοπροσωπίες, κενά μνήμης και η εικόνα της Νούρια στοιχειώνουν σύντομα τον Σεζάρ, ώσπου βρίσκεται κατηγορούμενος για φόνο – το όνειρο έχει μετατραπεί σε εφιάλτη...
    Σε πρώτο επίπεδο έχουμε ένα θρίλερ με απροκάλυπτα ηθικολογική βάση, μια όχι πολύ διακριτική διδακτική παραβολή περί ματαιοδοξίας. Το εγωκεντρικό, ρηχό και όμορφο πλουσιόπαιδο χάνει σε μία στιγμή τη γοητεία του και νιώθει την αξία της ζωής του να εκμηδενίζεται, όσο «η γυναίκα της ζωής του» απομακρύνεται ταχύτατα. Μέσω του πλούτου του διορθώνει την κατάσταση, όμως πρέπει να πληρώσει το τίμημα. Σε δεύτερο επίπεδο, πρόκειται για μία απλή μεταφορά όπου η εσωτερική ασχήμια της προσωπικότητας του εγωιστή Σεζάρ αντανακλάται στην εξωτερική του φυσική παραμόρφωση, φέρνοντας στην επιφάνεια την ασυνείδητη απέχθεια του ίδιου για τον χαρακτήρα του και οδηγώντας τον στην παραφροσύνη, όσο η αντιληπτή πραγματικότητα αρχίζει να μοιάζει με παράδοξο εφιάλτη.
    Σε τρίτο επίπεδο, το Άνοιξε τα μάτια του 25χρονου τότε Ισπανού σκηνοθέτη Αλεχάντρο Αμεναμπάρ συγχρονίστηκε άψογα με τον παλμό της εποχής και την αλυσίδα ταινιών «φιλοσοφικής συνωμοσίας» οι οποίες πραγματεύονταν ζητήματα πλαστής ή ελλιπούς μνήμης, ετεροκαθορισμένης ταυτότητας, κατακερματισμένης προσωπικότητας και ψευδαισθητικής πραγματικότητας (Παιχνίδι και Ο δικηγόρος του Διαβόλου το 1997, Ζωντανή μετάδοση και Σκοτεινή πόλη το 1998, Η έκτη αίσθηση, eXistenZ, Fight Club και Μάτριξ το 1999, Μεμέντο και American Psycho το 2000). Η οντολογική αμφιβολία, οι πολλαπλές πραγματικότητες, η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ ονειρικού και αληθινού κόσμου, ο τονισμός της υποκειμενικότητας της αντίληψης, παραπέμπουν στη λογοτεχνία του Φίλιπ Ντικ, προοικονομούν το πασίγνωστο Μάτριξ και φέρνουν στο προσκήνιο το υπαρξιακό άγχος μίας επίπλαστα ευημερούσας μετανεωτερικής Δύσης, ελάχιστα πριν την αλλαγή της χιλιετίας. Ο Αμεναμπάρ αναμειγνύει με άνεση τις αφηγηματικές κατηγορίες, στηριζόμενος όμως κυρίως σε ένα ψυχολογικό θρίλερ μητροπολιτικού σκηνικού – εμπλουτισμένο με χιτσκοκικές αναφορές και απόκοσμα στοιχεία της πιο γκροτέσκας παράδοσης του τρόμου: π.χ. η προσθετική μάσκα πίσω από την οποία κρύβεται ο πρωταγωνιστής στο παρόν, η διπλοπροσωπία Νούρια - Σοφία ή μεταξύ των δύο εκδοχών του Σεζάρ, το απειλητικό παραφυσικό συμβάν στο μπαρ κοκ. Σε αυτή τη βάση προσαρτώνται με αρμονικό τρόπο χαρακτηριστικά ρομαντικού μελοδράματος, ίχνη νουάρ, αλλά και ευδιάκριτες δόσεις επιστημονικής φαντασίας: το εισαγωγικό όνειρο της αλλόκοτα κενής πόλης, η εμπλοκή της εταιρείας κρυονικής κατάψυξης, οι αναφορές στην εικονική πραγματικότητα.
    Η αλήθεια είναι πως το φιλμ διαθέτει μονοδιάστατους χαρακτήρες και ορισμένους αναληθοφανείς διαλόγους. Το πρόβλημα επιδεινώνεται από την αδυναμία του κοινού να συμπονέσει τον νάρκισσο Σεζάρ, το σημείο εστίασης της αφήγησης, κατά το πρώτο ήμισυ της διάρκειας της ταινίας. Τέλος, σε επίπεδο περιεχομένου το Άνοιξε τα μάτια μοιάζει ελλιπώς επεξεργασμένο και ίσως κάπως ανώριμο. Εκεί τελειώνουν οι όποιες ενστάσεις απέναντι στο εγχείρημα. Οι συντελεστές δίνουν από το πρώτο δευτερόλεπτο και με μεγάλη μαεστρία έμφαση στο μυστήριο και στην ατμόσφαιρα, με μία άψογα δομημένη, δαιδαλώδη και αινιγματική πλοκή να παρασύρει άκοπα τον θεατή. Ο κορμός του φιλμ είναι μία εξιστόρηση όσων προηγήθηκαν εκ μέρους ενός φρικτά παραμορφωμένου και κατηγορούμενου για φόνο Σεζάρ, μόνιμα κρυμμένου πίσω από την αλλόκοτη προσθετική μάσκα, στον ψυχίατρο της φυλακής Αντόνιο. Το εν λόγω εύρημα αναδρομικής αφήγησης μεγεθύνει την αύρα του μυστηρίου και δίνει εξαιρετικό ρυθμό, εναλλάσσοντας την απεικόνιση της βασικής πλοκής με τις συνομιλίες μεταξύ του ευρισκόμενου σε πλήρη σύγχυση πρωταγωνιστή και του Αντόνιο. Οι ηθοποιοί ανταποκρίνονται πλήρως στις απαιτήσεις των ρόλων τους, η σκοτεινή, ψυχρή φωτογραφία αιχμαλωτίζει την όραση και ενισχύει την παραισθητική ποιότητα της ταινίας, η στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία τονίζει άλλοτε τις υπόνοιες περί ονείρου – π.χ. με λοξά πλάνα – και άλλοτε τη μοναξιά και απομόνωση του παραμορφωμένου Σεζάρ – π.χ. με το καδράρισμα στις σκηνές του κλαμπ –, το ταχύρυθμο μοντάζ συντηρεί ένα τεταμένο κλίμα, ενώ η μουσική υπόκρουση με τις τριπ χοπ αποχρώσεις δένει άψογα με τις σκηνές τις οποίες συνοδεύει. Το φινάλε υποδηλώνει μία εξέλιξη στον χαρακτήρα του πρωταγωνιστή και μετασχηματίζει το φιλμ σε μία επίπονη πορεία προς την αυτογνωσία και τη συναισθηματική ωρίμανση.
    Η ταινία επαινέθηκε από τους κριτικούς, αγαπήθηκε από το κοινό, βραβεύτηκε σε διεθνή φεστιβάλ και γνώρισε ένα – αποτυχημένο – χολιγουντιανό, αγγλόφωνο ριμέικ με τον Τομ Κρουζ το 2001 (Vanilla Sky), όπου η Πενέλοπε Κρουζ επανέλαβε τον ρόλο της Σοφία.