Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Επισκέπτης απ' την Κόλαση» (2001)

ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ ΑΠ' ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

«FROM HELL»




     Στο βικτωριανό Λονδίνο του 1888, ένας κατά συρροή δολοφόνος αρχίζει να δολοφονεί αποτρόπαια πόρνες της υποβαθμισμένης συνοικίας Γουάιτσαπελ, αφαιρώντας με χειρουργικό τρόπο σωματικά τους όργανα. Ο Επιθεωρητής Άμπερλαϊν της Μητροπολιτικής Αστυνομίας αναλαμβάνει να ξεδιαλύνει την υπόθεση, παρακινημένος από προφητικά οράματα που βλέπει υπό την επήρεια οπίου, αψεντιού ή άλλων ψυχοτρόπων ουσιών. Όταν όμως αντιλαμβάνεται πως τα θύματα γνωρίζονταν μεταξύ τους και διατηρούσαν φιλικές σχέσεις ενώ ταυτόχρονα πιθανολογεί πως ο «Τζακ ο Αντεροβγάλτης», όπως αποκαλεί τον φονιά ο Τύπος, είναι ιατρός με προχωρημένες γνώσεις ανθρώπινης ανατομίας, έρχεται σε σύγκρουση με μια συνωμοσία σιωπής της άρχουσας κοινωνικής τάξης εκτεινόμενη από τις Μυστικές Υπηρεσίες και τις τεκτονικές αδελφότητες του Λονδίνου, μέχρι την ίδια τη βασιλική Αυλή…
    Με αφετηρία μία γνωστή και ευφάνταστη – φυσικά αποδεδειγμένα εσφαλμένη – θεωρία συνωμοσίας σχετικά με την πραγματική ταυτότητα του διασημότερου ασύλληπτου κατά συρροή δολοφόνου, ο πετυχημένος κομίστας Άλαν Μουρ (Watchmen, V For Vendetta) έγραψε τη δεκαετία του 1990 ένα ατμοσφαιρικό κόμικ, επηρεασμένο από τις εκκεντρικές αντιλήψεις του για τον χρόνο, την Ιστορία και τη μεταφυσική. Το 2001 διανεμήθηκε στις σκοτεινές αίθουσες η χολιγουντιανή, κινηματογραφική εκδοχή αυτής ακριβώς της μυθοπλασίας, με εξαιρετικούς ηθοποιούς - αστέρες στους κύριους ρόλους (Τζόνι Ντεπ, Ίαν Χολμ). Οι σκηνοθέτες Αδελφοί Χιουζ, γνωστοί από παλιότερα φιλμ για τα μητροπολιτικά γκέτο των Αφροαμερικανών στις ΗΠΑ, μεταφέρουν με μαεστρία στη μεγάλη οθόνη το αυθεντικό κλίμα του συννεφιασμένου και βρώμικου βικτωριανού Λονδίνου της πρώιμης αστικής εκβιομηχάνισης, των τεράστιων ταξικών διαιρέσεων, του άκρατου κοινωνικού συντηρητισμού, του αισιόδοξου επιστημονικού θετικισμού, της διαφθοράς μιας υποκριτικής και ανεξέλεγκτης εξουσίας, των αναδυόμενων σοσιαλιστικών αλλά και αντισημιτικών κινημάτων, της εποχής του αψεντιού, των μποέμ και των αποκρυφιστών στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας – το κλίμα της αυγής του μοντέρνου κόσμου.
    Παρά τις αλλαγές στους χαρακτήρες και την απόρριψη μεγάλου τμήματος του σεναριακού υποβάθρου του κόμικ – πλημμυρισμένου από εμβόλιμες εικόνες, περιστατικά και ιστορικά πρόσωπα της περιόδου, τα οποία η πλοκή συνδέει εμμέσως με το κύριο θέμα – κατάφεραν να διατηρήσουν απαράλλακτη την ουσία του έργου του Μουρ παραδίδοντας στο κοινό μία σφιχτή και γοητευτική ιστορία με πολιτικές αιχμές, ενώ παρέμειναν ορισμένα ενδιαφέροντα μα δευτερεύοντα στοιχεία του βιβλίου (π.χ. κάποια στιγμή εμφανίζεται ο Τζόζεφ Μέρικ – ο πραγματικός Άνθρωπος Ελέφαντας – ως ιατρικό έκθεμα, όπως πράγματι συνέβη στο βικτωριανό Λονδίνο αλλά τέσσερα χρόνια νωρίτερα από τους φόνους του Αντεροβγάλτη). Όπως και στο κόμικ, εκτίθενται και αντιπαραβάλλονται οι καθημερινές ζωές των κατώτερων, των μεσαίων και των ανώτερων κοινωνικών τάξεων της εποχής, ενώ η Γουάιτσαπελ περιγράφεται λεπτομερώς και αλογόκριτα ως ένα ζοφερό αστικό γκέτο με ξεσπάσματα φρικιαστικής βίας, μέσα από μία στυλιζαρισμένη, ελαφρώς σουρεαλιστική αισθητική προσέγγιση αλλόκοτων, κορεσμένων χρωματισμών, με απόκοσμες εικόνες, βαθιές σκιές, ψυχρή φωτογραφία πνιγμένη στο ερυθρό του αίματος, στο σμαραγδί του αψεντιού και στο κατάμαυρο της νύχτας· αυτή είναι η γοτθική αύρα μιας πόλης βυθισμένης στα μυστικά, στο έγκλημα και στη διεστραμμένη θρησκευτικότητα. Η αίσθηση του ρυθμού στην αφήγηση είναι εξαιρετική, τα σκηνικά – υποβοηθούμενα από αληθοφανή ψηφιακά εφέ, αλλά και από τους παμπάλαιους δρόμους της Πράγας όπου έγιναν τα γυρίσματα – κερδίζουν τις εντυπώσεις, ενώ η υποβλητική ατμόσφαιρα αγκιστρώνει τον θεατή.
    Η ανάγκη για εξασφαλισμένη εμπορική απήχηση ωστόσο επέβαλλε τροποποιήσεις στους χαρακτήρες και στη δομή της πλοκής, εκτεινόμενες πολύ πιο πέρα από συγχωνεύσεις ή διαγραφές χαρακτήρων του κόμικ και εξάλειψη ολόκληρων επεισοδίων. Ενώ στο βιβλίο η ταυτότητα και τα κίνητρα του δολοφόνου αποκαλύπτονται νωρίς και στη συνέχεια η έμφαση δίνεται στην ψυχολογική περιγραφή των ηρώων και της κοινωνίας της περιόδου, η δομή του φιλμ είναι πολύ πιο συμβατική μοιάζοντας περισσότερο με ένα μακάβριο αστυνομικό μυστήριο εποχής. Ένα ανούσιο, αναληθοφανές και ανολοκλήρωτο «καταδικασμένο» ρομάντζο εισάγεται μεταξύ του κύριου πρωταγωνιστή και του τελευταίου θύματος του δολοφόνου (του πραγματικού χαρακτήρα της Μέρι Κέλι), ενώ τα υπερφυσικά και αποκρυφιστικά στοιχεία του κόμικ – από τα πιο γοητευτικά στοιχεία του – στην ταινία παρουσιάζονται συμπυκνωμένα και περιθωριακά. Ο ήρωας, ρεαλιστικός μεσήλικας αστυνομικός στο βιβλίο, εδώ εκφυλίζεται σε στερεοτυπική καρικατούρα του Σέρλοκ Χολμς – χωρίς καν σπουδαίες ικανότητες στην ορθολογική ανάλυση των γεγονότων, όπως τακτικά αποδεικνύουν τα αυθαίρετα συμπεράσματά του –, η ιερόδουλη Μέρι Κέλι απεικονίζεται εξωφρενικά ως ενσάρκωση του κλισέ της «ευγενούς δεσποινίδας σε κίνδυνο», ενώ η μεγάλη διάρκεια, το υποτονικό φινάλε και τα επαναλαμβανόμενα ευρήματα δεν βοηθούν.
    Συνολικά, το ευφυές κόμικ του Μουρ μοιάζει να έχει διασκευαστεί σε μία υποδεέστερη, περισσότερο γκραν γκινιόλ παραλλαγή του Seven (1995), τοποθετημένη σε ιστορικό σκηνικό. Ενδιαφέρον είναι επίσης ότι μεγάλο τμήμα της ευφάνταστης πλοκής παραπέμπει ευθέως στο σενάριο του Εγκλήματος στον Τάμεση (1979), μίας ταινίας του Μπομπ Κλαρκ με ήρωα τον Σέρλοκ Χολμς η οποία αντλούσε ιδέες από την ίδια θεωρία συνωμοσίας που αξιοποίησε και ο Άλαν Μουρ.