Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Κινηματογράφος: «Δαιμονισμένος άγγελος» (1987)

ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

«ANGEL HEART»






    Νέα Υόρκη, 1955. Ο Χάρι Έιντζελ (Μίκι Ρουρκ) είναι ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ για «ελαφρές» υποθέσεις – όχι πολύ πετυχημένος, όχι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνος, μονίμως σε οικονομική στενότητα, ενδιαφερόμενος περισσότερο για καπνό, γυναίκες και ποτό παρά για τη δουλειά του. Όμως μία μεγάλη νομική φίρμα τον προσλαμβάνει για λογαριασμό ενός ιδιόρρυθμου, μυστικοπαθή μεγιστάνα, του Λούι Σάιφερ (Ρόμπερτ ντε Νίρο), προκειμένου να εντοπίσει έναν προπολεμικό τραγουδιστή ο οποίος πριν από πολύ καιρό επιστρατεύτηκε, τραυματίστηκε στο κεφάλι και επέστρεψε σε κώμα από τα ευρωπαϊκά μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου – τον Τζόνι Φέιβοριτ. Ο Τζόνι υποτίθεται πως είναι εδώ και μια δωδεκαετία κατάκοιτος σε νοσοκομείο βετεράνων, αλλά ο Σάιφερ έχει λόγους να πιστεύει πως αυτό δεν αληθεύει και ότι κάποιος τον εξαπατά. Ο Χάρι, παρά το άσχημο προαίσθημα για το δυσερμήνευτο ενδιαφέρον του πελάτη του σχετικά με τον άτυχο τραγουδιστή, δέχεται να ερευνήσει εξαιτίας της υψηλής αμοιβής. Μία φαινομενικά απλή υπόθεση εξαφάνισης θα τον οδηγήσει από τους μουντούς δρόμους της Νέας Υόρκης στους βάλτους της Λουιζιάνα και θα τον εμπλέξει με αποκρυφιστικούς κύκλους σατανιστών και πιστών του βουντού. Ταυτοχρόνως, τα πτώματα μαρτύρων και ανθρώπων σχετικών με την εξαφάνιση του Τζόνι συσσωρεύονται μυστηριωδώς γύρω του, με τον ίδιο να καταλήγει κύριος ύποπτος της Αστυνομίας.
    Οι Πάρκερ, Ρουρκ και ντε Νίρο, στην εποχή που βρίσκονταν και οι τρεις στο απόγειο της καριέρας τους, συνεργάστηκαν σ’ αυτή την αφηγηματικά υποδειγματική μείξη στυλιζαρισμένου, μακάβριου και υποβλητικού υπερφυσικού θρίλερ μυστηρίου, ταινίας τρόμου και φιλμ νουάρ. Με πλούσια πλοκή στηριγμένη σε μυθιστόρημα, ο Δαιμονισμένος άγγελος ποντάρει στην ύφανση μίας πυκνής, απειλητικής ατμόσφαιρας και στην αποπλάνηση του θεατή από το καλά δομημένο μυστήριο με τις απανωτές ανατρωπές. Παρά τις απλόχερες ενδείξεις περί του τι πράγματι συμβαίνει, ήδη από νωρίς, η πλοκή παρασύρει άκοπα τον θεατή χάρη στη μαεστρία του σκηνοθέτη και το γοητευτικό κλίμα. Τελικός στόχος όμως είναι εμφανώς η πρόκληση του σοκ: σατανισμός, νοσηρός ερωτισμός, εξωτικός αισθησιασμός, αιμομειξία, σπλάτερ και γκραν γκινιόλ, εκτροχιάζουν γρήγορα ένα αρχετυπικό αστικό παραμύθι σκλητροτράχηλου νουάρ με αναξιόπιστο αφηγητή.

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

Κινηματογράφος: «Γκόθικ» (1986)

ΓΚΟΘΙΚ

«GOTHIC»



    Το καλοκαίρι του 1816 ο αυτοεξόριστος, ιδιόρρυθμος Βρετανός ποιητής του ρομαντισμού Λόρδος Βύρων – διαβόητος για τον έκλυτο βίο και τις αμφιφυλοφιλικές του τάσεις – φιλοξενεί στο μέγαρό του επί της Λίμνης της Γενεύης στην Ελβετία το νεαρό ζεύγος Πέρσυ και Μαίρη Σέλλεϋ, καθώς και τη χυμώδη ετεροθαλή αδελφή της Μαίρη ονόματι Κλαιρ η οποία παλαιότερα είχε δεσμό μαζί του. Στον κύκλο αυτό των επίδοξων λογοτεχνών (ο Πέρσυ ήταν ήδη αναγνωρισμένος ρομαντικός ποιητής) συμμετείχε και ο προσωπικός ιατρός του Λόρδου, ο Τζον Πολιδόρι. Κατά τη διάρκεια μιας θυελλώδους καλοκαιρινής νύχτας, οι πέντε αριστοκράτες θα διασκεδάσουν καταναλώνοντας αλκοόλ και όπιο, επιδιδόμενοι σε όργια και επινοώντας ο καθένας από μία ιστορία τρόμου. Όμως ο αθώος λογοτεχνικός διαγωνισμός θα καταλήξει σε εφιάλτη, αφού η παιγνιώδης πνευματιστική τους απόπειρα να καλέσουν τους νεκρούς με αλχημικές μεθόδους όχι μόνο θα εγείρει ένα υπερφυσικό πλάσμα «φτιαγμένο από τους χειρότερους φόβους τους» το οποίο θα στοιχειώσει το μέγαρο, αλλά θα φέρει στην επιφάνεια και τα πάθη πίσω από τις μεταξύ τους σχέσεις...
    Ευφάνταστη ταινία φρίκης η οποία επιχειρεί να δραματοποιήσει ένα πραγματικό περιστατικό, έναν ιδιωτικό λογοτεχνικό διαγωνισμό που παρήγαγε τον Φρανκενστάιν της Μαίρη Σέλλεϋ (1818) – το πασίγνωστο μυθιστόρημα που αναδύθηκε από τη γοτθική και ρομαντική παράδοση του τρόμου, για να αποτελέσει το πρώτο δείγμα λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας – καθώς και τον Βρικόλακα του Πολιδόρι (1819), το πρώτο διήγημα τρόμου με βαμπιρική θεματολογία. Το σενάριο συμπιέζει γεγονότα μηνών σε ένα 24ωρο και τα εμβολιάζει με γερές δόσεις φανταστικού, μετασχηματίζοντάς τα σε ασυγκράτητη σουρεαλιστική φαντασίωση: στο δεύτερο ήμισυ της διάρκειας του φιλμ, οι πέντε συγγραφείς έχουν εν αγνοία τους κλητεύσει έναν δαίμονα που προκαλεί παραφροσύνη και καταδιώκονται από αυτόν. Συνεχείς αναφορές στην πλοκή και στους χαρακτήρες του Φρανκενστάιν υπαινίσσονται ότι τα εν λόγω γεγονότα υπήρξαν η πηγή έμπνευσης του μυθιστορήματος, που ως γνωστόν αφορά την ύβρη και την τιμωρία ενός επιστήμονα ο οποίος ζωοδότησε ένα κτηνώδες ανθρωπόμορφο πλάσμα συναρμολογημένο από τα μέλη πτωμάτων. Ακόμα τακτικότερες είναι οι λεπτές αναφορές του σεναρίου – μέσω διαλόγων, ονείρων ή εμμονών – σε αληθινές λεπτομέρειες του βίου και των κοινωνικών σχέσεων των πέντε αυτών υπαρκτών προσώπων: από την εικονιζόμενη απέχθεια του Βύρωνα για τις βδέλλες, μέχρι τα οράματα της Μαίρη για το νεκρό βρέφος της, την εγκυμοσύνη της Κλαιρ από τον Βύρωνα και τον σκανδαλώδη παλαιότερο έρωτα του τελευταίου για την ετεροθαλή αδελφή του Αυγούστα. Οι αμφιφυλοφιλικές τάσεις των τριών ανδρών πρωταγωνιστών, συνοδευόμενες από θρησκευτικής ρίζας ενοχές στην περίπτωση του Πολιδόρι και από μισογυνισμό στην περίπτωση του κινηματογραφικού Βύρωνα, αποτελούν ακόμα ένα επικρατές συστατικό του σεναρίου. Τέλος, το εγχείρημα μοιάζει πλήρως εναρμονισμένο αισθητικά με τα νεκροφιλικά και μακάβρια μοτίβα του σκοτεινού ρομαντισμού της εποχής.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Επισκέπτης απ' την Κόλαση» (2001)

ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ ΑΠ' ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

«FROM HELL»






     Στο βικτωριανό Λονδίνο του 1888, ένας κατά συρροή δολοφόνος αρχίζει να δολοφονεί αποτρόπαια πόρνες της υποβαθμισμένης συνοικίας Γουάιτσαπελ, αφαιρώντας με χειρουργικό τρόπο σωματικά τους όργανα. Ο Επιθεωρητής Άμπερλαϊν της Μητροπολιτικής Αστυνομίας αναλαμβάνει να ξεδιαλύνει την υπόθεση, παρακινημένος από προφητικά οράματα που βλέπει υπό την επήρεια οπίου, αψεντιού ή άλλων ψυχοτρόπων ουσιών. Όταν όμως αντιλαμβάνεται πως τα θύματα γνωρίζονταν μεταξύ τους και διατηρούσαν φιλικές σχέσεις ενώ ταυτόχρονα πιθανολογεί πως ο «Τζακ ο Αντεροβγάλτης», όπως αποκαλεί τον φονιά ο Τύπος, είναι ιατρός με προχωρημένες γνώσεις ανθρώπινης ανατομίας, έρχεται σε σύγκρουση με μια συνωμοσία σιωπής της άρχουσας κοινωνικής τάξης εκτεινόμενη από τις Μυστικές Υπηρεσίες και τις τεκτονικές αδελφότητες του Λονδίνου, μέχρι την ίδια τη βασιλική Αυλή…
    Με αφετηρία μία γνωστή και ευφάνταστη – φυσικά αποδεδειγμένα εσφαλμένη – θεωρία συνωμοσίας σχετικά με την πραγματική ταυτότητα του διασημότερου ασύλληπτου κατά συρροή δολοφόνου, ο πετυχημένος κομίστας Άλαν Μουρ (Watchmen, V For Vendetta) έγραψε τη δεκαετία του 1990 ένα ατμοσφαιρικό κόμικ, επηρεασμένο από τις εκκεντρικές αντιλήψεις του για τον χρόνο, την Ιστορία και τη μεταφυσική. Το 2001 διανεμήθηκε στις σκοτεινές αίθουσες η χολιγουντιανή, κινηματογραφική εκδοχή αυτής ακριβώς της μυθοπλασίας, με εξαιρετικούς ηθοποιούς - αστέρες στους κύριους ρόλους (Τζόνι Ντεπ, Ίαν Χολμ). Οι σκηνοθέτες Αδελφοί Χιουζ, γνωστοί από παλιότερα φιλμ για τα μητροπολιτικά γκέτο των Αφροαμερικανών στις ΗΠΑ, μεταφέρουν με μαεστρία στη μεγάλη οθόνη το αυθεντικό κλίμα του συννεφιασμένου και βρώμικου βικτωριανού Λονδίνου της πρώιμης αστικής εκβιομηχάνισης, των τεράστιων ταξικών διαιρέσεων, του άκρατου κοινωνικού συντηρητισμού, του αισιόδοξου επιστημονικού θετικισμού, της διαφθοράς μιας υποκριτικής και ανεξέλεγκτης εξουσίας, των αναδυόμενων σοσιαλιστικών αλλά και αντισημιτικών κινημάτων, της εποχής του αψεντιού, των μποέμ και των αποκρυφιστών στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας – το κλίμα της αυγής του μοντέρνου κόσμου.

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο Κύβος» (1997)

Ο ΚΥΒΟΣ

«CUBE»






     Ο χρόνος άγνωστος και ο τόπος αόριστος, αν και μοιάζει με το παρόν κάπου στη Β. Αμερική. Οι ετερόκλητοι ήρωες άγνωστοι, μεταξύ τους αλλά και σε εμάς τους θεατές. Η ημερομηνία και η ώρα στοιχεία άγνωστα, αφού μέσα στον Κύβο επικρατεί πάντα τεχνητός φωτισμός και ο έξω κόσμος δεν είναι ορατός από πουθενά... Επτά ξένοι ξυπνούν εγκλωβισμένοι και χωρίς καθόλου προμήθειες μέσα σε μία αινιγματική οικοδομική μεγακατασκευή υψηλής τεχνολογίας, αποτελούμενη από εκατοντάδες πανομοιότυπων διαστάσεων κυβικά, μεταλλικά δωμάτια διατεταγμένα σε ένα συνολικό κυβικό πλέγμα και αλληλοσυνδεόμενα μεταξύ τους με καταπακτές. Ορισμένα δωμάτια περιέχουν θανάσιμες παγίδες ενεργοποιούμενες από ανιχνευτές κίνησης στους τοίχους, ενώ όλα τους χαρακτηρίζονται από έναν μοναδικό σειριακό αριθμό και από το χρώμα βαφής στα τοιχώματα, μεταξύ πέντε διαθέσιμων. Σύντομα ο ένας πέφτει θύμα του Κύβου και σωριάζεται νεκρός, μα οι εναπομείναντες έξι συγκλίνουν ύστερα από κάποια περιπλάνηση στο ίδιο δωμάτιο, χωρίς καμία μνήμη του πώς ή γιατί βρέθηκαν εκεί. Μία έφηβη και σέξι μαθήτρια Λυκείου με μεγάλο μαθηματικό ταλέντο, ένας συντηρητικός και διαζευγμένος Αφροαμερικανός αστυνομικός με αυταρχικές τάσεις και ηγετικές διαθέσεις, ένας μηδενιστής και κυνικός υπάλληλος εργολαβικής εταιρείας, μία μεσήλικας γιατρός με έφεση στην αντικυβερνητική συνωμοσιολογία και εμμονές απέναντι στο στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, ένας έμπειρος δραπέτης φυλακών με εγκληματικό υπόβαθρο και ένας αυτιστικός νεαρός, σχεδόν σαν να ξεπήδησε από μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ. Πολύ γρήγορα αρχίζουν να αναζητούν την έξοδο από τον επικίνδυνο Κύβο προσπαθώντας να συνδυάσουν τα επιμέρους ταλέντα τους, ενώ η πείνα, οι παρανοϊκές υποθέσεις για το τι συμβαίνει και οι διαφωνίες μεταξύ τους απειλούν τη συνοχή της εύθραυστης ομάδας...
    Αυτό το μικρό διαμαντάκι του ανεξάρτητου σινεμά γυρίστηκε στον Καναδά το 1997, σε 21 μέρες και με προϋπολογισμό μόνο 300000 δολαρίων, υπό την αιγίδα του τότε πρωτοεμφανιζόμενου Βιτσέντζο Νατάλι (Τίποτα, Κωδικός Σάιφερ, Σπλάις, Νευρομάντης). Ένα αυθεντικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας με στοιχεία σπλάτερ, δεν προσπαθεί να υποδυθεί τη «μεγάλη ταινία» και συγκαλύπτει τα ισχνά μέσα παραγωγής του λειτουργώντας ως ο ορισμός του αφηγηματικού μινιμαλισμού: ουδέποτε γνωρίζουμε το παραμικρό για τον Κύβο πέρα από τις υποθέσεις των πρωταγωνιστών, δεν μαθαίνουμε τίποτα ουσιώδες για το υπόβαθρο των τελευταίων, ποτέ δεν εμφανίζεται ο εξωτερικός «πραγματικός κόσμος». Κλειστοφοβική, υποβλητική και καφκική ατμόσφαιρα χωρικού περιορισμού και δυσεξήγητου μυστηρίου, σουρεαλιστικό περιβάλλον, ευφυείς και ευφάνταστες παγίδες, μακάβριοι και αιματηροί θάνατοι, υψηλά επίπεδα αγωνίας (ξεχωρίζει η σεκάνς με τη σιωπηλή διάβαση του δωματίου που περιέχει την ηχητικά ενεργοποιούμενη ενέδρα), σφιχτός ρυθμός αυξομειούμενος με μαεστρία και χαρακτήρες επτασφράγιστοι, αρνούμενοι να εκθέσουν τον ψυχολογικό τους κόσμο σε αγνώστους – ή στους θεατές – αλλά και ανίκανοι να συγκρατήσουν τις ρωγμές οι οποίες εμφανίζονται σ' αυτό το ψυχρό προσωπείο, όσο έρχονται αντιμέτωποι με πρωτόγνωρους κινδύνους. Η σχηματιζόμενη ομάδα προχωρά τυφλά μες στον παράδοξο λαβύρινθο, με υποθέσεις και πειραματισμούς, ανιχνεύοντας ενδείξεις για την έξοδο με βάση τα μαθηματικά ως εκπρόσωπο του ορθού λόγου: οι σειριακοί αριθμοί όχι μόνο φαίνεται να είναι το κλειδί της επιβίωσης, με όσα δωμάτια χαρακτηρίζονται από πρώτους αριθμούς να είναι παγιδευμένα, αλλά και αποτελούν τελικά τον μίτο της Αριάδνης, αφού συνιστούν τριδιάστατες καρτεσιανές συντεταγμένες μες στον Κύβο. Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της διαδρομής προς το ουτοπικό όραμα της εξόδου, οι τρομοκρατημένοι πρωταγωνιστές εξ ανάγκης επιλύουν γρίφους, αναπτύσσουν αντικρουόμενες θεωρίες για το άπιαστο νόημα της μεγακατασκευής, στοχάζονται για το μυστήριο του εγκλωβισμού τους σ' αυτήν, υποπίπτουν εύκολα στην παράνοια και στην καχυποψία, λυγίζουν υπό συνθήκες ψυχολογικής πίεσης, ενώ αναπτύσσουν μεταξύ τους σχέσεις εξουσίας αντί για δεσμούς αλληλεγγύης. Οι έξι έδρες του κάθε κυβικού δωματίου, της κάθε φυλακής, αναλογούν σε έξι διαφορετικές προοπτικές αντίληψης του κόσμου, σε έξι ξεχωριστές προσωπικότητας ανίκανες να συνεργαστούν προς έναν κοινό στόχο. Το αναμενόμενο φινάλε δεν κρύβει τη σωτηρία αλλά την πιο φρικτή αιματοχυσία, για όλους εκτός από τον πιο αθώο ανάμεσά τους...

Σάββατο 28 Ιουλίου 2012

Κινηματογράφος: «Χάνιμπαλ» (2001)

ΧΑΝΙΜΠΑΛ

«HANNIBAL»




    Μια επταετία μετά την απόδραση του Χάνιμπαλ Λέκτερ, ο Μέισον Βέρτζερ έχει επικηρύξει ιδιωτικά τον εξαφανισμένο κανίβαλο για λόγους εκδίκησης. Πρόκειται για έναν πάμπλουτο και παράλυτο μεγιστάνα από τις ΗΠΑ με τερατωδώς παραμορφωμένη όψη – επιζώντα μίας νοσηρής αναμέτρησης με τον ψυχοπαθή ψυχίατρο, μία εικοσαετία νωρίτερα. Στόχος του είναι να συλλάβει, να βασανίσει και να εκτελέσει τον Λέκτερ στα κρυφά, με τη συνεργασία μισθοφόρων, έμμισθων υπαλλήλων του και διεφθαρμένων κρατικών λειτουργών. Την ίδια στιγμή, το FBI και η Ιντερπόλ επίσης αναζητούν τον ιδιοφυή κανίβαλο, πιστεύοντας ότι έχει καταφύγει στη Λατινική Αμερική, ενώ η τριαντατριάχρονη Κλαρίς Στάρλινγκ – έμπειρη πλέον πράκτορας του FBI – πέφτει σε υπηρεσιακή δυσμένεια ύστερα από ένα ατυχές μακελειό όπου ενεπλάκη. Σύντομα αναμειγνύεται τεχνηέντως στην απόπειρα ενός τυχοδιώκτη αξιωματικού της ιταλικής Αστυνομίας, του αριστοκρατικής καταγωγής Ρινάλντο Πάτσι, να εντοπίσει κρυφά τον Λέκτερ και να τον παραδώσει στους άνδρες του Βέρτζερ έναντι αμοιβής. Όλο αυτό το διάστημα ο Δόκτωρ κρύβεται στην αγαπημένη του Φλωρεντία ως υπάλληλος βιβλιοθήκης, και περιμένει…
    Ο συγγραφέας Τόμας Χάρις κυκλοφόρησε τη λογοτεχνική συνέχεια της Σιωπής των αμνών (1988) το 1999. Το μυθιστόρημα Χάνιμπαλ επιχειρεί να εξανθρωπίσει τον Λέκτερ και απέναντι στα ύψη της μεγαλοφυίας του αντιπαραθέτει μία γκάμα χαρακτήρων οι οποίοι παραπέμπουν, κυρίως μέσω της γραφής, στη ζωώδη κατάσταση και στα πλέον ποταπά ανθρώπινα ένστικτα. Έτσι, ο Μέισον Βέρτζερ αναδεικνύεται στο πραγματικό τέρας ενός μυθιστορήματος σημαντικά διαφορετικού και ποιοτικά κατώτερου από τα προγενέστερα. Ο Χάρις εδώ πλάθει χαρακτήρες στα όρια της καρικατούρας, εξαφανίζει το γοητευτικότερο στοιχείο της Σιωπής – την πολύπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ Κλαρίς και Χάνιμπαλ – αφού οι δύο ήρωες κινούνται τώρα σε διαφορετικές ηπείρους κατά το μεγαλύτερο τμήμα της πλοκής, ενώ σπάει το καλούπι του αναδεικνύοντας τον Λέκτερ σε πανταχού παρόντα πρωταγωνιστή, τη στιγμή που στα παλιότερα δύο μυθιστορήματα ήταν σημαντικός μεν, αλλά απλώς υποστηρικτικός χαρακτήρας. Εδώ η βασική πλοκή δεν αφορά την καταδίωξη ενός νέου, άγνωστου δολοφόνου, αλλά το διεθνές και πολύπλευρο ανθρωποκυνηγητό για τον ίδιο τον ιδιοφυή και καλλιεργημένο ψυχίατρο με τις κανιβαλικές τάσεις. Το τελικό αποτέλεσμα απλώς δεν λειτουργεί, αφού ο Λέκτερ επικρατεί τόσο εύκολα και τόσο απόλυτα στην ιστορία, που εξαφανίζει σχεδόν οτιδήποτε άλλο. Η κομψή δομή, η πλούσια πλοκή και το πολυεπίπεδο περιεχόμενο της Σιωπής των αμνών εδώ έχουν πάει περίπατο. Ο Χάρις αναπληρώνει το κενό με έναν μάλλον φτηνιάρικο τρόπο, υπερτονίζοντας τις απρόσμενες εκρήξεις φρικώδους βίας του Λέκτερ (μέσα από ευφάνταστες σκηνές φόνων, κυρίως όταν απειλείται), τη σχεδόν υπεράνθρωπη ευφυΐα του (με τις διαρκείς λογοτεχνικές περιηγήσεις στα «παλάτια της μνήμης του»), μα και τον ερωτισμό στο υπόβαθρο της γνωριμίας του με την Κλαρίς (ειδικά στον φαιδρά χαρωπό επίλογο, μία διετία μετά, ο οποίος τους περιγράφει να ζούνε incognito ως ζευγάρι στο Μπουένος Άιρες). Τα προβλήματα επιδεινώνονται από την εξαιρετικά φλύαρη, άτσαλη και παντελώς κινηματογραφική γραφή – όπου ακόμη και όταν ο παντογνώστης αφηγητής διαρρηγνύει την ψευδαίσθηση της αφήγησης και απευθύνεται απευθείας στον αναγνώστη, δεν λειτουργεί παρά ως λογοτεχνική «κάμερα» –, ενώ ο χαρακτήρας του καρδιοπαθούς και στα πρόθυρα της συνταξιοδότησης Τζακ Κρώφορντ είναι πια διακοσμητικός. Μόνον η δεύτερη από τις έξι ενότητες του μυθιστορήματος – περίπου εκατό σελίδες στη Φλωρεντία, όπου ο επαρκώς ανάγλυφος και πολυδιάστατος χαρακτήρας του Πάτσι προσπαθεί να συλλάβει τον Λέκτερ κατ’ ιδίαν ως κυνηγός επικυρηγμένων – παραπέμπει στο σφρίγος, στη μελετημένη κλιμάκωση και στην αγωνία των προηγούμενων βιβλίων του Χάρις.

Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Οι ταινίες μικρού μήκους του Ντέιβιντ Λιντς» (1966 - 2010)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΤΟΥ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

«SIX MEN GETTING SICK»
«THE ALPHABET»
«THE GRANDMOTHER»
«THE COWBOY AND THE FRENCHMAN»
«LUMIERE»
«RABBITS»
«DUMBLAND»
«DARKENED ROOM»
«THE BOAT»
«LADY BLUE SHANGHAI»




     Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο κατόπιν πασίγνωστος Αμερικανός σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λιντς σπούδαζε ζωγραφική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Φιλαδέλφεια. Εκεί, το 1966, αξιοποίησε το εικαστικό του ταλέντο για την κατασκευή ενός μονόλεπτου κινουμένου σχεδίου με τίτλο Έξι άνδρες αρρωσταίνουν (Six Men Getting Sick), κατά τη διάρκεια του οποίου έξι χονδροειδείς και αλλόκοτες ανθρώπινες φιγούρες βλέπουν το στομάχι τους να μεγεθύνεται και αίμα να το κατακλύζει ώσπου πιάνουν φωτιά, ενώ ένας δυσάρεστος ήχος σειρήνας ακούγεται διαρκώς στο υπόβαθρο. Δεξιοτεχνικό μη αναπαραστατικό σχέδιο (χωρίς ομαλή κίνηση βεβαίως), επικείμενος αλλά ακαθόριστος κίνδυνος, βιολογικός εκφυλισμός – όλα αυτά διακρίνονται σε ένα φοιτητικό φιλμάκι ενός σπουδαστή ζωγραφικής ο οποίος «απλώς ήθελε να δει τους πίνακές του να κινούνται». Όχι σημαντικό από μόνο του αλλά σίγουρα προπομπός σπουδαιότερων πραγμάτων.
     Το 1968 ο Λιντς, με προτροπή της συζύγου του, προχώρησε τις εξερευνήσεις του συνθέτοντας κινούμενο σχέδιο με μαγνητοσκοπημένο φιλμ στο τετράλεπτο, έγχρωμο Αλφάβητο (The Alphabet). Εφιαλτικό και παράδοξο, μια συρραφή από παραισθητικές εικόνες σχετικές με τον τρόμο της ενηλικίωσης, την αδυσώπητη φύση του εκπαιδευτικού συστήματος και τα τέρατα της παιδικής ηλικίας, με ηχητική συνοδεία την τραγουδιστή απαγγελία της αλφαβήτας από ένα νήπιο. Τα πλάνα με τη νεαρή κοπέλα στο κρεβάτι είναι ανατριχιαστικά και μακάβρια, με έναν τρόπο αναγνωρίσιμο εκ των υστέρων ως «λυντσικό» – η συνταγή όμως δεν είναι πλήρης ακόμα και η ουσία μοιάζει να λείπει. Το 1970, ύστερα από τη συμβουλή ενός φίλου του και έχοντας κάποια μικρή φήμη, ο Λιντς ζήτησε χρηματοδότηση από το Αμερικανικό Κινηματογραφικό Ινστιτούτο (AFI) για να δημιουργήσει τη σχεδόν ημίωρη Γιαγιά (The Grandmother). Το έγχρωμο φιλμάκι συνδυάζει ξανά κινούμενο σχέδιο με μαγνητοσκοπημένο υλικό αλλά είναι πολύ πιο ώριμο, περιγράφοντας βωβά – χωρίς διαλόγους, μόνο με ηχητικά εφέ και μουσική – την ιστορία ενός ανώνυμου μικρού παιδιού το οποίο «σπέρνει», «ποτίζει» και τελικά «περισυλλέγει» μία ευαίσθητη γιαγιά, για να τον βοηθήσει να ξεπεράσει το άγχος της κακοποίησης και της αμέλειας από τους βίαιους, κτηνώδεις γονείς του. Με προσεγμένη εικαστική προσέγγιση κινούμενη μεταξύ ασπρόμαυρου και έγχρωμου εφιάλτη – η χρωματική παλέτα εσκεμμένα είναι περιορισμένη –, υπνωτιστική ροή, υπαινιγμούς διαστρεβλωμένης σεξουαλικής αφύπνισης, ασαφή αφήγηση και ιδιόρρυθμη, σκοτεινή ατμόσφαιρα – ο Λιντς έβαψε κατάμαυρο το εσωτερικό του σπιτιού του και το αξιοποίησε ως μινιμαλιστικό ντεκόρ –, πρόκειται ουσιαστικά για το πρώτο πλήρες κινηματογραφικό εγχείρημα του σκηνοθέτη. Τα θέματα της φρικώδους γέννησης, της κυκλικότητας της βιολογικής ζωής και της αλλόκοτης σεξουαλικότητας προοικονομούν ήδη το Eraserhead.

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς» (1992)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ


Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

Ο ΥΠΟΠΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΙΝ ΠΙΚΣ

«TWIN PEAKS: FIRE WALK WITH ME»





     1989. Σε μια μικρή, ορεινή και απομονωμένη πόλη της επαρχίας Ουάσινγκτον των ΗΠΑ μία τελειόφοιτη μαθήτρια του τοπικού Λυκείου, η μεσοαστικής καταγωγής, αισθησιακή και δημοφιλής Λώρα Πάλμερ, ανακαλύπτεται δολοφονημένη. Στο «ειδυλλιακό» Τουίν Πικς, όπου το αίσθημα της συνεκτικής κοινότητας παραμένει ισχυρό και διατηρείται μια στενή σχέση με τη φύση, καταφθάνει ο πράκτορας του FBI Ντέιλ Κούπερ με μεγάλη συναίσθηση της ηθικής, εξαιρετικά ανορθόδοξες μεθόδους και στόχο να βρει τον υπαίτιο – ίδιο απ’ ότι φαίνεται με αυτόν που είχε δολοφονήσει έναν χρόνο πριν μια άλλη νεαρή γειτονικής πόλης (Τερέζα Μπανκς) με παρόμοιο, αποκρουστικό τρόπο. Σύντομα γίνεται αντιληπτό ότι η νεκρή Λώρα Πάλμερ σχετιζόταν απρόσμενα με πολλά μέλη της κοινότητας και ότι η «άμεμπτη» εικόνα της έκρυβε πολλά σκοτεινά μυστικά. Στην ταινία βλέπουμε αποσπάσματα της έρευνας του FBI για τον φόνο της Τερέζα, αλλά κυρίως παρακολουθούμε τις τελευταίες επτά ημέρες της ζωής της Λώρα, αμέσως πριν τον θάνατό της.
     Το φιλμ συνιστά κατά κύριο λόγο προοίμιο της ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς δύο κύκλων (1990 και 1990 – ‘91). Αποτέλεσε τότε την τελευταία «παρέμβαση» του σκηνοθέτη στο εμβληματικότερο και εμπορικότερο ίσως δημιούργημα της καριέρας του, προτού διαλυθούν τελείως τα σκηνικά. Ο Λιντς έκλεισε έτσι τους λογαριασμούς του με τον κόσμο του Τουίν Πικς για μια 25ετία, δίνοντας στο κοινό ορισμένες πληροφορίες για το τι συνέβη στον πράκτορα Ντέιλ Κούπερ μετά την αγωνιώδη και εκκρεμή κατάληξη του δεύτερου κύκλου της τηλεοπτικής σειράς, εμβαθύνοντας στον υπερφυσικό μύθο που είχε αναπτυχθεί και αναπαριστώντας με μακάβριο, αλλά εκπληκτικά ευφάνταστο τρόπο τα γεγονότα γύρω από τον θάνατο της Λώρα, εξακριβωμένα με μεγάλο κόπο από τους ήρωες κατά τη διάρκεια των δύο τηλεοπτικών κύκλων. Εδώ όμως κύριος ήρωας είναι η ίδια η Λώρα, την οποία για πρώτη φορά βλέπουμε ζωντανή. Η ταινία δεν συνιστά καθαρό προοίμιο, αφού εκτυλίσσεται σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους μα και στον περίφημο υπερφυσικό κόσμο του ασυνειδήτου όπου ο χρόνος κυλά ανώμαλα: στο Κόκκινο Δωμάτιο / Μαύρη Στοά, ένα πολύχρωμο Καθαρτήριο, γνωστό στο κοινό από τα όνειρα του Κούπερ και τον μύθο της τηλεοπτικής σειράς. Όπως και η τελευταία, ο κινηματογραφικός Ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς αθροίζει το σύνολο των λυντσικών μεθόδων αφήγησης και προβληματικών σε ένα ιδανικό αμάλγαμα, κορύφωση της μέσης περιόδου του έργου του Αμερικανού σκηνοθέτη. Εδώ όμως ο Λιντς καινοτομεί, αφαιρώντας τη σαπουνόπερα από το μείγμα και αντικαθιστώντας την με τη μη γραμμική, δαιδαλώδη και αινιγματική αφήγηση η οποία τον είχε κάνει διάσημο το 1977 με το ντεμπούτο του Eraserhead· το αποτέλεσμα είναι ταυτοχρόνως οικείο μα και πρωτόγνωρο, αποκρουστικό και μαγευτικό συνάμα, με μια παραισθητική ποιότητα να το διατρέχει απ' άκρη σ' άκρη.

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Κινηματογράφος: «Eraserhead» (1977)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

==> Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead») <==
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ERASERHEAD

«ERASERHEAD»






     Το σκηνικό είναι ένα σχεδόν ερειπωμένο, ανώνυμο αστικό κέντρο σε παρακμή, χωρίς φυτά και ζώα, σαν εγκαταλελειμμένη βιομηχανική ζώνη. Ο Χένρυ Σπένσερ, ένας αφελής και νευρικός «τυπογράφος σε διακοπές», αφήνει έγκυο τη νεαρή Μέρι, ευρισκόμενη μονίμως στα πρόθυρα της υστερίας, κατά τη διάρκεια μίας περιστασιακής ερωτικής περιπέτειας. Υπό την πίεση των παράξενων γονιών της, εμφανώς αντιτιθέμενων στο προγαμιαίο σεξ, αναγκάζονται να παντρευτούν και να συζήσουν. Η Μέρι όμως δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της μητρότητας απέναντι στο μεταλλαγμένο, σχεδόν ερπετόμορφο, άρρωστο και «πρόωρα γεννημένο» βρέφος της, το οποίο προκαλεί σε όλους αποστροφή. Όταν τελικά εγκαταλείπει τη συζυγική εστία, ο Χάρι αναλαμβάνει να το μεγαλώσει μόνος του, ώσπου κατακυριεύει τη ζωή του…
     Αυτή η σύνοψη της πλοκής έχει ίσως περισσότερες λέξεις από όσες πραγματικά ακούγονται στην ταινία. Ασπρόμαυρη, σχεδόν βωβή (οι διάλογοι είναι ελάχιστοι), με τελείως ελλειπτικό σενάριο, εμβόλιμες ονειρικές σεκάνς οι οποίες δεν ξεχωρίζουν εύκολα από την «κανονική» πλοκή, μουσική επένδυση στηριγμένη σε ήχους μηχανών και διαρροές αερίων, λουσμένη στον συμβολισμό και στις παράλογες καταστάσεις, με ελάχιστους και ιδιόρρυθμους χαρακτήρες μαστιζόμενους από εμφανή ψυχοσωματικά προβλήματα, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Ντέιβιντ Λιντς μετά τις κινηματογραφικές σπουδές του στην Καλιφόρνια – με αρχικό προϋπολογισμό μόνο 10000 δολάρια της εποχής και κινηματογραφημένη σταδιακά σε διάστημα πέντε ετών. Ο Λιντς έχει από τότε αρνηθεί πεισματικά να την αναλύσει και την περιγράφει μόνο ως την «πλέον πνευματική του ταινία», ένα «όνειρο σκοτεινών πραγμάτων» και μια απεικόνιση «της αίσθησης τρόμου που διαπερνούσε τις διαβόητες συνοικίες της Φιλαδέλφεια» όταν διέμενε εκεί. Το Eraserhead, συνθέτοντας τον κινηματογραφικό σουρεαλισμό του Μπουνιουέλ με τον εξπρεσιονισμό της μεσοπολεμικής Γερμανίας και αποπνέοντας ταυτόχρονα μία ισχυρή αίσθηση φρίκης (κυρίως στις σκηνές οι οποίες αφορούν το αποκρουστικό βρέφος με την εκφυλισμένη σάρκα), έγινε αρχικά μεγάλη επιτυχία στο κύκλωμα μεταμεσονύκτιων προβολών της Νέας Υόρκης και του Λονδίνουμε δούρειο ίππο την περιθωριακή κοινότητα του κινηματογραφικού τρόμου – παρά την επιφυλακτική στάση της επίσημης κριτικής. Σήμερα θεωρείται μια από τις σπουδαιότερες ταινίες του μοντέρνου κινηματογράφου, με ειδικά εφέ και εικαστική αισθητική που έχουν μείνει ουσιαστικά αγέραστα.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Βρικόλακες» (1998)




     Οι βρικόλακες ζουν ανάμεσά μας. Κρυμμένοι στα περιθώρια της κοινωνίας, αιωνόβιοι, κινούμενοι σε μικρές ομάδες και με θανατηφόρα ευαισθησία στο φως του Ήλιου, κατορθώνουν επί αιώνες να κρύβουν την ύπαρξή τους από την Ανθρωπότητα παρά τη φονική τους διατροφική ανάγκη για αίμα. Μονάχα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία γνωρίζει την αλήθεια, εφόσον μία μυστική θρησκευτική τελετή εξορκισμού που πήγε στραβά υπήρξε κάποτε υπεύθυνη για τη γέννησή τους, στην Ευρώπη του ύστερου Μεσαίωνα. Από τότε το Βατικανό συντηρεί κρυφές, ολιγάριθμες ομάδες μισθοφόρων στην Ευρώπη και στην Αμερική, καταλλήλως εξοπλισμένες για την ανίχνευση και εξόντωση βρικολάκων. Ο Τζακ Κρόου (Τζέιμς Γουντς), αδίστακτος, τραχύς και έμπειρος κυνηγός κεφαλών, είναι ο αρχηγός της βορειοαμερικανικής ομάδας και λογοδοτεί απευθείας στην Εκκλησία. Η συνάντησή του όμως με τον Βάλεκ στο Νέο Μεξικό, τον γηραιότερο και πιο ισχυρό βρικόλακα, οδηγεί στον βίαιο αποδεκατισμό της ομάδας του και στην έναρξη μίας νέας αναμέτρησης: υποπτευόμενος πως κάποιος τους έχει προδώσει, ο Κρόου πρέπει τώρα να εμπιστευτεί τον παλιό του συνεργάτη Μοντόγια (Ντάνιελ Μπάλντουιν) – μοναδικό επιζώντα της παλιάς ομάδας – έναν ιερέα-λόγιο και μία πόρνη δαγκωμένη από τον Βάλεκ (Σέρυλ Λη), με μόνο ελάχιστες ημέρες ζωής προτού μεταμορφωθεί και η ίδια σε βαμπίρ, προκειμένου να εντοπίσει πριν από εκείνον ένα παμπάλαιο τελετουργικό τεχνούργημα, ικανό να αλλάξει για πάντα την ισορροπία μεταξύ ανθρώπων και βρικολάκων…
     Αξιοπρεπής ταινία δράσης και τρόμου από τον Τζον Κάρπεντερ, εμπνευσμένη ίσως από την επιτυχία του Από το σούρουπο ως την αυγή (1996), κάτω όμως του καλλιτεχνικού πήχη τον οποίον ο ίδιος είχε θέσει κατά τη δεκαετία του 1980. Με σφιχτή πλοκή στηριγμένη σε μυθιστόρημα του 1990, καλό ρυθμό και όμορφα, λαμπερά πλάνα της ηλιόλουστης βορειοαμερικανικής ερήμου, οι Βρικόλακες είναι κατ’ ουσίαν ένα σύγχρονο σπαγγέτι γουέστερν με στοιχεία σκοτεινού φάνταζυ – επίσης, άλλος ένας φόρος τιμής του δημιουργού στη φιλμογραφία του Χάουαρντ Χοκς. Καθόλου τυχαία ο Κάρπεντερ ανέλαβε μεν το εγχείρημα κατ’ εντολή χολιγουντιανού στούντιο, αλλά συγχώνευσε και τροποποίησε σημαντικά τα δύο εναλλακτικά σενάρια τα οποία του είχαν παραδοθεί, ώστε να χαράξει το δικό του στίγμα στο έργο. Οι βρικόλακες εδώ είναι – εσκεμμένα – παντελώς μονοδιάστατα τέρατα ενδιαφερόμενα μόνο για τον επόμενο φόνο που θα διαπράξουν, αλλά οι άγριοι και σεξιστές αντιήρωες διώκτες τους με τον βίαιο και εγκληματικό χαρακτήρα στην πραγματικότητα δεν διαφέρουν πολύ. Ο σκηνοθέτης στήνει όμορφα και ατμοσφαιρικά στατικά κάδρα, πνιγμένα στο φως της ερήμου αντί για την αγαπημένη του σκοτεινιά, αξιοποιεί πλίνθινα χωριά ως σκηνικά και συνθέτει ταιριαστή μουσική πλουσιότερη από το σύνηθες – κιθαριστική με μπλουζ χροιά – όχι όμως ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη.

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Στο στόμα της τρέλας» (1994)




     Ο Τζον Τρεντ (Σαμ Νηλ) είναι ιδιώτης ερευνητής ασφαλειών, με ταλέντο στον εντοπισμό απατών για λογαριασμό του εκάστοτε πελάτη του – ασφαλιστικών εταιρειών κυρίως. Ένα μεσημέρι δέχεται παρ’ ολίγο δολοφονική επίθεση με τσεκούρι, στο κέντρο της Νέας Υόρκης, από έναν άγνωστό του μεσήλικα, ο οποίος αποδεικνύεται πως ήταν ο ατζέντης του διασημότερου σύγχρονου συγγραφέα τρόμου: του Σάτερ Κέιν (Γιούργκεν Πρόχνοφ). Καθώς ο Κέιν έχει εξαφανιστεί εδώ και μήνες χωρίς να έχει αποστείλει στον εκδοτικό του οίκο το πολυαναμενόμενο χειρόγραφο του τελευταίου του μυθιστορήματος (με τίτλο… «Στο στόμα της τρέλας»!), ο εκδότης του (Τσάρλτον Ίστον) προσλαμβάνει τον Τρεντ και του αναθέτει να εντοπίσει τον εκκεντρικό συγγραφέα. Ταυτόχρονα, βίαιες ταραχές ξεσπούν σποραδικά στα μεγάλα βιβλιοπωλεία των ΗΠΑ όσο οι οπαδοί του Κέιν δυσφορούν με τις συνεχείς καθυστερήσεις του νέου του βιβλίου – η λογοτεχνία του έχει την τάση να επηρεάζει ορισμένους αναγνώστες και να τους ωθεί στη βία. Ο Τρεντ, ερευνώντας την υπόθεση, συνειδητοποιεί πως τα εξώφυλλα των μυθιστορημάτων του Κέιν σχηματίζουν έναν χάρτη της Νέας Αγγλίας και υποδεικνύουν τη μικρή πόλη στην οποία ο συγγραφέας κρύβεται, μια πόλη η οποία δεν θα έπρεπε να υπάρχει στον πραγματικό κόσμο αφού δεν είναι παρά το αποκρουστικό σκηνικό κοσμικού τρόμου όπου εκτυλίσσονται τα περισσότερα μυθιστορήματά του: το Χομπς Εντ. Πεπεισμένος πως πρόκειται για απάτη και για διαφημιστικό κόλπο του εκδοτικού οίκου, αποφασίζει να ταξιδέψει στο Χομπς Εντ – με τη συνοδεία της επιμελήτριας του Κέιν (Τζούλι Κάρμεν), κατ’ εντολή του εκδότη του –, να αποκαλύψει την πλεκτάνη και να ανακτήσει το χαμένο χειρόγραφο…
     Ο Τζον Κάρπεντερ επιστρέφει σκηνοθετικά, για τελευταία φορά σε πλήρη φόρμα, έξι χρόνια μετά το κλασικό b-movie Ζουν ανάμεσά μας (1988) και δύο χρόνια μετά το παντελώς αποτυχημένο φιλμ Οι περιπέτειες ενός αόρατου ανθρώπου (1992), έχοντας τώρα υψηλότερο προϋπολογισμό και διαλεχτό καστ στη διάθεσή του (Σαμ Νηλ, Τσάρλτον Ίστον, Γιούργκεν Πρόχνοφ). Παραδίδει έτσι μία καλοφτιαγμένη, πολυεπίπεδη και ευφάνταστη ταινία τρόμου, από τις καλύτερες της καριέρας του και από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου δεν έχει γράψει ο ίδιος το σενάριο. Το Στόμα της τρέλας είναι μία ταινία εμποτισμένη από την αύρα του Χάουαρντ Φ. Λάβκραφτ, με τις θεματικές του σεναρίου να παραπέμπουν απευθείας στο έργο του κλασικού αυτού μεσοπολεμικού συγγραφέα της κατηγορίας: παραφροσύνη, κοσμικός τρόμος και ασημαντότητα της Ανθρωπότητας, συνωμοσίες με σκοπό την επικείμενη επιστροφή στη Γη των αδιανόητων «Μεγάλων Παλαιών» – με την τερατώδη εμφάνιση γλοιωδών και γιγάντιων  κεφαλόποδων –, αρχικά σκεπτικιστής ήρωας ο οποίος σταδιακά καταδύεται στη φρίκη όσο ξεδιαλύνει το μυστήριο, μικρές πόλεις της Νέας Αγγλίας ως σκηνικό, αποκρουστικοί, αιμοσταγείς και σωματικά παραμορφωμένοι λάτρεις των αλλόκοσμων μεγαθηρίων που έχουν με ευχαρίστηση απολέσει το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ταυτότητάς τους.

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο πρίγκιπας του σκότους» (1987)




     Στα κλειδωμένα υπόγεια ενός ερειπωμένου ρωμαιοκαθολικού ναού του Λος Άντζελες, κρύβεται μία μυστική αδελφότητα ιερέων η οποία επί είκοσι αιώνες έχει διαφυλάξει ένα τρομακτικό μυστικό: ο Σατανάς υπάρχει πραγματικά και υλικά στον φυσικό κόσμο, στα μόρια ενός παράδοξου, στροβιλιζόμενου και παχύρευστου πράσινου υγρού το οποίο φέρει την ουσία του, είναι σε θέση να μολύνει ανθρώπους και να παρασιτήσει μέσα τους, καταλαμβάνοντας και ελέγχοντας το κορμί και τον νου τους, αλλά ευτυχώς το υγρό αυτό είναι σφραγισμένο σε έναν μεταλλικό κύλινδρο φυλασσόμενο στα υπόγεια του εν λόγω ναού. Ο Ιησούς Χριστός, ένας προηγμένος ανθρωποειδής εξωγήινος, γνώριζε πως μια μέρα ο Σατανάς θα ξεκλείδωνε τη φυλακή του και θα διέφευγε στην επιφάνεια της Γης σπέρνοντας τον θάνατο, προσπαθώντας ταυτόχρονα να φέρει στο Σύμπαν μας τον Πατέρα του – τον εξόριστο από την πραγματικότητα «Αντίθεο»!
     Προσπάθησε να προειδοποιήσει τους συγχρόνους του ότι το Κακό δεν είναι απλώς μία διανοητική μεταφορά, μία τάση στο εσωτερικό του ανθρώπινου ψυχισμού, αλλά πως υπάρχει στ’ αλήθεια. Δεν εισακούστηκε και ως αποτέλεσμα σχηματίστηκε η μυστική αδελφότητα για να διαφυλάξει την «αιρετική» γνώση του στο περιθώριο. Στο παρόν, ο τρέχων επικεφαλής της (Ντόναλντ Πλέζενς) συνειδητοποιεί ότι ο κύλινδρος έχει αρχίσει να ανοίγει και ζητά τη συμβολή ενός αναγνωρισμένου ακαδημαϊκού φυσικού επιστήμονα με κλίση στη φιλοσοφία (Βίκτορ Γουόνγκ), ώστε να αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ο κίνδυνος και να διαδοθεί η γνώση στο ευρύ κοινό. Οι δύο άνδρες και μια μεγάλη επιστημονική ομάδα στήνουν ένα ερευνητικό εργαστήριο στον ερειπωμένο ναό, καταμεσής των πιο υποβαθμισμένων γειτονιών του Λος Άντζελες, με σκοπό να περάσουν ένα Σαββατοκύριακο μελετώντας τον παμπάλαιο κύλινδρο. Όμως η ώρα της αφύπνισης έχει έρθει…
     Με μόνο 3 εκατομμύρια δολάρια στη διάθεσή του και χωρίς μεγάλο στούντιο αυτή τη φορά να τον υποστηρίζει, ύστερα από την αποτυχία του Χαμού στην Τσαϊνατάουν κατά το προηγούμενο έτος, ο Τζον Κάρπεντερ παραδίδει το 1987 μία ατμοσφαιρική και στυλιζαρισμένη ταινία τρόμου β’ διαλογής, με τη μικρή συμβολή του ροκ τραγουδιστή Άλις Κούπερ (εμφανίζεται σε μικρό ρόλο, υπογράφει ένα τραγούδι της μουσικής επένδυσης) και έχοντας ως κεντρική ιδέα τη διασταύρωση του συμβατικού υπερφυσικού τρόμου με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, στηριγμένα στη σύγχρονη θεωρητική φυσική. Το τελικό αποτέλεσμα φέρει σε κάθε καρέ την υπογραφή του «μάστορα» Κάρπεντερ, ο οποίος αξιοποιεί τακτικούς συνεργάτες του (π.χ. οι ηθοποιοί Πλέζενς, της Νύχτας με τις μάσκες, και Γουόνγκ, του Χαμού στην Τσαϊνατάουν) και τις συνήθεις κινηματογραφικές μεθόδους του: ευρυγώνια πλάνα με εξαιρετική γεωμετρική αρμονία, ατμοσφαιρικοί φωτισμοί και φωτοσκιάσεις, χαρακτηριστικά λιτή αλλά ρυθμική μουσική υπόκρουση από συνθεσάιζερ και δυσοίωνα κρουστά, πλαστικές κινήσεις της κάμερας, καλοφτιαγμένα σκηνικά, σφιχτός αλλά όχι φρενήρης αφηγηματικός ρυθμός στο πλαίσιο μιας βραδύκαυστης πλοκής.

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Κριστίν» (1983)



     Ο Τζον Κάρπεντερ, μετά την απογείωση του έργου του στις αρχές της δεκαετίας του 1980 με την Απόδραση από τη Νέα Υόρκη και την Απειλή, μεταφέρει με στυλ στη μεγάλη οθόνη – και για άλλη μια φορά με τη στήριξη μεγάλου στούντιο – ένα τότε ευπώλητο μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ. Η αντίκα «Κριστίν», μία κόκκινη Πλύμουθ Φιούρι του 1957, γοητεύει εν έτη 1978 έναν 17χρονο μαθητή Λυκείου, στερεοτυπικό «μαμμόθρεφτο σπασίκλα», στα προάστια μιας πόλης των ΗΠΑ. Ο Άρνολντ την επισκευάζει και συναρπάζεται από το παράξενο παλιό αυτοκίνητο, του οποίου το ραδιόφωνο παίζει μυστηριωδώς μόνο ροκ εν ρολ του ’50 και ο προηγούμενος ιδιοκτήτης αυτοκτόνησε στα καθίσματά του, μέχρι που βαθμιαία αποκτά αυτοπεποίθηση, μεταμορφώνεται, αφυπνίζεται σεξουαλικά, βλέπει τη ζωή του να αλλάζει και αρχίζει να αντιστέκεται – ίσως αλαζονικά – σε όσα τον καταπιέζουν. Παράλληλα γίνεται υπέρμετρα και παράλογα προστατευτικός απέναντι στην Κριστίν τη στιγμή που και η ίδια, κρύβοντας στο μέταλλό της μια δαιμονική και αυτοσυνείδητη ευφυΐα, διακρίνεται από μία ζηλοτυπία και μία εκδικητικότητα που φτάνουν μέχρι και τον φόνο…
     Μ’ αυτή την ιδιόρρυθμη ιστορία καταδικασμένης «αγάπης», ο Κινγκ έμοιαζε να σχολιάζει, με απλό τρόπο και με το περίβλημα του υπερφυσικού τρόμου, τις μεσοαστικές εφηβικές ανασφάλειες στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες και τις ψυχολογικές προεκτάσεις της διείσδυσης και φετιχοποίησης της υψηλής τεχνολογίας στην καθημερινότητα. Ο Κάρπεντερ επιλέγει να κινηματογραφήσει με απόλυτη σοβαρότητα και σκοτεινό τόνο μια ιστορία που φλερτάρει με το γελοίο, ευρισκόμενος στο στοιχείο του με την b-movie αίσθησή της, πνίγοντας ταυτόχρονα το φιλμ στο ρετρό ροκ εν ρολ από «την εποχή της αθωότητας», αφαιρώντας και την παραμικρή υπόνοια σπλάτερ και καταστρέφοντας δεκάδες παλιές Πλύμουθ κατά τα γυρίσματα – τα μόνα «αιματηρά» πλάνα στα οποία εκτίθεται ο θεατής αφορούν… μηχανικά «εντόσθια». Δυστυχώς, παρά τη νοσταλγική διάθεση και την επαρκή οικοδόμηση της ατμόσφαιρας από έναν μάστορα του είδους, τα στιγμιότυπα του τρόμου δεν εκμαιεύουν από τον θεατή ούτε φρίκη ούτε αγωνία, ενώ μετά το μέσον το σενάριο μοιάζει να αναλώνεται σε ατελείωτα υπονοούμενα ή σε σκηνές καταδίωξης εστιασμένες στις – θεαματικές, είναι η αλήθεια – συγκρούσεις αυτοκινήτων και στα άψογα μηχανικά και οπτικά ειδικά εφέ, με την Κριστίν να αυτοεπισκευάζει μαγικά και στιγμιαία το αμάξωμά της. Ορισμένες σκηνές ξεχωρίζουν, όπως η βιντεοκλιπίστικη εισαγωγή με την «ηρωίδα» να συναρμολογείται σε μία εργοστασιακή γραμμή παραγωγής το 1957 δολοφονώντας με την ευκαιρία και το πρώτο της θύμα, ή εκείνη όπου η φλεγόμενη, φονική Κριστίν τρέχει μανιασμένα μες στην νύχτα και στην άσφαλτο χωρίς οδηγό.

Κινηματογράφος: «Η απειλή» (1982)

«THE THING»



     Στην Ανταρκτική του 1982, καταμεσής μίας χιονοθύελλας η οποία έχει διακόψει επί εβδομάδες τις ραδιοεπικοινωνίες, μία αποκομμένη ομάδα επιστημόνων και εργατών στην πολική βάση των ΗΠΑ «Φυλάκιο 31» έρχεται απρόοπτα αντιμέτωπη με έναν εξωγήινο οργανισμό, παγωμένο στο χιόνι επί εκατό χιλιετίες, ο οποίος έχει ήδη μολύνει το προσωπικό μίας γειτονικής νορβηγικής ερευνητικής εγκατάστασης οδηγώντας στην καταστροφή της. Ο παρασιτικός αυτός οργανισμός (το «Πράγμα») κατέπεσε και συνετρίβη στη Γη με διαστημόπλοιο προ αμνημονεύτων ετών και μπορεί να αφομοιώνει βιολογικά πλάσματα κάθε τύπου, οικειοποιούμενο πλήρως τη μορφή και λειτουργία τους κατά βούληση. Κάθε κύτταρο και κάθε αντίτυπό του είναι τουλάχιστον στοιχειωδώς «ευφυές», με κύριο γνώμονα της συμπεριφοράς του την αυτοπροστασία του. Όντας πανούργο, τα πλήρη αντίτυπά του προσπαθούν να κρύψουν τη φύση και τις δραστηριότητές τους ώστε να περάσουν απαρατήρητα. Η ομάδα των δώδεκα ανδρών πρέπει τώρα όχι μόνο να κατανοήσει τι συμβαίνει, αλλά και να αντιμετωπίσει την υποψία ότι τουλάχιστον ένας ανάμεσά τους έχει δολοφονηθεί κι έχει αντικατασταθεί κρυφά από εξωγήινη απομίμηση…
     Ο Τζον Κάρπεντερ, διάσημος και αγαπημένος δημιουργός πλέον των χολιγουντιανών στούντιο εν έτη 1982, διασκευάζει για τη μεγάλη οθόνη μία παλιά νουβέλα επιστημονικής φαντασίας (Ποιος είναι εκεί;, 1938), δημιουργώντας έτσι ένα κατά πολύ πιστότερο στη λογοτεχνική πηγή ριμέικ της αγαπημένης ταινίας των παιδικών του χρόνων Το πράγμα απ’ τον άλλο κόσμο (1951), παλιότερη κινηματογραφική διασκευή της νουβέλας κινούμενη σε καθαρά ψυχροπολεμική λογική. Ταυτόχρονα, οι συντελεστές (συμπεριλαμβανομένης μίας μικρής συμβολής από τον «μάγο των εφέ» Σταν Γουίνστον), με αφετηρία την παιδική απογοήτευση του σκηνοθέτη από τις αφελείς απεικονίσεις τεράτων στην κλασική επί της μεγάλης οθόνης επιστημονική φαντασία (συνήθως τίποτα περισσότερο από έναν μεταμφιεσμένο ηθοποιό), εκμεταλλεύονται στο έπακρο τις συσσωρευόμενες εξελίξεις στις μεθόδους και στις τεχνολογίες του προσθετικού μακιγιάζ και των μηχανικών ειδικών εφέ περί τα τέλη της δεκαετίας του 1970, πλάθοντας έναν κόσμο όπου ο σωματικός τρόμος των μεταλλασσόμενων οργανισμών και των εκφυλιζόμενων ιστών αποκτά μια εφιαλτική αληθοφάνεια: το «Πράγμα» διαρκώς μεταμορφώνεται, επεκτείνεται, μιμείται, σαρώνει στο διάβα του καθετί βιολογικό και γεννά μέσα από σώματα θηλαστικών αποκρουστικά τερατόμορφα πλάσματα – με πλοκάμια και αραχνοειδή πόδια, ανακατεμένα με εντόσθια. Κάθε είκοσι λεπτά της φιλμικής διάρκειας κρύβουν μία νέα, φρικώδη έκπληξη για τον θεατή.