Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουρεαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουρεαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

Κινηματογράφος: «Holy Motors» (2012)

HOLY MOTORS



    Ο Όσκαρ είναι ένας μυστηριώδης ηθοποιός ο οποίος ξοδεύει τις μέρες του αναλαμβάνοντας ολιγόωρες, διαδοχικές αποστολές, για λογαριασμό κάποιας άγνωστης υπηρεσίας, κατά τις οποίες υποδύεται παράξενους ρόλους σε διάφορα σημεία του Παρισιού. Μεταξύ των ποικίλων «ραντεβού» του μετακινείται με μία λευκή λιμουζίνα, ένα κινούμενο βεστιάριο, που οδηγεί η πιστή του Σελίν. Είναι εμφανές ότι ο χαμελαίων Όσκαρ είναι μόνο ένας υπάλληλος ανάμεσα σε πολλούς, ο καθένας με τη δική του λευκή λιμουζίνα. Εμείς παρακολουθούμε μία τυπική εργάσιμη μέρα του στο Παρίσι.
    Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γάλλου auteur Λεός Καράξ ύστερα από το αμφιλεγόμενο Πόλα Χ του 1999 είναι μία απόκοσμα γοητευτική οδύσσεια, ατμοσφαιρική, υποβλητική και αφηγηματικά άρτια. Ποντάρει στο διάχυτο μυστήριο, στην αμφισημία των εμφανώς αλληγορικών δρώμενων και στα σουρεαλιστικά ευρήματα με τους ευφάνταστους παραλογισμούς, προκειμένου να οικοδομήσει την ανοίκεια αίσθηση κάποιας ανησυχαστικά γνώριμης καθημερινότητας πίσω απ’ τη βιτρίνα του γκροτέσκου και του παράδοξου, πίσω από την αίσθηση αλλόκοτων, παρασκηνιακών ομάδων που κινούνται διακριτικά μες στη μητρόπολη διεκπεραιώνοντας ήσυχα τους ακατανόητους στόχους τους. Καθαρές απαντήσεις δεν δίνονται ποτέ, μονάχα περιστασιακοί υπαινιγμοί, και η έμφαση δίνεται στα επαγγελματικά ραντεβού του ήρωα, με το καθένα να παραπέμπει σαρδόνια σε κάποιο διαφορετικό κινηματογραφικό είδος, ενώ ταυτοχρόνως ξεχειλίζει από εμφανή πλαστότητα και αφήνει ατόφια την εντύπωση ακατέργαστου ονείρου.

Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Οι ταινίες μικρού μήκους του Ντέιβιντ Λιντς» (1966 - 2010)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΤΟΥ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

«SIX MEN GETTING SICK»
«THE ALPHABET»
«THE GRANDMOTHER»
«THE COWBOY AND THE FRENCHMAN»
«LUMIERE»
«RABBITS»
«DUMBLAND»
«DARKENED ROOM»
«THE BOAT»
«LADY BLUE SHANGHAI»




     Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο κατόπιν πασίγνωστος Αμερικανός σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λιντς σπούδαζε ζωγραφική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Φιλαδέλφεια. Εκεί, το 1966, αξιοποίησε το εικαστικό του ταλέντο για την κατασκευή ενός μονόλεπτου κινουμένου σχεδίου με τίτλο Έξι άνδρες αρρωσταίνουν (Six Men Getting Sick), κατά τη διάρκεια του οποίου έξι χονδροειδείς και αλλόκοτες ανθρώπινες φιγούρες βλέπουν το στομάχι τους να μεγεθύνεται και αίμα να το κατακλύζει ώσπου πιάνουν φωτιά, ενώ ένας δυσάρεστος ήχος σειρήνας ακούγεται διαρκώς στο υπόβαθρο. Δεξιοτεχνικό μη αναπαραστατικό σχέδιο (χωρίς ομαλή κίνηση βεβαίως), επικείμενος αλλά ακαθόριστος κίνδυνος, βιολογικός εκφυλισμός – όλα αυτά διακρίνονται σε ένα φοιτητικό φιλμάκι ενός σπουδαστή ζωγραφικής ο οποίος «απλώς ήθελε να δει τους πίνακές του να κινούνται». Όχι σημαντικό από μόνο του αλλά σίγουρα προπομπός σπουδαιότερων πραγμάτων.
     Το 1968 ο Λιντς, με προτροπή της συζύγου του, προχώρησε τις εξερευνήσεις του συνθέτοντας κινούμενο σχέδιο με μαγνητοσκοπημένο φιλμ στο τετράλεπτο, έγχρωμο Αλφάβητο (The Alphabet). Εφιαλτικό και παράδοξο, μια συρραφή από παραισθητικές εικόνες σχετικές με τον τρόμο της ενηλικίωσης, την αδυσώπητη φύση του εκπαιδευτικού συστήματος και τα τέρατα της παιδικής ηλικίας, με ηχητική συνοδεία την τραγουδιστή απαγγελία της αλφαβήτας από ένα νήπιο. Τα πλάνα με τη νεαρή κοπέλα στο κρεβάτι είναι ανατριχιαστικά και μακάβρια, με έναν τρόπο αναγνωρίσιμο εκ των υστέρων ως «λυντσικό» – η συνταγή όμως δεν είναι πλήρης ακόμα και η ουσία μοιάζει να λείπει. Το 1970, ύστερα από τη συμβουλή ενός φίλου του και έχοντας κάποια μικρή φήμη, ο Λιντς ζήτησε χρηματοδότηση από το Αμερικανικό Κινηματογραφικό Ινστιτούτο (AFI) για να δημιουργήσει τη σχεδόν ημίωρη Γιαγιά (The Grandmother). Το έγχρωμο φιλμάκι συνδυάζει ξανά κινούμενο σχέδιο με μαγνητοσκοπημένο υλικό αλλά είναι πολύ πιο ώριμο, περιγράφοντας βωβά – χωρίς διαλόγους, μόνο με ηχητικά εφέ και μουσική – την ιστορία ενός ανώνυμου μικρού παιδιού το οποίο «σπέρνει», «ποτίζει» και τελικά «περισυλλέγει» μία ευαίσθητη γιαγιά, για να τον βοηθήσει να ξεπεράσει το άγχος της κακοποίησης και της αμέλειας από τους βίαιους, κτηνώδεις γονείς του. Με προσεγμένη εικαστική προσέγγιση κινούμενη μεταξύ ασπρόμαυρου και έγχρωμου εφιάλτη – η χρωματική παλέτα εσκεμμένα είναι περιορισμένη –, υπνωτιστική ροή, υπαινιγμούς διαστρεβλωμένης σεξουαλικής αφύπνισης, ασαφή αφήγηση και ιδιόρρυθμη, σκοτεινή ατμόσφαιρα – ο Λιντς έβαψε κατάμαυρο το εσωτερικό του σπιτιού του και το αξιοποίησε ως μινιμαλιστικό ντεκόρ –, πρόκειται ουσιαστικά για το πρώτο πλήρες κινηματογραφικό εγχείρημα του σκηνοθέτη. Τα θέματα της φρικώδους γέννησης, της κυκλικότητας της βιολογικής ζωής και της αλλόκοτης σεξουαλικότητας προοικονομούν ήδη το Eraserhead.

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «INLAND EMPIRE» (2006)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

INLAND EMPIRE

«INLAND EMPIRE»




     Τέταρτο και τελευταίο φιλμ του Ντέιβιντ Λιντς από την τρίτη περίοδο του κινηματογραφικού του έργου (από το προοίμιο του Υπόπτου κόσμου του Τουίν Πικς κι έπειτα) – εξαιρώντας τη «συμβατική» Αληθινή ιστορία ­–, δεν έχει την επιτυχία των προηγούμενων τριών αλλά σίγουρα προωθεί σε νέα, αδιανόητα άκρα τις μεθόδους και τις εμμονές του Αμερικανού σκηνοθέτη και σεναριογράφου, αντικαθιστώντας παράλληλα ορισμένες σταθερές των ταινιών του με νέες, δοκιμαζόμενες ιδέες και τεχνικές. Φαίνεται πως ο Λιντς και οι τακτικοί συνεργάτες του (όπως η επί δεκαπενταετία μοντέρ και πρώην σύζυγός του Μαίρη Σουίνι – εδώ και συμπαραγωγός), έχοντας τελειοποιήσει οριστικά το ύφος τους με την Οδό Μαλχόλαντ, αποφασίζουν να αλλάξουν ορισμένα πράγματα, να εγκαταλείψουν κάποια και να εφεύρουν άλλα, υποδεχόμενοι αισιόδοξα τον νέο αιώνα αλλά παραμένοντας πιστοί στη βασική συνταγή των προηγούμενων 15 ετών: κατακερματισμένη και μη γραμμική αφήγηση, θρυμματισμένες και εναλλασσόμενες ταυτότητες, διαπλεγμένοι υποκειμενικοί κόσμοι, πρωταγωνιστές στα όρια της ψύχωσης.
     Αυτή τη φορά το εύρημα της Χαμένης λεωφόρου και της Οδού Μαλχόλαντ δεν ισχύει πια. Αντί για έναν φανταστικό και έναν πραγματικό κόσμο οι οποίοι παρουσιάζονται στον θεατή ως εξίσου αληθινοί, ώσπου ο φανταστικός καταρρέει διαβρωνόμενος από το παράλογο και το εφιαλτικό στοιχείο (παραλλαγή της μη εμφανούς διάκρισης μεταξύ αληθινού κόσμου και κόσμου του ασυνειδήτου, στις πρώτες δύο περιόδους της λυντσικής φιλμογραφίας), έχουμε τώρα έναν καθαρά μεταμοντέρνο, αξεδιάλυτο ιστό στιγμών και ψυχικών καταστάσεων πλήρους υποκειμενισμού, χωρίς συγκεκριμένες, ευδιάκριτες σκηνές «μετάβασης» ή «μεταμόρφωσης» – οι εναλλαγές ταυτοτήτων, πραγματικοτήτων και υποπλοκών συμβαίνουν συνεχώς και απροειδοποίητα μετά την πρώτη από τις τρεις ώρες διάρκειας της ταινίας. Πριν από το μέσο του φιλμ, η αφήγηση έχει ενδοραγεί σε ένα αχανές, αχαρτογράφητο σύμπλεγμα αποσπασματικών και επαναλαμβανόμενων επεισοδίων το οποίο απεικονίζει τις περιπλανήσεις του νου της ηρωίδας κατά τη διάρκεια των συναισθηματικών της μεταβολών, χωρίς καμία χωροχρονική σύμβαση ή ίχνος αντικειμενισμού να διατηρείται. Για πρώτη φορά όλη η ταινία μοιάζει να εκτυλίσσεται στον μη-χώρο του ασυνειδήτου, αφορώντας θεματικά τις ψευδαισθήσεις που εκτρέφει η βιομηχανία του Χόλιγουντ, κατασκευάζοντας ταυτότητες και πλαστές εικόνες του εαυτού σε έναν κόσμο υπέρτατης κοινωνικής ανισότητας – οι νύχτες του Λος Άντζελες αποτελούν καταφύγιο της εξαθλίωσης, χώρο αστέγων και κακοποιούμενων ιερόδουλων. Εκεί είναι που η έκπτωτη, ετοιμοθάνατη πρωταγωνίστρια φτύνει αίμα στο πεζοδρόμιο με τις υπογραφές των αστέρων, αποτελώντας το αλληγορικό μέσον με το οποίο ο Λιντς φτύνει κατάμουτρα την ίδια τη βιομηχανία της διασκέδασης.

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Oδός Μαλχόλαντ» (2001)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ


Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ΟΔΟΣ ΜΑΛΧΟΛΑΝΤ

«MULHOLLAND DR.»



     Τέσσερα χρόνια μετά την αμφιλεγόμενη αλλά ευρηματική Χαμένη λεωφόρο (1997) και μια τριετία μετά την πολύ καλή, αλλά «συμβατική» και εκτός λυντσικού κανόνα Αληθινή ιστορία (1998), ο Ντέιβιντ Λιντς επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με την εξαιρετική και δημοφιλή Οδό Μαλχόλαντ, κερδίζοντας εκ νέου την αναγνώριση κοινού και κριτικών αλλά και μοιραζόμενος το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών με τους Αδελφούς Κοέν – δημιουργούς του Ο άνθρωπος που δεν ήταν εκεί του ίδιου έτους. Η ταινία – η πιο ερωτική του μετά το Μπλε βελούδο – συγκαταλέγεται στις σπουδαιότερες και περισσότερο εμβληματικές ενός έτσι κι αλλιώς ανεπανάληπτου σκηνοθέτη, με τους συνηθισμένους συνεργάτες του πίσω από την κάμερα, ενώ αξιοσημείωτο είναι πως το μεγαλύτερο τμήμα της κινηματογραφήθηκε αρχικά με στόχο να αποτελέσει πιλότο μιας σχεδιαζόμενης τηλεοπτικής σειράς για το κανάλι ABC των ΗΠΑ, με πλοκή ανοιχτή για περαιτέρω διερεύνηση από τα επόμενα επεισόδια. Η απόρριψη του πιλότου το 2000 και η ακύρωση του τηλεοπτικού εγχειρήματος οδήγησαν τον Λιντς να προσθέσει στο φιλμ το τελευταίο του ημίωρο ως επίλογο της ιστορίας – ξανά με γαλλική χρηματοδότηση – και, μετά από μια ευρύτερη συνολική επιμέλεια, να παραδώσει την ταινία στον κόσμο του σινεμά.
     Ηρωίδα είναι η ξανθιά Μπέτι (Ναόμι Γουότς, στον ρόλο ο οποίος την κατέστησε διάσημη), μία νεαρή, αφελής και αισιόδοξη αλλά άσημη ηθοποιός, η οποία καταφθάνει ενθουσιασμένη στο Λος Άντζελες για να μείνει στο κενό σπίτι μίας ευκατάστατης συγγενούς της, με την προοπτική να ενσωματωθεί στην κινηματογραφική βιομηχανία του Χόλιγουντ και να ανελιχθεί σε διασημότητα. Κατά τις πρώτες της στιγμές στο διαμέρισμα όμως, αντιλαμβάνεται πως εκεί έχει βρει καταφύγιο η μελαχρινή και αισθησιακή «Ρίτα» (Λώρα Χάρινγκ), μία αποπροσανατολισμένη κοπέλα με αμνησία που επέζησε από μετωπική σύγκρουση αυτοκινήτων την προηγούμενη νύχτα. Στην τσάντα της η Ρίτα έχει δεκάδες χιλιάδες δολάρια και ένα ιδιόμορφο κλειδί, χωρίς ιδέα για το πώς βρέθηκαν εκεί. Μία απρόοπτη φιλία αναπτύσσεται μεταξύ των δύο γυναικών, καθώς προσπαθούν να εντοπίσουν την πραγματική ταυτότητα της Ρίτα, ενώ ταυτόχρονα ένας διάσημος σκηνοθέτης του στουντιακού συστήματος – ο Άνταμ (Τζάστιν Θερού) – αναγκάζεται να αντιμετωπίσει τις παρεμβάσεις στο έργο του από ένα μυστηριώδες κύκλωμα πάμπλουτων παρασκηνιακών χρηματοδοτών, το οποίο εμπλέκεται ανεξήγητα με τον υπόκοσμο αλλά και με το δυστύχημα της Ρίτα…

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Χαμένη λεωφόρος» (1997)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ΧΑΜΕΝΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ

«LOST HIGHWAY»




     Στα προάστια του Λος Άντζελες κατοικεί το ευκατάστατο ζευγάρι του Φρεντ (Μπιλ Πούλμαν), επαγγελματία σαξοφωνίστα της τζαζ, και της γοητευτικής Ρενέ (Πατρίσια Αρκέτ). Ο Φρεντ ζηλεύει παθολογικά τη σύζυγό του, αδυνατεί να έχει πλήρη σεξουαλική επαφή μαζί της και είναι φανερό πως αυτή τον φοβάται, παρά τη φαινομενική ηρεμία και την επιφανειακή μονοτονία της σχέσης τους. Μία μέρα αρχίζουν να λαμβάνουν ταχυδρομημένες βιντεοκασέτες από άγνωστο αποστολέα, οι οποίες απεικονίζουν το εσωτερικό του σπιτιού τους – τρομοκρατούνται και καλούν την Αστυνομία, αλλά οι δύο ντετέκτιβ της υπόθεσης δεν εντοπίζουν ίχνη διάρρηξης. Σε ένα πάρτι το οποίο διοργανώνει κάποιος πλούσιος και ύποπτος φίλος της Ρενέ, ο Φρεντ γνωρίζει έναν παράξενο, απόκοσμο και μυστηριώδη άνδρα που ισχυρίζεται ότι είναι ταυτόχρονα και μέσα στο σπίτι του ζεύγους, αφού «εκείνος τον προσκάλεσε». Λίγες μέρες μετά η Ρενέ είναι βάναυσα δολοφονημένη, ενώ ακόμα μία βιντεοκασέτα έχει καταφθάσει απεικονίζοντας τον ήρωα να την κατακρεουργεί στην κρεβατοκάμαρά τους. Ο Φρεντ δεν διαθέτει καμία μνήμη του συμβάντος αλλά συλλαμβάνεται και καταδικάζεται να εκτελεστεί στην ηλεκτρική καρέκλα. Μια νύχτα, ενώ ένας ανεξιχνίαστος πονοκέφαλος του προκαλεί αϋπνία, οι δεσμοφύλακες ακούν κραυγές από το κλειδωμένο κελί του. Το άλλο πρωί στη θέση του έχει εμφανιστεί ένας άλλος, νεότερος άνδρας – ο Πίτερ – χωρίς καμία ιδέα για το πώς βρέθηκε εκεί...
     Ο Ντέιβιντ Λιντς επιστρέφει στο σινεμά πέντε χρόνια μετά τον παρεξηγημένο και εμπορικά αποτυχημένο κινηματογραφικό Ύποπτο κόσμο του Τουίν Πικς, ξανά με γαλλική χρηματοδότηση, δείχνοντας πως είναι πια σε μια νέα φάση της καριέρας του. Όλες οι εικαστικές εμμονές του και οι συνηθισμένες κινηματογραφικές του μέθοδοι παρελαύνουν από την οθόνη σε ένα εξαιρετικά ατμοσφαιρικό οπτικοακουστικό παραλήρημα, προσεγμένο ως το τελευταίο καρέ, το οποίο κατορθώνει να εναλλάσσει μαεστρικά τον φρενήρη ρυθμό με την υπνωτιστική αναμονή. Εμφανή είναι τα περισσότερα διακριτικά σημάδια του λυντσικού κινηματογράφου: οι παράλογες σεκάνς, οι σουρεαλιστικοί χαρακτήρες, το μαύρο χιούμορ, τα ονειρικής λογικής δρώμενα με την ανερμήνευτη υπερφυσική αύρα, η δαιδαλώδης και αινιγματική μη γραμμική αφήγηση του Eraserhead και του Τουίν Πικς, οι διφορούμενες σιωπές, ή η απολύτως ταιριαστή διανομή ρόλων. Ακόμα, ο δυνατός φωτισμός ως σύμβολο αγάπης και θέρμης, τα απόκοσμα κοντινά πλάνα σε βελούδινες κουρτίνες ως μεταφορικές πύλες του ασυνείδητου, οι παραμορφωμένοι ανθρώπινοι χαρακτήρες ως σύμβολα εννοιών, οι νότες του Μπανταλαμέντι, τα εικαστικά παιχνιδίσματα με τα υψηλά ή τα χαμηλά κοντράστ, τα πλάνα με την αργή κίνηση και τη μουσική συνοδεία σε σημεία - κλειδιά, ο κλειστοφοβικός ηχητικός σχεδιασμός των χώρων, οι διαρκείς εναλλαγές μεταξύ φωτός και σκότους, ο ηλεκτρισμός που τρεμοπαίζει και οι δυσοίωνοι υπόκωφοι βόμβοι ως προμηνύματα κινδύνου. Για άλλη μια φορά, οι σκιές στους εσωτερικούς χώρους μοιάζουν να απορροφούν τα πάντα, ενώ ο διάχυτος αισθησιακός ερωτισμός και η φρικτή βία εναλλάσσονται ακανόνιστα. Τώρα όμως, το μείγμα αυτό εφαρμόζεται σε ένα ψυχολογικό θρίλερ μυστηρίου με ίχνη νεονουάρ, χιτσκοκικές επιρροές και εκτυλισσόμενο σε αστικό σκηνικό – καινοφανή στοιχεία για τον σκηνοθέτη, αλλά η τελική σύνθεση ανταμείβει τον θεατή. Με τη συμμετοχή στο σενάριο του Μπάρι Γκίφορντ (συγγραφέα του μυθιστορήματος όπου είχε βασιστεί η Ατίθαση καρδιά) και του Τρεντ Ρέζνορ του ιντάστριαλ ροκ συγκροτήματος Nine Inch Nails στη μουσική επένδυση, ο Λιντς επέστρεψε με ένα μεταμοντέρνο, καλτ και οριακό δημιούργημα.

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς» (1992)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ


Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

Ο ΥΠΟΠΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΙΝ ΠΙΚΣ

«TWIN PEAKS: FIRE WALK WITH ME»





     1989. Σε μια μικρή, ορεινή και απομονωμένη πόλη της επαρχίας Ουάσινγκτον των ΗΠΑ μία τελειόφοιτη μαθήτρια του τοπικού Λυκείου, η μεσοαστικής καταγωγής, αισθησιακή και δημοφιλής Λώρα Πάλμερ, ανακαλύπτεται δολοφονημένη. Στο «ειδυλλιακό» Τουίν Πικς, όπου το αίσθημα της συνεκτικής κοινότητας παραμένει ισχυρό και διατηρείται μια στενή σχέση με τη φύση, καταφθάνει ο πράκτορας του FBI Ντέιλ Κούπερ με μεγάλη συναίσθηση της ηθικής, εξαιρετικά ανορθόδοξες μεθόδους και στόχο να βρει τον υπαίτιο – ίδιο απ’ ότι φαίνεται με αυτόν που είχε δολοφονήσει έναν χρόνο πριν μια άλλη νεαρή γειτονικής πόλης (Τερέζα Μπανκς) με παρόμοιο, αποκρουστικό τρόπο. Σύντομα γίνεται αντιληπτό ότι η νεκρή Λώρα Πάλμερ σχετιζόταν απρόσμενα με πολλά μέλη της κοινότητας και ότι η «άμεμπτη» εικόνα της έκρυβε πολλά σκοτεινά μυστικά. Στην ταινία βλέπουμε αποσπάσματα της έρευνας του FBI για τον φόνο της Τερέζα, αλλά κυρίως παρακολουθούμε τις τελευταίες επτά ημέρες της ζωής της Λώρα, αμέσως πριν τον θάνατό της.
     Το φιλμ συνιστά κατά κύριο λόγο προοίμιο της ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς δύο κύκλων (1990 και 1990 – ‘91). Αποτέλεσε τότε την τελευταία «παρέμβαση» του σκηνοθέτη στο εμβληματικότερο και εμπορικότερο ίσως δημιούργημα της καριέρας του, προτού διαλυθούν τελείως τα σκηνικά. Ο Λιντς έκλεισε έτσι τους λογαριασμούς του με τον κόσμο του Τουίν Πικς για μια 25ετία, δίνοντας στο κοινό ορισμένες πληροφορίες για το τι συνέβη στον πράκτορα Ντέιλ Κούπερ μετά την αγωνιώδη και εκκρεμή κατάληξη του δεύτερου κύκλου της τηλεοπτικής σειράς, εμβαθύνοντας στον υπερφυσικό μύθο που είχε αναπτυχθεί και αναπαριστώντας με μακάβριο, αλλά εκπληκτικά ευφάνταστο τρόπο τα γεγονότα γύρω από τον θάνατο της Λώρα, εξακριβωμένα με μεγάλο κόπο από τους ήρωες κατά τη διάρκεια των δύο τηλεοπτικών κύκλων. Εδώ όμως κύριος ήρωας είναι η ίδια η Λώρα, την οποία για πρώτη φορά βλέπουμε ζωντανή. Η ταινία δεν συνιστά καθαρό προοίμιο, αφού εκτυλίσσεται σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους μα και στον περίφημο υπερφυσικό κόσμο του ασυνειδήτου όπου ο χρόνος κυλά ανώμαλα: στο Κόκκινο Δωμάτιο / Μαύρη Στοά, ένα πολύχρωμο Καθαρτήριο, γνωστό στο κοινό από τα όνειρα του Κούπερ και τον μύθο της τηλεοπτικής σειράς. Όπως και η τελευταία, ο κινηματογραφικός Ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς αθροίζει το σύνολο των λυντσικών μεθόδων αφήγησης και προβληματικών σε ένα ιδανικό αμάλγαμα, κορύφωση της μέσης περιόδου του έργου του Αμερικανού σκηνοθέτη. Εδώ όμως ο Λιντς καινοτομεί, αφαιρώντας τη σαπουνόπερα από το μείγμα και αντικαθιστώντας την με τη μη γραμμική, δαιδαλώδη και αινιγματική αφήγηση η οποία τον είχε κάνει διάσημο το 1977 με το ντεμπούτο του Eraserhead· το αποτέλεσμα είναι ταυτοχρόνως οικείο μα και πρωτόγνωρο, αποκρουστικό και μαγευτικό συνάμα, με μια παραισθητική ποιότητα να το διατρέχει απ' άκρη σ' άκρη.

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

Τηλεόραση: «Ο ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς» (1990 - '91)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

Ο ΥΠΟΠΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΙΝ ΠΙΚΣ

«TWIN PEAKS»





     1989. Σε μια μικρή, ορεινή και απομονωμένη πόλη της πολιτείας Ουάσινγκτον των ΗΠΑ μία τελειόφοιτη μαθήτρια του τοπικού Λυκείου, μεσοαστικής καταγωγής, αισθησιακή και δημοφιλής, ανακαλύπτεται δολοφονημένη. Στο «ειδυλλιακό» Τουίν Πικς, όπου το αίσθημα της συνεκτικής κοινότητας παραμένει ισχυρό και διατηρείται μια στενή σχέση με τη φύση, καταφθάνει ένας πράκτορας του FBI με μεγάλη συναίσθηση της ηθικής, εξαιρετικά ανορθόδοξες μεθόδους και στόχο να βρει τον υπαίτιο – ίδιο απ’ ότι φαίνεται με αυτόν που είχε δολοφονήσει έναν χρόνο πριν μια άλλη νεαρή γειτονικής πόλης με παρόμοιο, αποκρουστικό τρόπο. Σύντομα γίνεται αντιληπτό ότι η νεκρή Λώρα Πάλμερ σχετιζόταν απρόσμενα με πολλά μέλη της κοινότητας και ότι η «άμεμπτη» εικόνα της έκρυβε πολλά σκοτεινά μυστικά. Ο πράκτορας Ντέιλ Κούπερ, έχοντας τη συνδρομή του τοπικού Σερίφη και των ενοράσεων του ασυνειδήτου του, γρήγορα αντιλαμβάνεται πως ο φόνος αγγίζει ακόμα βαθύτερες πραγματικότητες – στα όρια του υπερφυσικού…
     Στο απόγειο της καριέρας και της δημοτικότητάς του, ο γνωστός σουρεαλιστής Αμερικανός σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λιντς συνεργάζεται με τον βετεράνο της τηλεοπτικής παραγωγής Μαρκ Φροστ (επικεφαλής του προγενέστερου, πρωτοποριακού Χιλ Στριτ Μπλουζ με αστυνομική θεματολογία) και δημιουργούν το 1990 μία από τις περισσότερο επηρεαστικές και εμβληματικές σειρές της τηλεόρασης των ΗΠΑ. Ο ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς όχι μόνο συνέβαλε στην ωρίμανση και στην ενηλικίωση των μυθοπλαστικών τηλεοπτικών παραγωγών, όχι μόνο υπήρξε καταλύτης και κομβική αφετηρία για τις περισσότερες υπερατλαντικές τηλεοπτικές σειρές των επόμενων ετών (με πλέον τρανταχτά παραδείγματα τις Άγριες Φοινικιές, τα X-Files, το Αμέρικαν Γκόθικ, τους Σοπράνος, τις Νοικοκυρές σε απόγνωση, τους Αγνοούμενους και το Τσίρκο του μυστηρίου), αλλά συνιστά και κορύφωση της μέσης δημιουργικής περιόδου ενός αυθεντικού καλλιτέχνη. Σπάνια στιγμή στο ιστορικό ενός αμφιλεγόμενου αφηγηματικού μέσου, το Τουίν Πικς δανείζεται φόρμα και περιεχόμενο από τα προγενέστερα φιλμ του ίδιου του Λιντς Μπλε βελούδο (1986) και Ατίθαση καρδιά (1990), εμπλουτίζοντας τη συνταγή με μία γερή δόση εσκεμμένης τηλεοπτικής σαπουνόπερας εν είδη μεταμοντέρνας σάτιρας.

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Κινηματογράφος: «Ατίθαση καρδιά» (1990)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ΑΤΙΘΑΣΗ ΚΑΡΔΙΑ


«WILD AT HEART»




     Ο Σέιλορ (Νίκολας Κέιτζ) είναι νέος, βίαιος κι ατίθασος, θέτει υπεράνω όλων την ατομικότητα και την προσωπική του ελευθερία, ενώ αλλάζει επαγγέλματα σαν τα πουκάμισα. Ερωτεύεται σφοδρά την εικοσάχρονη, αισθησιακή Λούλα (Λώρα Ντερν), ο πατέρας της οποίας έχει πεθάνει σε μια πυρκαγιά έναν χρόνο πριν. Το ζευγάρι δέχεται τις απειλές της υπερπροστατευτικής μητέρας της Λούλα, της Μαριέττα, που όχι μόνο απεχθάνεται τον Σέιλορ, αλλά και πιστεύει ότι αυτός γνωρίζει κάτι πολύ ενοχοποιητικό γι’ αυτήν και για τις σχέσεις της με το οργανωμένο έγκλημα, εξαιτίας της προϋπηρεσίας του ως προσωπικού οδηγού του μαφιόζου Μαρσέλο Σάντος. Ο Σέιλορ θα περάσει μία διετία στη φυλακή όταν σκοτώνει σε αυτοάμυνα έναν μπράβο που προσλαμβάνει η Μαριέττα για να τον απομακρύνει από την κόρη της, αλλά μετά την αποφυλάκισή του η Λούλα εγκαταλείπει το σπίτι της και φεύγει μαζί του για την ηλιόλουστη Καλιφόρνια. Η Μαριέττα δεν το βάζει κάτω ­– αμέσως αναθέτει σε έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ και περιστασιακό εραστή της (Χάρι Ντιν Στάντον) να τους εντοπίσει, ζητώντας παράλληλα από τον Σάντος να πληροφορήσει τον υπόκοσμο πως υπάρχει συμβόλαιο θανάτου για τον Σέιλορ…
     Ενώ ήταν απασχολημένος με τον πιλότο της εμβληματικής τηλεοπτικής σειράς Ο ύποπτος κόσμος του Τουίν Πικς, στο απόγειο της καριέρας του και της εμπορικής του απήχησης, ο Ντέιβιντ Λιντς βρήκε χρόνο να σκηνοθετήσει αυτήν εδώ την ιδιόρρυθμη αλλά κομβική για το έργο του ταινία, στηριγμένη σε μυθιστόρημα του προηγούμενου έτους. Ως προς το περιεχόμενο δεν έχει κάτι ξεχωριστό: ένας ύμνος στη λυτρωτική δύναμη της αγάπης, παρά τον σπόρο του Κακού μέσα στον καθένα, κόντρα στις αντιξοότητες μίας βίαιης, νοσηρής κοινωνίας και ενταγμένος στο πλαίσιο του τυπικού λυντσικού ηθικού μανιχαϊσμού. Είναι επίσης και μια περισσότερο πρωτότυπη δήλωση πίστης στον απόλυτο οντολογικό υποκειμενισμό: χαρακτηριστική η σκηνή με τον καυγά στο κλαμπ, όπου η εξωτερική πραγματικότητα την οποία παρατηρούμε ως θεατές υποκλίνεται στις σκέψεις του ήρωα. Ως προς τη φόρμα όμως ο Αμερικανός δημιουργός – διανύοντας ήδη τη μέση περίοδο του έργου του – είναι εδώ σε πλήρη άνθιση, εξελίσσοντας και εμβαθύνοντας περαιτέρω τις μεθόδους του Μπλε βελούδου (1986). Απομακρυνόμενος οριστικά από κάποια σταθερά μοτίβα των πρώιμων μεγάλου μήκους ταινιών του, όπως η έμφαση σε συμβολικές βιομηχανικές εικόνες και ήχους ή στη στηλίτευση της «κοινωνίας των αυτομάτων», παραδίδει μία ξεχωριστή ταινία δρόμου πλημμυρισμένη από μοναδικά ευρήματα και με φόντο ένα 100% αμερικανικό τοπίο, από την Καρολίνα στη Λουιζιάνα και από εκεί στο Τέξας.

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Κινηματογράφος: «Μπλε βελούδο» (1986)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)
==> Κινηματογράφος: Μπλε βελούδο (1986, «Blue Velvet») <==

ΜΠΛΕ ΒΕΛΟΥΔΟ

«BLUE VELVET»






     Ένας οραματιστής και αυθεντικός Αμερικανός σκηνοθέτης, μία διετία μετά την πικρή εμπειρία του Ντιουν (1984) – πανάκριβου και εμπορικά αποτυχημένου «κατά παραγγελία» εγχειρήματος, σημαντικά τροποποιημένου από τις παρεμβάσεις των παραγωγών και αφηγηματικά ασυνάρτητου για τους μη μυημένους θεατές – παραδίδει μία από τις πλέον προσωπικές του ταινίες, σε παλαιότερο δικό του σενάριο και διατηρώντας πλήρη καλλιτεχνικό έλεγχο. Το Μπλε βελούδο είναι αυτό που καθιέρωσε πραγματικά τον Ντέιβιντ Λιντς, εμπαίζοντας τις λεπτές ευαισθησίες κοινού και κριτικών, αποτελώντας παράλληλα κομβικό σημείο στην ερμηνευτική καριέρα του Ντένις Χόπερ και της Ιζαμπέλα Ροσελίνι. Ο σκηνοθέτης, ένας μοντέρνος πιονέρος στο σινεμά του αλλόκοτου, ξεκινά με μία φαινομενικά απλή ιστορία και καταφέρνει να καθηλώσει τον θεατή μέχρι το τελευταίο λεπτό. Η ταινία επικρίθηκε στην εποχή της για την ψυχολογική και σωματική βία στην οποία υποβάλλει τους ήρωές της, από μερίδα κριτικών που τη θεώρησαν δυσάρεστα και αναίτια προκλητική. Η αλήθεια απέχει πολύ από τέτοιες απλουστεύσεις.
     Ο Κάιλ Μακλάχλαν, πρωταγωνιστής του Ντιουν και αγαπημένος ηθοποιός του Λιντς εξαιτίας «της αθωότητας που αναδίδει», σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου του σκηνοθέτη, υποδύεται τον Τζέφρι – νεαρό φοιτητή που επιστρέφει στη γενέτειρά του, μία τυπική επαρχιακή κωμόπολη των ΗΠΑ, για να δει τον άρρωστο πατέρα του. Ένα κομμένο ανθρώπινο αυτί που βρίσκει τυχαία στον δρόμο θα αποτελέσει το έναυσμα για την είσοδό του σε έναν άλλον, ερεβώδη κόσμο όπου επικρατούν η βία, ο φόβος και ο νοσηρός ερωτισμός. Η παιδιάστικη περιέργεια θα τον οδηγήσει σε μία προσπάθεια να ξεδιαλύνει το μυστήριο, ενώ περιπλανιέται σε ένα εφιαλτικό, νυχτερινό τοπίο που τον φέρνει για πρώτη φορά σε επαφή με τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού του και της κοινωνίας. Τα γεγονότα αυτά και η ταυτόχρονη, ιδιότυπη σεξουαλική αφύπνιση του Τζέφρι, μετουσιώνουν το αστυνομικό θρίλερ μυστηρίου σε μία αφήγηση επίπονης ενηλικίωσης – με τη μοναδική όμως κινηματογραφική γραφή του Λιντς, που μεταλλάσσει το καθημερινό σε υποβλητικά τρομακτικό και το συνηθισμένο σε εφιαλτικό όνειρο. Με νεονουάρ στοιχεία και μια ελαφρώς σουρεαλιστική προσέγγιση, ο σκηνοθέτης απεικονίζει ξανά το μανιχαϊκό του ηθικό Σύμπαν όπου ο αφελής ήρωας καταδύεται σταδιακά σε μια κρυμμένη, αλλά πιο αληθή και πάντα παρούσα πραγματικότητα, κάτω από το επιφανειακό πέπλο μιας αγνότητας όμορφα αποδιδόμενης εδώ από την αισθητική της «αθώας» επαρχιακής Αμερικής του ’50 – εμφανώς αντικείμενο σαρκασμού.

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

Κινηματογράφος: «Ντιουν» (1984)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
==> Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune») <==

NTIOYN

«DUNE»






    Η διαστρική ανθρώπινη κοινωνία του έτους 10191 είναι ένας κόσμος υψηλής τεχνολογίας, αλλά πολύπλοκης νεοφεουδαρχικής δομής, με δαιδαλώδη, αντικρουόμενα πολιτικά συμφέροντα, όπου το μυστικιστικό και το παραψυχολογικό στοιχείο έχουν αναβαθμισμένο ρόλο. Ένας πλανήτης είναι η μοναδική πηγή του πολύτιμου «άλατος» (spice mélange): το άλας διευρύνει τη συνείδηση, επεκτείνει τη ζωή και επιτρέπει τα διαστρικά ταξίδια μέσω του υπερχώρου – άρα και το γαλαξιακό εμπόριο. Ο καλυμμένος από αμμώδη έρημο πλανήτης είναι ο Αρράκις, γνωστός και ως Ντιουν, με τους ιθαγενείς κατοίκους του Φρέμεν να ζουν υπό την τυραννία του σαδιστικού Οίκου των Χαρκόννεν. Μόνη έγνοια των τελευταίων είναι η διασφάλιση της ομαλής ροής παραγωγής άλατος, ώστε να διατηρείται ικανοποιημένη η πανίσχυρη Συντεχνία των Πλοηγών (παρόμοια με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα) και το πολιτικό πιόνι της, ο Αυτοκράτορας Σαντάμ IV του Οίκου των Κορρίνο. Όταν ο ευγενής Οίκος των Ατρειδών, ευρισκόμενος από παλιά σε βεντέτα με τους Χαρκόννεν, διατάσσεται από τον Αυτοκράτορα να αναλάβει τη διακυβέρνηση του Αρράκις, όλοι διαισθάνονται πως πρόκειται για παγίδα. Αυτή είναι η έναρξη μίας περιπέτειας η οποία θα επιφέρει την πτώση των Ατρειδών και θα οδηγήσει τον νεαρό γιο του επικεφαλής των τελευταίων, τον Πωλ, στον σφετερισμό του μεσσιανικού ρόλου που αποδίδει μία προφητεία των Φρέμεν σε κάποιον αναμενόμενο «απελευθερωτή» τους, στη συνένωσή τους υπό την ηγεμονία του και στον ολοκληρωτικό πόλεμο κατά των Χαρκόννεν και του Αυτοκράτορα. Το έπαθλο είναι μοναδικό: ο έλεγχος του άλατος, ο έλεγχος του Σύμπαντος.
     Μια τετραετία μετά τον εμπορικό, πολυβραβευμένο και «ομαλής αφήγησης» Άνθρωπο Ελέφαντα και ύστερα από τρία έτη παραγωγής, ο Ντέιβιντ Λιντς παραδίδει στη μεγάλη οθόνη μία σχετικά πιστή …περίληψη της πολυσύνθετης και επικής διαστημικής όπερας του Φρανκ Χέρμπερτ Ντιουν (1965), εμβληματικού μυθιστορήματος της σύγχρονης επιστημονικής φαντασίας. Υπό τη διεύθυνση του γνωστού Ιταλού παραγωγού Ντίνο ντε Λορέντις (υπεύθυνου για διάσημες αγγλόφωνες ταινίες, μετά τη μεταφορά της επιχειρηματικής του έδρας στις ΗΠΑ, αλλά και για παλιότερα φιλμ του Φελίνι), ο Λιντς συντονίζει ορισμένους μόνιμους συνεργάτες του, ένα επιτελείο φημισμένων ηθοποιών (Μπραντ Ντούριφ, Χοσέ Φερέρ, Γιούργκεν Πρόχνοφ, Μαξ φον Σίντοφ, Σον Γιανγκ, Πάτρικ Στιούαρτ και …ο τραγουδιστής Στινγκ) μα και τον κατοπινό ερμηνευτή-φετίχ του, τον νεαρό τότε Κάιλ Μακλάχλαν στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ποπ ροκ μπάντα της εποχής Toto και ο ταλαντούχος συνθέτης Μπράιαν Ίνο ανέλαβαν τη μουσική επένδυση, ενώ για λόγους μείωσης του κόστους η ταινία κινηματογραφήθηκε (με προϋπολογισμό 40 εκατομμυρίων δολαρίων) σε στούντιο του Μεξικού. Ο Λιντς συνέγραψε ο ίδιος το σενάριο, χωρίς να έχει προηγούμενη επαφή όχι μόνο με το Ντιουν αλλά και ευρύτερα με την επιστημονική φαντασία, ενώ πριν από την κυκλοφορία της ταινίας στις αίθουσες δόθηκε μεγάλη δημοσιότητα στο εγχείρημα, τόσο λόγω της κινηματογράφησης ενός πασίγνωστου μυθιστορήματος με άριστες πωλήσεις, όσο και εξαιτίας της εμπλοκής του καλλιτέχνη που σκηνοθέτησε τον αναγνωρισμένο και φημισμένο Άνθρωπο Ελέφαντα. Ήταν η πρώτη έγχρωμη ταινία του και η πρώτη φορά (μοναδική, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων) που αναλάμβανε ένα συμβόλαιο τόσο υψηλού προϋπολογισμού και αναμενόμενων αποδόσεων.

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Κινηματογράφος: «Ο Άνθρωπος Ελέφαντας» (1980)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
==> Κινηματογράφος: Ο Άνθρωπος Ελέφαντας (1980, «The Elephant Man») <==
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ

«THE ELEPHANT MAN»




    Η αληθινή ιστορία του Τζον Μέρικ, ενός εκ γενετής φρικτά παραμορφωμένου, αλλά ευφυούς άνδρα στο πουριτανικό βικτωριανό Λονδίνο, της Δεύτερης Βιομηχανικής Επανάστασης και του γιγάντιου ταξικού χάσματος. Ο Μέρικ διήνυσε την περισσότερη ζωή του ως περιφερόμενο κτηνώδες έκθεμα (ο «Άνθρωπος-Ελέφαντας» του τίτλου), ώσπου ένας διακεκριμένος γιατρός της υψηλής κοινωνίας ανέλαβε γοητευμένος να τον μεταφέρει στον κόσμο των ανθρώπων. Αυτό που προέκυψε ήταν ένα συμπονετικό τέρας με ψυχή αγίου.
     Στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, αυτή τη φορά με εξαίρετους ηθοποιούς – αστέρες στη διάθεσή του (Άντονι Χόπκινς, Αν Μπάνκροφτ, Τζον Χαρτ) και έναν προϋπολογισμό γιγάντιο συγκριτικά με τα 10000 δολάρια του ντεμπούτου του (Eraserhead), ο σπουδαίος Αμερικανός κινηματογραφιστής του ασυνειδήτου γαντζώνεται στις ίδιες μεθόδους και θεματικές. Έχοντας όμως ένα στιβαρό και «ομαλό» σενάριο στο χέρια του, όχι γραμμένο από τον ίδιο και βασισμένο σε αληθινή ιστορία, πετυχαίνει να φορτίσει τον Άνθρωπο ελέφαντα με έναν βαρύ συναισθηματικό πυρήνα και να συγκινήσει τον θεατή πολύ πιο πέρα από το εγκεφαλικό επίπεδο. Τα περιστασιακά ψήγματα του σκοτεινού λυντσικού σουρεαλισμού απλώς προσδίδουν στο φιλμ περισσότερο ενδιαφέρον και μια απόκοσμη χροιά.