Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχεδέλεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχεδέλεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

Κινηματογράφος: «Ο νεκρός» (1995)

Ο ΝΕΚΡΟΣ

«DEAD MAN»



     Ένα ατμοσφαιρικότατο διαμάντι του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Τζιμ Τζάρμους, Ο νεκρός είναι ένα μυσταγωγικό ταξίδι στο πολιτισμικό ασυνείδητο της νεωτερικής Δύσης, αιθέριο και λυρικό, μια ελεγεία για την παρακμή του σύγχρονου τεχνολογικού κόσμου με τη φόρμα του ποιητικού νεογουέστερν. Η ιστορία μοιάζει προσχηματική: ο Ουίλιαμ Μπλέικ, ένας λογιστής από το Κλήβελαντ του 19ου αιώνα που υποδύεται θαυμάσια ο Τζόνι Ντεπ, ταξιδεύει με το τραίνο δυτικά, σε μια βιομηχανική συνοριακή πόλη ονόματι «Μηχανή» προς αναζήτηση εργασίας. Εκεί συναντά την πρώην πόρνη Θελ, της οποίας ο φίλος τούς πιάνει στο κρεβάτι. Ο Μπλέικ αναγκάζεται να αφεθεί στην αγριότητα του τοπίου, με μια σφαίρα καρφωμένη στο στήθος και κατηγορούμενος για διπλό φόνο.
    Τον ακολουθούν ψυχοπαθείς κυνηγοί κεφαλών, ενώ το ταξίδι του αυτό, παρέα με έναν εκκεντρικό, μεγαλόσωμο ερημίτη Ινδιάνο με παιδεία λευκού που αυτοαποκαλείται Κανένας και θεωρεί τον Μπλέικ μετενσάρκωση του διάσημου ομώνυμου ποιητή, μοιάζει με μια εκτεταμένη σκηνή θανάτου, όπου ο ήρωας μετατρέπεται εκούσια σε πιόνι της μοίρας. Κατά την πορεία τους προς τον ωκεανό, όπου ο Κανένας σκοπεύει να απελευθερώσει το φυλακισμένο πνεύμα του Μπλέικ με μια ινδιάνικη νεκρώσιμη τελετουργία, συναντούν έναν βάρβαρο κόσμο αποσύνθεσης, βίας και χάους, φερμένο απ’ τους λευκούς εποίκους, σε αντιδιαστολή με τον περισσότερο ευγενικό και φυσικό τρόπο ζωής των γηγενών της Βορείου Αμερικής.

Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

Κινηματογράφος: «Beyond the Black Rainbow» (2010)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9»)
==>Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010) <==

BEYOND THE BLACK RAINBOW




    Το Ινστιτούτο Αρμπόρια δημιουργήθηκε κατά τη δεκατία του ’60 για να βελτιώσει την ανθρώπινη κατάσταση μέσω της επιστήμης και της ψυχεδέλειας, στο πλαίσιο των New Age αναζητήσεων της εποχής. Εν έτει 1983, όμως, μόνη του λειτουργία φαίνεται να είναι η διαρκής καταστολή μίας νεαρής, κατατονικής κοπέλας με τηλεκινητικές δυνάμεις, της Έλενα, υπό την επίβλεψη του ημιπαράφρονα ψυχιάτρου Μπέρι Νάιλ, διαδόχου και προστατευόμενου του Δρος Αρμπόρια.
    Ο Πάνος Κοσμάτος, γιος του χολιγουντιανού «εργάτη» Τζορτζ Κοσμάτος (σκηνοθέτη, μεταξύ άλλων, του Περάσματος της Κασσάνδρας, αλλα και των Ράμπο II: Η αποστολή και Κόμπρα, με τον Σιλβέστερ Σταλόνε), κατάφερε το 2010 να δημιουργήσει ένα μικρό διαμάντι, με μόνο έναν μικροσκοπικό προϋπολογισμό αντλημένο κυρίως από τα έσοδα των πωλήσεων DVD της πιο διάσημης ταινίας του πατέρα του, του γουέστερν Σύγκρουση στον πράσινο βάλτο (1993). Το Beyond the Black Rainbow, παρά την υποτυπώδη πλοκή και τους ισχνούς χαρακτήρες, μένει στο μυαλό ως μία αλησμόνητη οπτικοακουστική εμπειρία, ένας εξαιρετικά ατμοσφαιρικός φόρος τιμής στην αισθητική και στους προβληματισμούς της δεκαετίας του ’80 που σημάδεψαν τον δημιουργό στην εφηβεία του. Ένα ανόσιο υβρίδιο του σινεμά των πρώιμων Κρόνενμπεργκ και Κάρπεντερ με ταινίες του Κιούμπρικ, με δείγματα του ιταλικού τζιάλο και με τη σύγχρονη, ρετρό νοσταλγία για την εποχή των συνθεσάιζερ και των φωτισμών νέον, το Beyond the Black Rainbow λειτουργεί αποτελεσματικά ως μία εφιαλτική αλληγορία για τον κοινωνικό έλεγχο.

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

Κινηματογράφος: «Γκόθικ» (1986)

ΓΚΟΘΙΚ

«GOTHIC»



    Το καλοκαίρι του 1816 ο αυτοεξόριστος, ιδιόρρυθμος Βρετανός ποιητής του ρομαντισμού Λόρδος Βύρων – διαβόητος για τον έκλυτο βίο και τις αμφιφυλοφιλικές του τάσεις – φιλοξενεί στο μέγαρό του επί της Λίμνης της Γενεύης στην Ελβετία το νεαρό ζεύγος Πέρσυ και Μαίρη Σέλλεϋ, καθώς και τη χυμώδη ετεροθαλή αδελφή της Μαίρη ονόματι Κλαιρ η οποία παλαιότερα είχε δεσμό μαζί του. Στον κύκλο αυτό των επίδοξων λογοτεχνών (ο Πέρσυ ήταν ήδη αναγνωρισμένος ρομαντικός ποιητής) συμμετείχε και ο προσωπικός ιατρός του Λόρδου, ο Τζον Πολιδόρι. Κατά τη διάρκεια μιας θυελλώδους καλοκαιρινής νύχτας, οι πέντε αριστοκράτες θα διασκεδάσουν καταναλώνοντας αλκοόλ και όπιο, επιδιδόμενοι σε όργια και επινοώντας ο καθένας από μία ιστορία τρόμου. Όμως ο αθώος λογοτεχνικός διαγωνισμός θα καταλήξει σε εφιάλτη, αφού η παιγνιώδης πνευματιστική τους απόπειρα να καλέσουν τους νεκρούς με αλχημικές μεθόδους όχι μόνο θα εγείρει ένα υπερφυσικό πλάσμα «φτιαγμένο από τους χειρότερους φόβους τους» το οποίο θα στοιχειώσει το μέγαρο, αλλά θα φέρει στην επιφάνεια και τα πάθη πίσω από τις μεταξύ τους σχέσεις...
    Ευφάνταστη ταινία φρίκης η οποία επιχειρεί να δραματοποιήσει ένα πραγματικό περιστατικό, έναν ιδιωτικό λογοτεχνικό διαγωνισμό που παρήγαγε τον Φρανκενστάιν της Μαίρη Σέλλεϋ (1818) – το πασίγνωστο μυθιστόρημα που αναδύθηκε από τη γοτθική και ρομαντική παράδοση του τρόμου, για να αποτελέσει το πρώτο δείγμα λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας – καθώς και τον Βρικόλακα του Πολιδόρι (1819), το πρώτο διήγημα τρόμου με βαμπιρική θεματολογία. Το σενάριο συμπιέζει γεγονότα μηνών σε ένα 24ωρο και τα εμβολιάζει με γερές δόσεις φανταστικού, μετασχηματίζοντάς τα σε ασυγκράτητη σουρεαλιστική φαντασίωση: στο δεύτερο ήμισυ της διάρκειας του φιλμ, οι πέντε συγγραφείς έχουν εν αγνοία τους κλητεύσει έναν δαίμονα που προκαλεί παραφροσύνη και καταδιώκονται από αυτόν. Συνεχείς αναφορές στην πλοκή και στους χαρακτήρες του Φρανκενστάιν υπαινίσσονται ότι τα εν λόγω γεγονότα υπήρξαν η πηγή έμπνευσης του μυθιστορήματος, που ως γνωστόν αφορά την ύβρη και την τιμωρία ενός επιστήμονα ο οποίος ζωοδότησε ένα κτηνώδες ανθρωπόμορφο πλάσμα συναρμολογημένο από τα μέλη πτωμάτων. Ακόμα τακτικότερες είναι οι λεπτές αναφορές του σεναρίου – μέσω διαλόγων, ονείρων ή εμμονών – σε αληθινές λεπτομέρειες του βίου και των κοινωνικών σχέσεων των πέντε αυτών υπαρκτών προσώπων: από την εικονιζόμενη απέχθεια του Βύρωνα για τις βδέλλες, μέχρι τα οράματα της Μαίρη για το νεκρό βρέφος της, την εγκυμοσύνη της Κλαιρ από τον Βύρωνα και τον σκανδαλώδη παλαιότερο έρωτα του τελευταίου για την ετεροθαλή αδελφή του Αυγούστα. Οι αμφιφυλοφιλικές τάσεις των τριών ανδρών πρωταγωνιστών, συνοδευόμενες από θρησκευτικής ρίζας ενοχές στην περίπτωση του Πολιδόρι και από μισογυνισμό στην περίπτωση του κινηματογραφικού Βύρωνα, αποτελούν ακόμα ένα επικρατές συστατικό του σεναρίου. Τέλος, το εγχείρημα μοιάζει πλήρως εναρμονισμένο αισθητικά με τα νεκροφιλικά και μακάβρια μοτίβα του σκοτεινού ρομαντισμού της εποχής.

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Ανεξέλεγκτες καταστάσεις» (1980)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9»)
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

«ALTERED STATES»




     Ο Έντουαρντ Τζέσαπ, ένας νεαρός και εγωκεντρικός ερευνητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, έχει μια εμμονή με την εύρεση της απόλυτης αλήθειας σχετικά με τη ζωή και την ύπαρξη. Βασανιζόμενος από θρησκευτικά οράματα μέχρι τα 16 του, έπαψε να πιστεύει στον Θεό μετά τον οδυνηρό θάνατο του πατέρα του αλλά παρέμεινε μελετητής της μυστικιστικής εμπειρίας. Τώρα επιχειρεί να προσεγγίσει επιστημονικά το πρόβλημα, μέσω ψυχεδελικών ουσιών και δεξαμενών στέρησης αισθήσεων στα υπόγεια εργαστήρια των μεγάλων πανεπιστημιακών νοσοκομείων. Όταν έρθει σε επαφή και αρχίσει να πειραματίζεται με ένα αδοκίμαστο άγνωστο ψυχοτρόπο, παραδοσιακό βοήθημα των Ινδιάνων του Μεξικού σε θρησκευτικές τελετές, θα τεθεί σε κίνδυνο όχι μόνο η σχέση του με την ανθρωπολόγο σύζυγο και τους δύο ιατρούς συνεργάτες του, όχι μόνο η πίστη του στις φυσικές επιστήμες, αλλά και η ίδια η ανθρώπινη βιολογική του υπόσταση…
     Στον απόηχο της ψυχεδελικής αντικουλτούρας του ’60, ενώ είχαν γίνει ευρέως γνωστές οι επιστημονικές μελέτες περί του ψυχεδελικού LSD – ικανού να επιφέρει στον χρήστη παραισθησιογόνα «ταξίδια» παρόμοια με μυστικιστικές θρησκευτικές εμπειρίες – και στις μεσαίες τάξεις της Δύσης είχε διαδοθεί το εκλεκτικιστικό «πνευματικό κίνημα» της Νέας Εποχής – το οποίο κατέστησε εκ νέου δημοφιλή έναν ρηχό μεταφυσικό δυϊσμό, ποντάροντας στην εξωτική γοητεία της παραδοσιακής απωανατολικής φιλοσοφίας ή του αποκρυφισμού και συνθέτοντας τα εν λόγω στοιχεία με εκλαϊκευμένη ψυχολογία –, ένα σενάριο στηριγμένο σε επίκαιρο μυθιστόρημα της περιόδου δεινοπάθησε μέχρι να βρει σκηνοθέτη για τη χολιγουντιανή κινηματογραφική του μεταφορά. Το βιβλίο ήταν εμπνευσμένο από τις πραγματικές έρευνες του Αμερικανού Τζον Λίλυ, φυσικού, βιολόγου, ιατρού, ψυχαναλυτή και νευροεπιστήμονα ο οποίος εφηύρε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τις δεξαμενές απομόνωσης ως μέσα αισθητηριακής στέρησης, πειραματίστηκε με ψυχεδελικές ουσίες, πρωτοστάτησε σε μελέτες επικοινωνίας με δελφίνια, εντρύφησε στη γιόγκα και συνέβαλε στην ανάπτυξη της Εξίσωσης Ντρέικ, σημαντικής στην επιστημονική έρευνα για εξωγήινη νοημοσύνη (SETI). Τελικά ο σκηνοθέτης Κεν Ράσελ, μετά την εγκατάλειψη του φιλμ από τον Άρθουρ Πεν, αποδέχθηκε ένα εγχείρημα πολύ δύσκολο, αφού η ιστορία θα μπορούσε να διολισθήσει εύκολα στη γελοιότητα.

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Paranoia Agent» (2004)

PARANOIA AGENT

«PARANOIA AGENT»




     Σε μία περιοχή του σημερινού Τόκιο, ένας κινούμενος με πατίνια μυστηριώδης νεαρός, φορώντας καπέλο και κρατώντας ρόπαλο του μπέιζμπολ, χτυπά απρόσμενα και φαινομενικά τυχαία περαστικούς τις νύχτες. Παράνοια αρχίζει να διακατέχει τους πολίτες. Δύο αξιωματικοί της Αστυνομίας ερευνούν τη μυστηριώδη υπόθεση – γρήγορα αντιλαμβάνονται όχι μόνο ότι τα θύματα συνδέονται εμμέσως μεταξύ τους ακόμα και αν δεν γνωρίζονται προσωπικά, αλλά και ότι κάθε χτύπημα λαμβάνει χώρα σε μία στιγμή τέτοια, που απαλλάσσει το θύμα από ένα μεγάλο ψυχολογικό φορτίο σε μια στιγμή ατομικής κρίσης…
     Τηλεοπτικό ιαπωνικό άνιμε 13 επεισοδίων του Σατόσι Κον (Το τέλειο γαλάζιο, Η ηθοποιός της χιλιετίας, Πάπρικα), το οποίο συνθέτει σε ένα πρωτότυπο σύνολο στοιχεία κοινωνικού δράματος, ψυχολογικού θρίλερ και σάτιρας. Ο Κον αξιοποίησε αχρησιμοποίητες ιδέες από παλαιότερες κινηματογραφικές του ταινίες για τη συγγραφή του σεναρίου και σκηνοθέτησε δυναμικά το Paranoia Agent με σπιρτάδα και χάρη. Με πλοκή στηριγμένη σε φαινόμενα μαζικής υστερίας, αυθυποβολής και κρίσεων άγχους, αλλά και με σαφείς παραφυσικές προεκτάσεις, ο Κον στιγματίζει τον μοντέρνο τρόπο ζωής και τις πιέσεις τις οποίες ασκεί στο άτομο, την υπέρμετρη επιρροή των ΜΜΕ, τον καταναλωτισμό, την ψυχολογική τάση για αναζήτηση «εύκολων λύσεων» και ψευδών, φανταστικών απαντήσεων στα προβλήματα και στα ερωτήματα μιας πολύπλοκης κοινωνίας. Και – πράγματι – πόσο υπέροχα διαγράφεται αυτή η κοινωνία, ο κόσμος της σύγχρονης, μεταβιομηχανικής Ιαπωνίας, μέσα από έναν θίασο ποικιλόμορφων, ρεαλιστικά «γκρίζων» χαρακτήρων, με τη δική τους συμπεριφορά, υπόβαθρο και ψυχολογική κατάσταση, και με τόσες διαφορετικές όψεις του καθημερινού βίου στο Τόκιο να εκτίθενται; Η ιστορία του ασύλληπτου νεαρού ροπαλοφόρου είναι η αφορμή που ξεγυμνώνει τους χαρακτήρες φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με ένα θεμελιώδες ερώτημα: πώς αποκρίνεται κανείς στις προκλήσεις της πραγματικότητας; Αγκιστρώνοντας τον εαυτό του σ’ αυτήν και παλεύοντας, ή δραπετεύοντας σε μια φαντασίωση;

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «INLAND EMPIRE» (2006)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

INLAND EMPIRE

«INLAND EMPIRE»




     Τέταρτο και τελευταίο φιλμ του Ντέιβιντ Λιντς από την τρίτη περίοδο του κινηματογραφικού του έργου (από το προοίμιο του Υπόπτου κόσμου του Τουίν Πικς κι έπειτα) – εξαιρώντας τη «συμβατική» Αληθινή ιστορία ­–, δεν έχει την επιτυχία των προηγούμενων τριών αλλά σίγουρα προωθεί σε νέα, αδιανόητα άκρα τις μεθόδους και τις εμμονές του Αμερικανού σκηνοθέτη και σεναριογράφου, αντικαθιστώντας παράλληλα ορισμένες σταθερές των ταινιών του με νέες, δοκιμαζόμενες ιδέες και τεχνικές. Φαίνεται πως ο Λιντς και οι τακτικοί συνεργάτες του (όπως η επί δεκαπενταετία μοντέρ και πρώην σύζυγός του Μαίρη Σουίνι – εδώ και συμπαραγωγός), έχοντας τελειοποιήσει οριστικά το ύφος τους με την Οδό Μαλχόλαντ, αποφασίζουν να αλλάξουν ορισμένα πράγματα, να εγκαταλείψουν κάποια και να εφεύρουν άλλα, υποδεχόμενοι αισιόδοξα τον νέο αιώνα αλλά παραμένοντας πιστοί στη βασική συνταγή των προηγούμενων 15 ετών: κατακερματισμένη και μη γραμμική αφήγηση, θρυμματισμένες και εναλλασσόμενες ταυτότητες, διαπλεγμένοι υποκειμενικοί κόσμοι, πρωταγωνιστές στα όρια της ψύχωσης.
     Αυτή τη φορά το εύρημα της Χαμένης λεωφόρου και της Οδού Μαλχόλαντ δεν ισχύει πια. Αντί για έναν φανταστικό και έναν πραγματικό κόσμο οι οποίοι παρουσιάζονται στον θεατή ως εξίσου αληθινοί, ώσπου ο φανταστικός καταρρέει διαβρωνόμενος από το παράλογο και το εφιαλτικό στοιχείο (παραλλαγή της μη εμφανούς διάκρισης μεταξύ αληθινού κόσμου και κόσμου του ασυνειδήτου, στις πρώτες δύο περιόδους της λυντσικής φιλμογραφίας), έχουμε τώρα έναν καθαρά μεταμοντέρνο, αξεδιάλυτο ιστό στιγμών και ψυχικών καταστάσεων πλήρους υποκειμενισμού, χωρίς συγκεκριμένες, ευδιάκριτες σκηνές «μετάβασης» ή «μεταμόρφωσης» – οι εναλλαγές ταυτοτήτων, πραγματικοτήτων και υποπλοκών συμβαίνουν συνεχώς και απροειδοποίητα μετά την πρώτη από τις τρεις ώρες διάρκειας της ταινίας. Πριν από το μέσο του φιλμ, η αφήγηση έχει ενδοραγεί σε ένα αχανές, αχαρτογράφητο σύμπλεγμα αποσπασματικών και επαναλαμβανόμενων επεισοδίων το οποίο απεικονίζει τις περιπλανήσεις του νου της ηρωίδας κατά τη διάρκεια των συναισθηματικών της μεταβολών, χωρίς καμία χωροχρονική σύμβαση ή ίχνος αντικειμενισμού να διατηρείται. Για πρώτη φορά όλη η ταινία μοιάζει να εκτυλίσσεται στον μη-χώρο του ασυνειδήτου, αφορώντας θεματικά τις ψευδαισθήσεις που εκτρέφει η βιομηχανία του Χόλιγουντ, κατασκευάζοντας ταυτότητες και πλαστές εικόνες του εαυτού σε έναν κόσμο υπέρτατης κοινωνικής ανισότητας – οι νύχτες του Λος Άντζελες αποτελούν καταφύγιο της εξαθλίωσης, χώρο αστέγων και κακοποιούμενων ιερόδουλων. Εκεί είναι που η έκπτωτη, ετοιμοθάνατη πρωταγωνίστρια φτύνει αίμα στο πεζοδρόμιο με τις υπογραφές των αστέρων, αποτελώντας το αλληγορικό μέσον με το οποίο ο Λιντς φτύνει κατάμουτρα την ίδια τη βιομηχανία της διασκέδασης.

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Χαμένη λεωφόρος» (1997)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ΧΑΜΕΝΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ

«LOST HIGHWAY»




     Στα προάστια του Λος Άντζελες κατοικεί το ευκατάστατο ζευγάρι του Φρεντ (Μπιλ Πούλμαν), επαγγελματία σαξοφωνίστα της τζαζ, και της γοητευτικής Ρενέ (Πατρίσια Αρκέτ). Ο Φρεντ ζηλεύει παθολογικά τη σύζυγό του, αδυνατεί να έχει πλήρη σεξουαλική επαφή μαζί της και είναι φανερό πως αυτή τον φοβάται, παρά τη φαινομενική ηρεμία και την επιφανειακή μονοτονία της σχέσης τους. Μία μέρα αρχίζουν να λαμβάνουν ταχυδρομημένες βιντεοκασέτες από άγνωστο αποστολέα, οι οποίες απεικονίζουν το εσωτερικό του σπιτιού τους – τρομοκρατούνται και καλούν την Αστυνομία, αλλά οι δύο ντετέκτιβ της υπόθεσης δεν εντοπίζουν ίχνη διάρρηξης. Σε ένα πάρτι το οποίο διοργανώνει κάποιος πλούσιος και ύποπτος φίλος της Ρενέ, ο Φρεντ γνωρίζει έναν παράξενο, απόκοσμο και μυστηριώδη άνδρα που ισχυρίζεται ότι είναι ταυτόχρονα και μέσα στο σπίτι του ζεύγους, αφού «εκείνος τον προσκάλεσε». Λίγες μέρες μετά η Ρενέ είναι βάναυσα δολοφονημένη, ενώ ακόμα μία βιντεοκασέτα έχει καταφθάσει απεικονίζοντας τον ήρωα να την κατακρεουργεί στην κρεβατοκάμαρά τους. Ο Φρεντ δεν διαθέτει καμία μνήμη του συμβάντος αλλά συλλαμβάνεται και καταδικάζεται να εκτελεστεί στην ηλεκτρική καρέκλα. Μια νύχτα, ενώ ένας ανεξιχνίαστος πονοκέφαλος του προκαλεί αϋπνία, οι δεσμοφύλακες ακούν κραυγές από το κλειδωμένο κελί του. Το άλλο πρωί στη θέση του έχει εμφανιστεί ένας άλλος, νεότερος άνδρας – ο Πίτερ – χωρίς καμία ιδέα για το πώς βρέθηκε εκεί...
     Ο Ντέιβιντ Λιντς επιστρέφει στο σινεμά πέντε χρόνια μετά τον παρεξηγημένο και εμπορικά αποτυχημένο κινηματογραφικό Ύποπτο κόσμο του Τουίν Πικς, ξανά με γαλλική χρηματοδότηση, δείχνοντας πως είναι πια σε μια νέα φάση της καριέρας του. Όλες οι εικαστικές εμμονές του και οι συνηθισμένες κινηματογραφικές του μέθοδοι παρελαύνουν από την οθόνη σε ένα εξαιρετικά ατμοσφαιρικό οπτικοακουστικό παραλήρημα, προσεγμένο ως το τελευταίο καρέ, το οποίο κατορθώνει να εναλλάσσει μαεστρικά τον φρενήρη ρυθμό με την υπνωτιστική αναμονή. Εμφανή είναι τα περισσότερα διακριτικά σημάδια του λυντσικού κινηματογράφου: οι παράλογες σεκάνς, οι σουρεαλιστικοί χαρακτήρες, το μαύρο χιούμορ, τα ονειρικής λογικής δρώμενα με την ανερμήνευτη υπερφυσική αύρα, η δαιδαλώδης και αινιγματική μη γραμμική αφήγηση του Eraserhead και του Τουίν Πικς, οι διφορούμενες σιωπές, ή η απολύτως ταιριαστή διανομή ρόλων. Ακόμα, ο δυνατός φωτισμός ως σύμβολο αγάπης και θέρμης, τα απόκοσμα κοντινά πλάνα σε βελούδινες κουρτίνες ως μεταφορικές πύλες του ασυνείδητου, οι παραμορφωμένοι ανθρώπινοι χαρακτήρες ως σύμβολα εννοιών, οι νότες του Μπανταλαμέντι, τα εικαστικά παιχνιδίσματα με τα υψηλά ή τα χαμηλά κοντράστ, τα πλάνα με την αργή κίνηση και τη μουσική συνοδεία σε σημεία - κλειδιά, ο κλειστοφοβικός ηχητικός σχεδιασμός των χώρων, οι διαρκείς εναλλαγές μεταξύ φωτός και σκότους, ο ηλεκτρισμός που τρεμοπαίζει και οι δυσοίωνοι υπόκωφοι βόμβοι ως προμηνύματα κινδύνου. Για άλλη μια φορά, οι σκιές στους εσωτερικούς χώρους μοιάζουν να απορροφούν τα πάντα, ενώ ο διάχυτος αισθησιακός ερωτισμός και η φρικτή βία εναλλάσσονται ακανόνιστα. Τώρα όμως, το μείγμα αυτό εφαρμόζεται σε ένα ψυχολογικό θρίλερ μυστηρίου με ίχνη νεονουάρ, χιτσκοκικές επιρροές και εκτυλισσόμενο σε αστικό σκηνικό – καινοφανή στοιχεία για τον σκηνοθέτη, αλλά η τελική σύνθεση ανταμείβει τον θεατή. Με τη συμμετοχή στο σενάριο του Μπάρι Γκίφορντ (συγγραφέα του μυθιστορήματος όπου είχε βασιστεί η Ατίθαση καρδιά) και του Τρεντ Ρέζνορ του ιντάστριαλ ροκ συγκροτήματος Nine Inch Nails στη μουσική επένδυση, ο Λιντς επέστρεψε με ένα μεταμοντέρνο, καλτ και οριακό δημιούργημα.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Σκοτεινό αστέρι» (1974)

ΤΖΟΝ ΚΑΡΠΕΝΤΕΡ

==> Κινηματογράφος: Σκοτεινό αστέρι (1974, «Dark Star») <==

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΣΤΕΡΙ

«DARK STAR»




     Στο απώτερο μέλλον, το τετραμελές πλήρωμα ενός αποκομμένου από τη Γη διαστημοπλοίου ονόματι «Σκοτεινός Αστέρας» – ευρισκόμενου σε πολυετή αποστολή στα πέρατα του Γαλαξία και υπεύθυνου για την ανατίναξη πλανητών, η τροχιά των οποίων απειλεί τη σταθερότητα αστρικών συστημάτων προορισμένων για αποικισμό από την Ανθρωπότητα – δαπανά βαριεστημένα, ράθυμα και ανιαρά τον χρόνο του χωρίς να αναπτύσσει πραγματικές ανθρώπινες σχέσεις. Αδιάφοροι για τα πάντα, έχουν φθάσει σε σημείο να μην μπορούν να ανακαλέσουν τα μικρά τους ονόματα αφού αποκαλούνται με τα επίθετα. Μόνο ένας ελάχιστα ευφυής εξωγήινος σε σχήμα… μεγάλης σφαίρας με πόδια (!) και ο πανταχού παρών υπολογιστής του πλοίου με την αισθησιακή γυναικεία φωνή τους κρατούν συντροφιά, ενώ ένα πλήθος μηχανικών βλαβών θέτουν την αποστολή σε κίνδυνο...
     Το β’ διαλογής αυτό φιλμ είναι κατ’ ουσία μία πάμφθηνη και χαμηλών αξιών παραγωγής φοιτητική εργασία του Τζον Κάρπεντερ, σπουδαστή κινηματογράφου στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η οποία στη συνέχεια βρήκε χορηγούς από το Χόλιγουντ και – μετά το φιλμάρισμα και την προσθήκη ενός σαραντάλεπτου πρόσθετου υλικού – μετατράπηκε σε πλήρες κινηματογραφικό εγχείρημα. Είναι η ταινία η οποία εκκίνησε την καριέρα του Αμερικανού «βασιλιά των b-movies» και δεν πρόκειται στην ουσία παρά για μία μαύρη κωμωδία επιστημονικής φαντασίας, μία εμπνευσμένη παρωδία του αριστουργηματικού 2001: Η Οδύσσεια του διαστήματος (1968). Αντί για τους μηχανοποιημένους, ψυχρούς και ανιαρούς αστροναύτες του 2001, εδώ πρωταγωνιστούν βαριεστημένοι, στο όρια της λοβοτομής… μελλοντικοί χίπηδες! Αντί για το αποστειρωμένο, φουτουριστικό και μινιμαλιστικό «Ντισκάβερι 1» του 2001 – α λα «Έντερπραϊζ» του Σταρ Τρεκ – εδώ έχουμε το ακατάστατο, βρώμικο, σχεδόν βιομηχανικό περιβάλλον του «Σκοτεινού Αστέρα» που αποπνέει απόγνωση και παρακμή (προπομπός της ανάλογης μελλοντολογικής αισθητικής του Πολέμου των άστρων και του Alien). Αντί για τον δυσλειτουργικό υπολογιστή HAL 9000 του 2001 εδώ έχουμε μια ευφυή θερμοπυρηνική βόμβα (υπεύθυνη για την καταστροφή των πλανητών σύμφωνα με το σχέδιο της αποστολής) με ικανότητα λόγου, αυτενέργεια, ξεροκέφαλο πείσμα και… φιλοσοφικές ανησυχίες! Αντί για την κλασική ορχηστρική μουσική του 2001 εδώ έχουμε ξεσηκωτικό ροκ του ‘60. Αντί για το μεταφυσικό ταξίδι του βασικού ήρωα «πέρα από το άπειρο» στο φινάλε του 2001, εδώ έχουμε τη στιλάτη και χιουμοριστική αυτοκτονία του πρώην σέρφερ ως λύτρωση από την ανία της καθημερινότητας. Αντί για τη θεαματική, μυστικιστική ξενάγηση στα κοσμικά μυστήρια του 2001, εδώ έχουμε μια μηδενιστική, «φτηνιάρικη» ματιά στη ματαιότητα της μοντέρνας ύπαρξης και στη ρουτινιάρικη ανία του βιομηχανικού πολιτισμού.