Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Κριστίν» (1983)



     Ο Τζον Κάρπεντερ, μετά την απογείωση του έργου του στις αρχές της δεκαετίας του 1980 με την Απόδραση από τη Νέα Υόρκη και την Απειλή, μεταφέρει με στυλ στη μεγάλη οθόνη – και για άλλη μια φορά με τη στήριξη μεγάλου στούντιο – ένα τότε ευπώλητο μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ. Η αντίκα «Κριστίν», μία κόκκινη Πλύμουθ Φιούρι του 1957, γοητεύει εν έτη 1978 έναν 17χρονο μαθητή Λυκείου, στερεοτυπικό «μαμμόθρεφτο σπασίκλα», στα προάστια μιας πόλης των ΗΠΑ. Ο Άρνολντ την επισκευάζει και συναρπάζεται από το παράξενο παλιό αυτοκίνητο, του οποίου το ραδιόφωνο παίζει μυστηριωδώς μόνο ροκ εν ρολ του ’50 και ο προηγούμενος ιδιοκτήτης αυτοκτόνησε στα καθίσματά του, μέχρι που βαθμιαία αποκτά αυτοπεποίθηση, μεταμορφώνεται, αφυπνίζεται σεξουαλικά, βλέπει τη ζωή του να αλλάζει και αρχίζει να αντιστέκεται – ίσως αλαζονικά – σε όσα τον καταπιέζουν. Παράλληλα γίνεται υπέρμετρα και παράλογα προστατευτικός απέναντι στην Κριστίν τη στιγμή που και η ίδια, κρύβοντας στο μέταλλό της μια δαιμονική και αυτοσυνείδητη ευφυΐα, διακρίνεται από μία ζηλοτυπία και μία εκδικητικότητα που φτάνουν μέχρι και τον φόνο…
     Μ’ αυτή την ιδιόρρυθμη ιστορία καταδικασμένης «αγάπης», ο Κινγκ έμοιαζε να σχολιάζει, με απλό τρόπο και με το περίβλημα του υπερφυσικού τρόμου, τις μεσοαστικές εφηβικές ανασφάλειες στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες και τις ψυχολογικές προεκτάσεις της διείσδυσης και φετιχοποίησης της υψηλής τεχνολογίας στην καθημερινότητα. Ο Κάρπεντερ επιλέγει να κινηματογραφήσει με απόλυτη σοβαρότητα και σκοτεινό τόνο μια ιστορία που φλερτάρει με το γελοίο, ευρισκόμενος στο στοιχείο του με την b-movie αίσθησή της, πνίγοντας ταυτόχρονα το φιλμ στο ρετρό ροκ εν ρολ από «την εποχή της αθωότητας», αφαιρώντας και την παραμικρή υπόνοια σπλάτερ και καταστρέφοντας δεκάδες παλιές Πλύμουθ κατά τα γυρίσματα – τα μόνα «αιματηρά» πλάνα στα οποία εκτίθεται ο θεατής αφορούν… μηχανικά «εντόσθια». Δυστυχώς, παρά τη νοσταλγική διάθεση και την επαρκή οικοδόμηση της ατμόσφαιρας από έναν μάστορα του είδους, τα στιγμιότυπα του τρόμου δεν εκμαιεύουν από τον θεατή ούτε φρίκη ούτε αγωνία, ενώ μετά το μέσον το σενάριο μοιάζει να αναλώνεται σε ατελείωτα υπονοούμενα ή σε σκηνές καταδίωξης εστιασμένες στις – θεαματικές, είναι η αλήθεια – συγκρούσεις αυτοκινήτων και στα άψογα μηχανικά και οπτικά ειδικά εφέ, με την Κριστίν να αυτοεπισκευάζει μαγικά και στιγμιαία το αμάξωμά της. Ορισμένες σκηνές ξεχωρίζουν, όπως η βιντεοκλιπίστικη εισαγωγή με την «ηρωίδα» να συναρμολογείται σε μία εργοστασιακή γραμμή παραγωγής το 1957 δολοφονώντας με την ευκαιρία και το πρώτο της θύμα, ή εκείνη όπου η φλεγόμενη, φονική Κριστίν τρέχει μανιασμένα μες στην νύχτα και στην άσφαλτο χωρίς οδηγό.
     Παραδόξως για ταινία του Κάρπεντερ αλλά αναμενόμενα για υλικό του Κινγκ, οι χαρακτήρες – συμπεριλαμβανομένου του σαγηνευτικού αυτοκινήτου (!) – είναι σχετικά ανάγλυφοι, συγκρατώντας την ταινία και το ενδιαφέρον του θεατή ως το τέλος. Στο πρώτο μέρος του φιλμ η αφήγηση μοιάζει να είναι από την οπτική γωνία του «δημοφιλούς» συμμαθητή του ήρωα ο οποίος νοιάζεται σε απροσδόκητο βαθμό για τον «σπασίκλα» φίλο του, στο μεσαίο από τη σκοπιά του ίδιου του Άρνολντ και στο τραγικό φινάλε – όταν φτάνει η αναμενόμενη στιγμή της τελικής αναμέτρησης – υπό το βλέμμα της κοπέλας του, την οποία παράτησε για χάρη της Κριστίν. Η βίαιη αυτή αναμέτρηση, στην κορύφωση υποτίθεται της πλοκής, μάλλον χαραμίζεται με την άνευρη και αναίτια αποπροσανατολιστική κινηματογράφησή της. Ο πάντα εξαιρετικός Χάρι Ντιν Στάντον (έχοντας συνεργαστεί με τον Κάρπεντερ και στην Απόδραση από τη Νέα Υόρκη) υποδύεται τον αστυνομικό που μετά τους πρώτους φόνους αρχίζει να ερευνά την υπόθεση, υποπτευόμενος τον Άρνολντ, αν και ο χαρακτήρας μοιάζει τελικά διακοσμητικός. Οι περισσότερες ερμηνείες επίσης είναι καλές για τα δεδομένα του εγχειρήματος. Δυστυχώς, είναι εμφανές πως πολλά επεισόδια της μυθιστορηματικής πλοκής έχουν αφαιρεθεί για λόγους διάρκειας και η ανάπτυξη των βασικών χαρακτήρων μοιάζει σπασμωδική, με απότομες και φαινομενικά ανεξήγητες μεταβάσεις. Ο σταδιακός εκφυλισμός του ήρωα, η καρδιά της αφήγησης, γίνεται πιστευτός μόνο μετά το μέσον της διάρκειας, όταν ο μεταφορικός «γάμος» του με την Κριστίν έχει ήδη τελεστεί.
     Η ταινία απέφερε 21 εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις και ο Κάρπεντερ την έχει χαρακτηρίσει αποτυχία. Παρά την τότε ψυχρή υποδοχή από κοινό και κριτικούς, σήμερα θεωρείται καλτ θρίλερ.