Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Χαμός στην Τσαϊνατάουν» (1986)




     Στο σύγχρονο Σαν Φρανσίσκο, ένας …πολύ σίγουρος για τον εαυτό του φορτηγατζής και στερεοτυπικός «αρρενωπός αλήτης με χρυσή καρδιά» ονόματι Τζακ Μπάρτον (Κερτ Ράσελ) δέχεται να βοηθήσει τον κινεζικής καταγωγής φίλο του Γουάνγκ να διασώσει την ερωμένη του, η οποία έχει μόλις απαχθεί από μία επικίνδυνη συμμορία της Τσαϊνατάουν. Στην πορεία κάποιοι κλέβουν το φορτηγό του και γίνεται μάρτυρας της υπερφυσικής παρέμβασης τριών πανίσχυρων μάγων – βοηθών του μυστηριώδους, αιωνόβιου και δαιμονικού Λο Παν – στη διένεξη μεταξύ αντίπαλων συμμοριών της συνοικίας. Γρήγορα ο Τζακ σχηματίζει μία συμμαχία με τον Γουάνγκ, μία δικηγόρο ονόματι Γκρέις Λω (Κιμ Κατράλ) και τον τοπικό Κινέζο «λευκό μάγο» Εγκ (Βίκτορ Γουόνγκ), ο οποίος τη μέρα εργάζεται ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου και τη νύχτα φημίζεται ως ειδήμων στον Λο Παν. Στόχος τους είναι να σταματήσουν τον τελευταίο πριν να είναι αργά. Στόχος του Λο Παν είναι να θυσιάσει μία κοπέλα με πράσινα μάτια για να άρει μια αρχαία κατάρα από πάνω του και να αποκτήσει ξανά υλικό σώμα, ώστε να κυβερνήσει τον κόσμο. Στόχος του Τζακ, να βρει το κλεμμένο του φορτηγό και να εντυπωσιάσει την όμορφη Γκρέις…
     Το 1985 ο Τζον Κάρπεντερ κλήθηκε να σκηνοθετήσει ένα ιδιόρρυθμο φιλμ, αρχικά προοριζόμενο για γουέστερν επηρεασμένο από τα «γούξια»: κινεζικές ταινίες πολεμικών τεχνών με υπερφυσικά στοιχεία, στηριγμένα στη λαϊκή κουλτούρα της Άπω Ανατολής. Το σενάριο ωστόσο ξαναγράφτηκε κατ’ απαίτηση του στούντιο, η δράση μεταφέρθηκε στην Τσαϊνατάουν του σύγχρονου Σαν Φρανσίσκο ώστε τα φάνταζυ συστατικά να ξαφνιάσουν περισσότερο τους θεατές και εισήχθησαν κωμικά στοιχεία σκρούμπολ, σε μία περίοδο που ταινίες δράσης νέας κοπής με εύθυμες νότες είχαν αρχίσει να κατακλύζουν το υπερατλαντικό σινεμά. Για τον «εμπορικό» πλέον Κάρπεντερ, κυρίως μετά τη φρέσκια επιτυχία του συμβατικά χολιγουντιανού Στάρμαν, με τη στήριξη μεγάλων κινηματογραφικών κυκλωμάτων και με εξασφαλισμένη τη συμμετοχή του Κερτ Ράσελ – ερμηνευτικής «μούσας» του σκηνοθέτη – στον πρωταγωνιστικό ρόλο, η επιτυχία έμοιαζε προεξοφλημένη. Ωστόσο η παραγωγή έπρεπε να επισπευστεί ώστε η ταινία να διανεμηθεί στις αίθουσες πριν από το ανταγωνιστικό εγχείρημα παρόμοιας θεματολογίας Το χρυσό παιδί, με τον δημοφιλή Έντι Μέρφι, το οποίο ετοιμαζόταν την ίδια περίοδο. Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε, μα μόνο για να αποδειχθεί οδυνηρά πως το στούντιο δεν είχε ιδέα πώς να προωθήσει και να διαφημίσει στο κοινό ένα τέτοιο δημιούργημα.
     Βασικό συστατικό το οποίο συγκρατεί την ταινία σε στέρεο έδαφος, είναι οι χαρακτήρες. Αν και όχι ακριβώς… μυθιστορηματικού επιπέδου, είναι αντισυμβατικοί για τα δεδομένα μιας τέτοιας παραγωγής και το στοιχείο αυτό εντάσσεται άψογα στο ευρύτερο κλίμα κωμικής δράσης. Ο Τζακ είναι μία αφελής, αλαζονική αλλά καλόκαρδη καρικατούρα του Ιντιάνα Τζόουνς – μυώδης, τολμηρός και έτοιμος για δράση, μόνο που στην πραγματικότητα οι καταστάσεις τον υπερβαίνουν και ελάχιστες φορές δρα όντως ως ο καταλύτης τον εξελίξεων. Τα κατορθώματά του κατά τη διάρκεια του φιλμ είναι εξίσου πολλά με τις γκάφες του, ενώ η κύρια δράση – οι μονομαχίες πολεμικών τεχνών – επαφίεται στους Κινέζους συντρόφους του. Μέσω αυτού, οι συντελεστές φαίνεται να παρωδούν συνειδητά τις συμβατικές χολιγουντιανές περιπέτειες και γουέστερν: αν και πρωταγωνιστής της ταινίας, ο Τζακ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ο βοηθός των «εξωτικών» συνεργατών του, μόνο που αυτός νομίζει πως είναι ο ήρωας!
     Η Γκρέις Λω είναι μεν απλώς το ερωτικό ενδιαφέρον του Μπάρτον και ο απαραίτητος παράγοντας αλληλεπίδρασης για να λειτουργήσει το διασκεδαστικό στοιχείο του σκρούμπολ, ενώ η υποφερτή ερμηνεία της Κατράλ – μάλλον εσκεμμένα υπερβολική και σαπουνοπερετική – δεν βοηθά περαιτέρω. Κατ’ απρόσμενο τρόπο όμως αυτή λειτουργεί ως ο «εγκέφαλος» της υπόθεσης και όχι απλώς ως μια δεσποσύνη σε κίνδυνο, αντιλαμβανόμενη μάλιστα ότι ο «ήρωας» – αν και ελκύεται από αυτόν – δεν είναι παρά ένας αποκρουστικός φαφλατάς! Κατ’ ακόμα πιο ενδιαφέροντα τρόπο, η πιο διαχρονική αφηγηματική σύμβαση καταρρίπτεται στο φινάλε όπου, αν και όλα έχουν πάει καλά, η ερωτική υπόσχεση μένει ξαφνικά ανεκπλήρωτη. Ο Εγκ φυσικά κλέβει την παράσταση, με τη χαρακτηριστική ερμηνεία του Γουόνγκ να συνεισφέρει σ’ αυτό, ως ο σοφός γέροντας της Ανατολής, επικίνδυνος μόνο όταν πρέπει και πάντα εξυπηρετικός. Χαρακτήρας κλισέ για γούξια, αλλά μάλλον πρωτότυπος για το εμπορικό σινεμά των ΗΠΑ του 1986.
     Η αδέσμευτη φαντασία και μια γοητευτική, αθώα αίσθηση του θαυμαστού είναι διάχυτη στα καρέ ενός εγχειρήματος το οποίο αναμειγνύει με χάρη πολλαπλά αφηγηματικά είδη. Το στηριγμένο σε πραγματικούς κινεζικούς θρύλους σενάριο, τα ατμοσφαιρικά, αληθοφανή σκηνικά της Τσαϊνατάουν και των υποτιθέμενων μυστικών υπογείων της με τους υπερφυσικούς κινδύνους – το «βασίλειο» του Λο Παν όπου εκτυλίσσεται μέρος της πλοκής –, οι παραμυθένιοι ναοί, οι σπηλιές και τα κρυμμένα παλάτια, τα κομψότατα και εμπνευσμένα κοστούμια, τα όμορφα ειδικά εφέ (κατευθυνόμενοι κεραυνοί, ξόρκια, τερατώδη αλλά όχι γκροτέσκα πλάσματα) και οι καλοστημένες, αλλά χαοτικές και ανάκατες με συμβατικό «πιστολίδι» και σωματική πάλη, χορογραφίες κουνγκ φου σε αποθήκες, υπόγεια και στενά δρομάκια, κερδίζουν εύκολα τον θεατή. Σε μία εποχή όπου οι σύγχρονες ταινίες δράσης δεν είχαν ακόμα εξελιχθεί πλήρως, η μεταμοντέρνα παρωδία στον κινηματογράφο ήταν άγνωστη έννοια και το σινεμά του Χονγκ Κονγκ δεν είχε επηρεάσει ακόμα καθόλου τις χολιγουντιανές περιπέτειες, όλα αυτά έμοιαζαν πρωτόγνωρα.
     Δεν είναι τυχαίο ότι το ηλεκτρονικό παιχνίδι Mortal Kombat, έξι χρόνια μετά, θα διαθέτει έναν χαρακτήρα εμφανώς βασισμένο στους τρεις βοηθούς του Λο Παν. Δεν είναι τυχαία η προσεγμένη αίσθηση της ξαφνικής εισχώρησης σε έναν παράλληλο, κρυμμένο κόσμο, μια πόλη μέσα στην πόλη αλλά πέρα από τον χρόνο, μόλις ο πρωταγωνιστής αφήνει το κεντρικό Σαν Φρανσίσκο και εισέρχεται στα στενά της Τσαϊνατάουν κατά το πρώτο ημίωρο. Συνυπολογίζοντας τον ταχύ ρυθμό και το διάσπαρτο χιούμορ με τις περιστασιακές σπαρταριστές ατάκες, η ταινία είναι μέχρι το κόκκαλο ένα επαγγελματικά κατασκευασμένο, θορυβώδες, πολυέξοδο και εξωτικό b-movie προορισμένο να διασκεδάσει στο έπακρο. Ωστόσο, παρά τη χαρακτηριστική μουσική υπόκρουση από συνθεσάιζερ, η πραγματική σκηνοθετική ευφυΐα των προηγούμενων ταινιών του Κάρπεντερ μοιάζει να λείπει ως ένα βαθμό – η κάμερα και τα μακρόστενα πλάνα δεν εντυπωσιάζουν.
     Κοινό και κριτικοί δεν έπιασαν τότε το νόημα και, με κόστος παραγωγής 25 εκατομμυρίων δολαρίων, τα κινηματογραφικά έσοδα ήταν τελικά περίπου 11 εκατομμύρια – λιγότερα από το ήμισυ. Λόγω αυτής της αποτυχίας, ο δυσαρεστημένος Κάρπεντερ έπαψε να συνεργάζεται με το χολιγουντιανό κύκλωμα και για τις επόμενες ταινίες του επέστρεψε στην ανεξάρτητη χρηματοδότηση· αυτή υπήρξε η τελευταία του στουντιακή παραγωγή. Το φιλμ τελικά πέτυχε στην αγορά των οικιακών μέσων, ενώ σήμερα έχει επανεκτιμηθεί και θεωρείται καλτ.