Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Η νύχτα με τις μάσκες» (1978)

ΤΖΟΝ ΚΑΡΠΕΝΤΕΡ


Η ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΙΣ ΜΑΣΚΕΣ

«HALLOWEEN»




     Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 διανεμήθηκε στις αίθουσες μία ανεξάρτητη ταινία-σταθμός η οποία καθιέρωσε την – προϋπάρχουσα – σχολή του «σλάσερ» στον χώρο του κινηματογράφου τρόμου και φρίκης. Η ταινία δεν ήταν άλλη από το Halloween, που κατέστησε διάσημους και πλούσιους τον σκηνοθέτη Τζον Κάρπεντερ και την πρωταγωνίστρια Τζέιμι Λι Κέρτις. Η Νύχτα με τις μάσκες γνώρισε τουλάχιστον οκτώ συνέχειες κατά την επόμενη εικοσαετία – πλήρως αποτυχημένες καλλιτεχνικά – και αμέτρητους μιμητές, με βασικότερη την κάκιστη κινηματογραφική σειρά Παρασκευή και 13 (το πρώτο σλάσερ από μεγάλο χολιγουντιανό στούντιο). Το στοιχείο του σπλάτερ – ωμή και απροκάλυπτη βία, με λεπτομερείς απεικονίσεις τραυματισμών και αιματοχυσιών επί της οθόνης – δεν έκανε πρώτη φορά την εμφάνισή του σε φιλμ το 1978 βεβαίως, καθώς είχαν προηγηθεί η Υστερία του ’74, ο τραχύτερος και πολύ αιματηρότερος Σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι του ’75 και τα αμέτρητα ιταλικά τζιάλο, αλλά η Νύχτα με τις μάσκες, χωρίς καν πολύ σπλάτερ, είναι η πρώτη που γνώρισε μαζική αποδοχή από κοινό, στούντιο και κριτικούς και δημιούργησε τη μόδα των αμέτρητων και κάκιστων συνεχειών, η οποία τελικά μόνο ζημιά έκανε στην κατηγορία. Είναι επίσης ο τελευταίος κρίκος σε μια αλυσίδα ταινιών τρόμου ή θρίλερ με την αφετηρία της δέκα χρόνια πριν (με τη Νύχτα των ζωντανών νεκρών και το Μωρό της Ρόζμαρι του 1968), οι οποίες – ενώ ταυτόχρονα ο Στίβεν Κινγκ πετύχαινε το ίδιο στη λογοτεχνία – μετέφεραν τον φιλμικό χωρόχρονο του τρόμου στη σύγχρονη επαρχιακή, μητροπολιτική ή προαστιακή καθημερινότητα, αντί για το σύνηθες ως τότε γοτθικό / ιστορικό σκηνικό, προξενώντας πολλαπλάσια ρίγη ανατριχίλας στον μοντέρνο άνθρωπο της Δύσης.
     Το σενάριο είναι απλό: ο Μάικλ Μάγιερς, διαταραγμένος νους που στα έξι του χρόνια κατακρεούργησε τη μεγαλύτερη αδελφή του, αποδρά ύστερα από δεκαπέντε χρόνια εγκλεισμού σε ψυχιατρική κλινική και επιστρέφει στη μικρή επαρχιακή γενέτειρα πόλη του, ανήμερα της γιορτής των Αγίων Πάντων (το καρναβάλι των ΗΠΑ όπου μασκαρεμένα παιδιά περιφέρονται από σπίτι σε σπίτι ζητώντας χρήματα και κεράσματα) – επέτειο του θανάτου της αδελφής του. Ο ψυχίατρός του Σαμ Λούμις, γνωρίζοντας πως ο Μάγιερς είναι ικανός για φόνο, τον ακολουθεί για να τον σταματήσει και ειδοποιεί τον τοπικό Σερίφη σχετικά με τον κίνδυνο. Ο επικίνδυνος ψυχοπαθής παρακολουθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας – φορώντας διαρκώς μία πάλλευκη μάσκα – μία παρέα εφήβων μαθητριών, εργαζόμενες τις νύχτες ως μπέιμπισιτερ έναντι αμοιβής. Το ίδιο βράδυ του Χαλογουίν αρχίζει να τις σφαγιάζει μεθοδικά μία-μία μαζί με τους συνομήλικους ερωτικούς συντρόφους τους και μόνο η πρωταγωνίστρια Λόρι Στρόοντ (Τζέιμι Λι Κέρτις), παρθένα που απεχθάνεται τις καταχρήσεις σε ναρκωτικά και αλκοόλ, διαφεύγει επανειλημμένα. Τελικά η Λόρι καλεί σε βοήθεια τον Λούμις, που περιπολούσε στην πόλη αναζητώντας τον ασθενή του, και ο ψυχοπαθής πέφτει κάτω χτυπημένος από τις σφαίρες του όπλου του. Σύντομα όμως βλέπουμε πως το «πτώμα» του εξαφανίζεται και υποθέτουμε ότι «ο θάνατος είναι ακόμα ζωντανός»…
     Η ποιότητα της ταινίας είναι αμφιλεγόμενη: απλοϊκό σενάριο, κλισέ καταστάσεις, ρηχοί χαρακτήρες, αναληθοφανές φινάλε (ο Μάγιερς μαχαιρώνεται, πυροβολείται, γκρεμίζεται από ύψος, αλλά τελικά επιζεί και διαφεύγει) και ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης το οποίο αναδεικνύει τον σεναριογράφο σε φορέα ενός συντηρητικού πνεύματος και σημαιοφόρο των ταμπού: στον απόηχο των κοινωνικών αναταραχών της δεκαετίας του ’60, έφηβοι εξολοθρεύονται καθώς τολμούν να ζήσουν χωρίς ερωτικούς φραγμούς και επιζεί μόνο η Λόρι, η οποία δεν έχει δοκιμάσει ακόμα το σεξ και δεν καπνίζει μαριχουάνα συστηματικά. Ο Κάρπεντερ βεβαίως έχει από τότε απορρίψει αυτή την ερμηνεία, ως άσχετη με τις προθέσεις του. Από την άλλη έχουμε να κάνουμε με μία από τις αρτιότερες σκηνοθετικές δουλειές του Κάρπεντερ, συγκρινόμενη μόνο με τις σπουδαιότερες από τις άλλες δημιουργίες του. Τυπικά ταινία τρόμου, μοιάζει στην πραγματικότητα περισσότερο με ένα κλειστοφοβικό θρίλερ υψηλής αγωνίας χωρίς πολλή αιματοχυσία επί της οθόνης, αλλά με ατμοσφαιρικούς φωτισμούς, ευκίνητη και πλαστική κάμερα που αποπροσανατολίζει έξυπνα τον θεατή, καδράρισμα και ντεκόρ που παγιδεύουν το βλέμμα και τους ήρωες, μα κυρίως ευφυείς λήψεις που στο πρώτο ήμισυ του έργου τονίζουν την αίσθηση της Λόρι πως παρακολουθείται, ενώ στο δεύτερο δίνουν στον θεατή πληροφορίες τις οποίες η πρωταγωνίστρια αγνοεί, αυξάνοντας έτσι την ανησυχία μας για την τύχη της. Η ιδιοφυής εναρκτήρια σεκάνς αποτελεί παραλλαγή σε μονοπλάνο του διάσημου φόνου στο λουτρό από το χιτσκοκικό Ψυχώ (1960), αλλά με την κάμερα σταθερά επικεντρωμένη στο φονικό κουζινομάχαιρο και όχι στο θύμα! Τα πλάνα πρώτου προσώπου από την υποκειμενική σκοπιά του φονιά είχαν δοκιμαστεί παλιότερα στο Ψυχώ και στην Υστερία, εδώ όμως χαρακτηρίζουν το φιλμ και συνοδεύονται ηχητικά από την απόκοσμη βαριά αναπνοή του μασκοφόρου Μάγιερς. Συνήθως εκτός κάδρου και χωρίς εμφανή κίνητρα, αλλά με τη νοσηρή αύρα του πάντα παρούσα, κινηματογραφείται όχι ως ένας «απλός» κατά συρροή δολοφόνος, αλλά σχεδόν ως μία αόρατη, βωβή, απρόσωπη και υπερφυσική απειλή, μια μοιραία δύναμη της φύσης υπεράνω κάθε ανθρώπινης διάστασης και αόριστα συνδεδεμένη με το μακάβριο, φθινοπωρινό κλίμα του Χαλογουίν, το οποίο ξεχειλίζει από την ταινία. Έτσι, στο φινάλε, δεν είναι δυνατόν να τερματιστεί πραγματικά η τυραννία του επί της ρεαλιστικής καθημερινότητας της μικρής πόλης, αυτής της μολυσμένης μεσοαστικής ουτοπίας όπου έχει εισβάλει, και το Κακό δεν μπορεί να εξαλειφθεί οριστικά – μονάχα να εκδιωχθεί για λίγο.
     Η ταινία διαθέτει μία απλούστατη μα χαρακτηριστικά ταιριαστή και ανατριχιαστική μελωδία σε πιάνο ως κύρια μουσική επένδυση – σύνθεση του ίδιου του Κάρπεντερ – και ερμηνείες που μπορεί να μην εντυπωσιάζουν αλλά σίγουρα ικανοποιούν· ξεχωρίζει φυσικά ο βετεράνος Ντόναλντ Πλέζενς στον ρόλο του Λούμις. Ο πολύ μικρός προϋπολογισμός του εγχειρήματος – αν και εμφανής – δεν μειώνει καθόλου την απόλαυση του θεατή και αυτό οφείλεται εν πολλοίς στη δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη. Κάποια στιγμή στην ταινία ακούγεται το γνωστό απόκοσμο ροκ τραγούδι «Dont Fear the Reaper», αγαπημένο άκουσμα του σκηνοθέτη, του Στίβεν Κινγκ και άλλων μετρ της λογοτεχνίας ή του σινεμά του Φανταστικού, ενώ σε δύο σκηνές βλέπουμε να προβάλλονται σε μια τηλεόραση αποσπάσματα από αγαπημένες χολιγουντιανές ταινίες επιστημονικής φαντασίας της παιδικής ηλικίας του Κάρπεντερ (Το πράγμα απ’ τον άλλο κόσμο, Απαγορευμένος πλανήτης). Ευρύτερα, όλες οι σταθερές του έργου του δημιουργού οι οποίες είχαν κάνει την εμφάνισή τους στο Ο σταθμός 13 δέχεται επίθεση είναι επίσης παρούσες, αυτή τη φορά όμως ο σκηνοθέτης αντλεί την έμπνευσή του όχι από τα λατρεμένα του γουέστερν, αλλά από τα πρωταρχικά σλάσερ που είχαν προηγηθεί, όπως η Υστερία του ’74, τα δεκάδες ιταλικά τζιάλο της περιόδου και φυσικά το – ανώτερο ποιοτικά και ήδη κλασικό τότε – Ψυχώ του 1960. Ενδιαφέρουσα υποσημείωση: μητέρα της πρωταγωνίστριας Κέρτις είναι η πρωταγωνίστρια του Ψυχώ Τζάνετ Λι, ενώ ένας βασικός χαρακτήρας εκείνου του εμβληματικού φιλμ λεγόταν… Σαμ Λούμις.
     Σήμερα η Νύχτα με τις μάσκες λησμονείται εύκολα μετά τη θέασή της, ενώ δείχνει άσχημα την ηλικία της και μία χροιά συντηρητισμού που τη διέπει σε επίπεδο ιδεών, αλλά γεγονός είναι πως γέννησε μία ακατάπαυστη κινηματογραφική μόδα και γαλούχησε μία ολόκληρη γενιά θεατών. Με κόστος παραγωγής λιγότερο από 400000 δολάρια, γυρίσματα μόλις τριών εβδομάδων και παγκόσμιες εισπράξεις 60 εκατομμυρίων δολαρίων μόνο από τις σκοτεινές αίθουσες, το μακάβριο, απλοϊκό αλλά παιχνιδιάρικο αυτό εγχείρημα του ταλαντούχου Κάρπεντερ άλλαξε για πάντα τον χάρτη του τρόμου. Τελείως αχρείαστη είναι η τηλεοπτική εκδοχή της ταινίας (1981), με περικομμένα ορισμένα αιματηρά πλάνα και πρόσθετες σκηνές οι οποίες περιγράφουν τη Λόρι ως μικρή αδελφή του φονιά, υιοθετημένη από άλλη οικογένεια.