Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Στάρμαν» (1984)




     Στον απόηχο της αναζωπύρωσης της έρευνας για εξωγήινη νοημοσύνη κατά τη δεκαετία του ‘70, με την εκλαΐκευση του έργου του Καρλ Σαγκάν και την καθιέρωση του Προγράμματος SETI, ένας προηγμένος διαστημικός πολιτισμός αναχαιτίζει το «Βόγιατζερ II» (διαστημικό σκάφος το οποίο πράγματι εκτοξεύτηκε από τη Γη το 1977, μεταφέροντας στα πέρατα του Σύμπαντος μηνύματα απευθυνόμενα σε τυχόν ευφυή πλάσματα) και αποστέλλει έναν πρεσβευτή στον πλανήτη μας εν έτη 1984. Το όχημά του ωστόσο καταρρίπτεται από την Αεράμυνα των ΗΠΑ και ο επισκέπτης από τ’ άστρα καταφεύγει στο απομονωμένο επαρχιακό σπίτι της Τζένι Χέιντεν (Κάρεν Άλεν), χήρας ακόμα ερωτευμένης με τον νεκρό σύζυγό της (Τζεφ Μπρίτζες), οικειοποιούμενος το DNA του τελευταίου και λαμβάνοντας τη μορφή του προκειμένου να κερδίσει τη συμπάθεια και τη βοήθεια της Τζένι. Στόχος του να διασχίσει τη μισή έκταση των ΗΠΑ ώστε σε τρεις μέρες να βρίσκεται σε ένα προκαθορισμένο σημείο συνάντησης στην έρημο της Αριζόνα, όπου ένα διαστημόπλοιο θα τον παραλάβει για να επιστρέψει στον πλανήτη του. Ταξιδεύοντας οδικά με τη συνοδεία της Τζένι έρχεται σε επαφή με την ανθρώπινη κοινωνία και φύση με απρόσμενα αποτελέσματα, ενώ κυβερνητικοί πράκτορες και στελέχη του Στρατού έχουν εντολή να εντοπίσουν και να συλλάβουν τον εξωγήινο για λόγους «εθνικής ασφάλειας»…
     Ο Κάρπεντερ συνεχίζει το δημιουργικό «σερί» του στα μέσα της πιο παραγωγικής του δεκαετίας με την προτελευταία του στουντιακή παραγωγή, με χρηματοδότηση του ηθοποιού και αστέρα του Χόλιγουντ Μάικλ Ντάγκλας, βουτώντας στα νερά του εμπορικού σινεμά υψηλού προϋπολογισμού αλλά χωρίς να χάνει τα στοιχεία του μοναδικού του ύφους και τις αποδείξεις του ταλέντου του. Οι συντελεστές κινηματογραφούν μία ενήλικη εκδοχή του ET, ο εξωγήινος, αντικαθιστώντας την παιδική αθωότητα με το ρομάντζο και ποντάροντας σε μια «καταδικασμένη» ιστορία αγάπης. Ο Κάρπεντερ ζωγραφίζει στην οθόνη τη διπλή φύση της Ανθρωπότητας τονίζοντας την αντίθεση μεταξύ ανεκτικότητας – κατανόησης και μισαλλοδοξίας – εγωκεντρικής αλαζονείας, αξιοποιώντας ταυτόχρονα στο έπακρο τα «παιχνίδια» τα οποία του παρέχει ο υψηλός προϋπολογισμός (π.χ. με εντυπωσιακές, επιβλητικές σκηνές συγκρούσεων ή καταδιώξεων με φορτηγά και ελικόπτερα, ή με προσεγμένα μηχανικά και προσθετικά εφέ υπό την επίβλεψη του «μάγου» Σταν Γουίνστον) και στήνοντας διαρκώς εξαιρετικά, αρμονικά καδραρισμένα και ατμοσφαιρικά φωτισμένα μακρόστενα και ευρυγώνια στατικά νυχτερινά πλάνα, βγαλμένα θαρρείς από ευφάνταστες τοιχογραφίες. Οι ερμηνείες είναι πολύ καλές και ο Τζεφ Μπρίτζες μοιάζει απολαυστικός όσο υποδύεται έναν ξένο οργανισμό ο οποίος προσπαθεί άτσαλα να προσαρμοστεί στα δεδομένα ενός ανθρώπινου σώματος και του γήινου περιβάλλοντος, παρέχοντας έτσι και διάσπαρτα στιγμιότυπα πετυχημένου χιούμορ. Η γλυκιά μεταστροφή της Άλεν από απελπισμένο θύμα απαγωγής σε εκ νέου ερωτευμένη γυναίκα που ανακαλύπτει ξανά την αξία της ζωής και τα θετικά στοιχεία της Ανθρωπότητας, κερδίζει εύκολα τους θεατές. Το κύριο πρόβλημα του εγχειρήματος έγκειται στο τυποποιημένο σενάριο με την αναμενόμενη ανέλιξη, τις επαναλαμβανόμενες κλισέ καταστάσεις και διάρκεια περίπου ένα τέταρτο της ώρας μεγαλύτερη απ’ όσο θα έπρεπε.
     Ο Μπρίτζες ήταν υποψήφιος για Βραβείο Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα ενώ η ταινία αποτέλεσε μικρή μόνο εμπορική επιτυχία, όπως και οι προηγούμενες στουντιακές παραγωγές του Κάρπεντερ, παρά τη θερμή υποδοχή της από τη βορειοαμερικανική κριτική.