Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο σταθμός 13 δέχεται επίθεση» (1976)

ΤΖΟΝ ΚΑΡΠΕΝΤΕΡ


Ο ΣΤΑΘΜΟΣ 13 ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΠΙΘΕΣΗ

«ASSAULT ON PRECINCT 13»




     Η δεύτερη ταινία του Τζον Κάρπεντερ είναι μία εμφανώς β’ διαλογής περιπέτεια χαμηλού προϋπολογισμού, με άγνωστους τότε συντελεστές, η οποία λειτουργεί εξίσου καλά ως ταινία δράσης και ως θρίλερ αγωνίας. Με πηγές έμπνευσης το κλειστοφοβικό, ιδιόρρυθμο γουέστερν Ρίο Μπράβο (1959) και την εξίσου κλειστοφοβική, θρυλική ταινία τρόμου Η νύχτα των ζωντανών νεκρών (1968), το φιλμ εκσυγχρονίζει την ιστορία και μεταφέρει την πλοκή στη ζούγκλα των μετανεωτερικών μητροπόλεων, σχολιάζοντας ακροθιγώς επίκαιρα τότε ζητήματα όπως η αστική βία, η αστυνομική ασυδοσία και η σταδιακή αλλαγή που συνέβαινε στις φυλετικές σχέσεις της κοινωνίας των ΗΠΑ: ο πρωταγωνιστής είναι Αφροαμερικανός και οι αντίπαλοί του ένα καινοφανές διαφυλετικό μείγμα.
     Η πλοκή είναι απέριττη και το πρώτο ημίωρο στήνει το σκηνικό: μία εγκληματική συμμορία του Λος Άντζελες έχει στην κατοχή της ένα φορτίο κλεμμένων όπλων εξοπλισμένων με σιγαστήρες και επιδίδεται σε ένα όργιο παρανομιών κατά τη διάρκεια ενός Σαββάτου, αναζητώντας εκδίκηση από την τοπική Αστυνομία η οποία δολοφόνησε έξι μέλη της σε ενέδρα. Ένας περαστικός πατέρας του οποίου η κόρη πέφτει τυχαία θύμα της συμμορίας πυροβολεί για λόγους εκδίκησης ένα ηγετικό στέλεχος της τελευταίας, καταδιώκεται και καταφεύγει σε ένα απομονωμένο, έτοιμο να κλείσει αστυνομικό τμήμα χωρίς ενεργή τηλεφωνική γραμμή, καταμεσής των γκέτο. Μόνο προσωπικό του χώρου δύο γυναίκες γραμματείς, ένας νεαρός αστυνομικός στην πρώτη του βάρδια, ο προϊστάμενός του και τρεις βαρυποινίτες μαζί με τους ελάχιστους ένοπλους συνοδούς τους. Μεταξύ των εγκλείστων υπάρχει και ένας «εξυπνάκιας», λιγομίλητος κατά συρροή δολοφόνος, ο οποίος σύντομα πρόκειται να εκτελεστεί στην ηλεκτρική καρέκλα…
     Από εκεί και πέρα το φιλμ καταγράφει την «πολιορκία» του αστυνομικού τμήματος από τη συμμορία, κατά τη διάρκεια μίας φαινομενικά ατελείωτης νύχτας, και τις προσπάθειες των πολιορκούμενων να επιζήσουν μέχρι οι αστυνομικές δυνάμεις της πόλης να αντιληφθούν τι συμβαίνει. Ο προϊστάμενος και οι ένοπλοι συνοδοί των βαρυποινιτών φονεύονται νωρίς, οπότε ο νεαρός Αφροαμερικανός ήρωας (παραπέμποντας εμφανώς στον πρωταγωνιστή της Νύχτας των ζωντανών νεκρών) αναγκάζεται να επιστρατεύσει τους φυλακισμένους ­– ο θανατοποινίτης δε, αναδεικνύεται στον πιο έμπιστο συνεργάτη του… Το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της ταινίας βεβαίως είναι οι συμμορίτες: αμίλητοι, προσηλωμένοι στον στόχο, εξαγριωμένοι, περισσότερο μοιάζουν με στρατιά από ζόμπι παρά με ανθρώπους. Είναι ουσιαστικά ένας μόνο χαρακτήρας, μια παντοδύναμη, εξωτερική κοσμική απειλή η οποία προσπαθεί απεγνωσμένα να παραβιάσει το «φρούριο», ένα σύμβολο της αρχέγονης βίας χωρίς κανόνες, χωρίς λογική, χωρίς έλεος. Οι δράσεις και οι κινήσεις τους παρουσιάζονται σχεδόν υπερφυσικές, η καταγωγή και οι σκέψεις τους ανεξιχνίαστες, αυξάνοντας έτσι το κλειστοφοβικό κλίμα και την αγωνία. Οι χαρακτήρες των πολιορκούμενων διαθέτουν πολύ βασικές και μονόπλευρες προσωπικότητες, είναι όμως αναγνωρίσιμοι αφηγητικά και όχι απλώς υποτυπώδεις καρικατούρες προς εξυπηρέτηση της πλοκής. Από εκεί και πέρα, στο δεύτερο ήμισυ του φιλμ εξελίσσεται ένα «καταδικασμένο», ανεκδήλωτο ρομάντζο μεταξύ του θανατοποινίτη και της μίας γραμματέως ­– κυρίως μέσα από βλέμματα και λεκτικά υπονοούμενα – το οποίο ωστόσο δεν λειτουργεί καλά και είναι φανερό πως έχει εισαχθεί για εμπορικούς σκοπούς.
     Οι διάλογοι είναι προσχηματικοί και διαθέτουν ποικιλία από σύντομες, πομπώδεις και εξωπραγματικές ατάκες (π.χ. «Its an old story with meI was born out of time…»), χαρακτηριστικές των b-movies, γεγονός το οποίο όχι μόνο δεν δυσαρεστεί τον θεατή, αλλά αντιθέτως συνεισφέρει τα μέγιστα στην ατμόσφαιρα την οποία οικοδομεί το φιλμ. Η πλοκή είναι απρόβλεπτη και ο θεατής δεν γνωρίζει πώς και πότε θα διαταραχθεί η φαινομενική ηρεμία από το επόμενο κύμα εφόρμησης των πολιορκητών, γεγονός που συντηρεί αμείωτη την ένταση. Πιο σημαντικές είναι οι αναγνωρίσιμες πινελιές του Κάρπεντερ οι οποίες θα γίνουν σταθερά χαρακτηριστικά των ταινιών του: σκοτεινό κλίμα, λακωνικό σενάριο, πλαστικές και δεξιοτεχνικές κινήσεις της κάμερας, ατμοί και καπνοί ατμοσφαιρικά φωτισμένοι, ζοφερή και μινιμαλιστική συνοδευτική μουσική ­– στηριγμένη στο συνθεσάιζερ και στα απόκοσμα κρουστά – η οποία προσδίδει ρυθμό στις σκηνές, σφιχτό μοντάζ, προσεγμένη γεωμετρία στα πλάνα, ομαλή αφηγηματική ροή. Το τοπίο της απειλητικής, νυχτερινής αστικής παρακμής αναδεικνύεται ήδη από αυτή την ταινία σε σπουδαιότερο πεδίο δημιουργίας του σκηνοθέτη, ο οποίος έχει ταλέντο στο να αντλεί αγωνία και τρόμο από τους ασυνείδητους φόβους του μέσου κατοίκου των δυτικών μητροπόλεων. Χειρίζεται άψογα το υλικό του, αντλεί ικανοποιητικές ερμηνείες από άσημους ηθοποιούς και παραδίδει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του.
     Η ταινία κόστισε μόνο 100000 δολάρια και τα γυρίσματα διήρκεσαν μόλις 20 ημέρες. Ο άγνωστος ακόμα Κάρπεντερ – σκηνοθέτης, σεναριογράφος, μοντέρ και μουσικοσυνθέτης του φιλμ – αποδείχτηκε πετυχημένο στοίχημα για τους παραγωγούς οι οποίοι τον εμπιστεύτηκαν, παρόλο που η ταινία δεν είδε θεαματικές εισπράξεις ή θετικές κριτικές στις μέρες της. Στην Ευρώπη είναι που εκτιμήθηκε από το κοινό των σινεφίλ, ενώ σήμερα θεωρείται κλασική και γνώρισε ένα εκμοντερνισμένο χολιγουντιανό ριμέικ το 2005, με πρωταγωνιστή τον Ίθαν Χοκ.