Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δράσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δράσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Το Παιχνίδι» (1997)

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

«THE GAME»




     Ο Νίκολας Βαν Όρτον (Μάικλ Ντάγκλας) είναι ένας πάμπλουτος επενδυτής του Σαν Φρανσίσκο, κληρονόμος μιας γιγάντιας περιουσίας, μόνος ένοικος της έπαυλης όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια και είδε, όσο ήταν παιδί ακόμα, τον πατέρα του να αυτοκτονεί. Χωρισμένος, μοναχικός, αποξενωμένος από τον αδελφό του Κόνραντ (Σων Πεν) και μονίμως κακοδιάθετος, ο μεσήλικας Νίκολας βλέπει με κρυφό τρόμο να πλησιάζει η μέρα των 48ων γενεθλίων του – η ηλικία στην οποία είχε πέσει από τη στέγη του σπιτιού τους ο αυτόχειρας πατέρας του. Εντελώς αναπάντεχα εμφανίζεται στη ζωή του ξανά ο Κόνραντ με ένα τελείως πρωτότυπο δώρο γενεθλίων: τον έχει συστήσει σε μία ιδιότυπη εταιρεία «αναψυχής», ειδικευμένης στο να «εμπλουτίζει» με περιπέτεια και σασπένς την καθημερινότητα των βαθύπλουτων πελατών της – μεγάλη μυστικότητα περιβάλλει αυτό το «Παιχνίδι», το οποίο είναι διαφορετικό και παραμετροποιημένο για τον κάθε πελάτη. Πολύ σύντομα το Παιχνίδι εισβάλει στη ζωή του Νίκολας, μοιάζοντας αρχικά με συρραφή από ιδιόρρυθμες φάρσες, πλαστοπροσωπίες, σκηνοθετημένες «συμπτώσεις» και σκετς από επαγγελματίες ηθοποιούς αυτοβούλως εμπλεκόμενους στην καθημερινότητα του ήρωα, όπου όμως ο «ένοχος» δεν αποκαλύπτεται και οι μάσκες δεν πέφτουν στο τέλος. Πριν περάσουν πολλές μέρες, το Παιχνίδι αρχίζει να γίνεται βίαιο και να βγαίνει εκτός κάθε ελέγχου, όσο ο αλλόφρων πρωταγωνιστής καταδύεται στην παράνοια μην μπορώντας να διακρίνει τι είναι τμήμα του Παιχνιδιού και τι είναι πραγματικότητα… Σύντομα τα ίχνη μιας ευρύτερης συνωμοσίας γίνονται ορατά.
    Μία διετία μετά το αριστουργηματικό Seven του 1995, ο Ντέιβιντ Φίντσερ σκηνοθετεί ένα ευρηματικό αφηγηματικό υβρίδιο μεταξύ της λογοτεχνικής Χριστουγεννιάτικης ιστορίας του Ντίκενς και του φιλμικού Κασκαντέρ του Ρίτσαρντ Ρας (1980), με κάθε εμφανές ίχνος χιούμορ ωστόσο να έχει αποστραγγιστεί και με το φιλμ να μοιάζει πιο συμβατικά ενταγμένο στον κανόνα του εμπορικού χολιγουντιανού ψυχολογικού θρίλερ με ηθοποιούς-αστέρες και στοιχεία περιπέτειας. Με αυτά τα δεδομένα, οι συντελεστές πλάθουν μία ενδιαφέρουσα και σκοτεινή σάτιρα της ρηγκανικής γενιάς των γιάπηδων, πασπαλίζοντας ένα γλυκανάλατο μήνυμα περί της κενότητας μιας ζωής εστιασμένης στην απληστία και στον υλικό πλουτισμό με υπόγεια επιστημολογικά ερωτήματα. Ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί ατμοσφαιρικά το αστικό τοπίο με ταχείς ρυθμούς, χάρη και ψυχρά χρώματα, εμμένοντας σε σκούρες αποχρώσεις του γαλάζιου, του καφέ ή του πράσινου και καταγράφοντας λιτά την παγωμένη εχθρότητα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού προς τον Άνθρωπο. Επιλέγει όμως να επικεντρωθεί κυρίως στους ηθοποιούς και στο ανά χείρας σενάριο, επιμελημένο σε ένα δεύτερο πέρασμα από τον σεναριογράφο του Seven. Οι ερμηνείες είναι ικανοποιητικές, με τον αστέρα Ντάγκλας να αποδεικνύει πως κατέχει ένα επαρκές εύρος υποκριτικών ικανοτήτων, απεικονίζοντας τη μετάβαση του ήρωα από τον εγωκεντρικό και αλαζονικό κυνισμό στην παράνοια και από εκεί σε μια στοιχειώδη αυτοκριτική και επανεκτίμηση της ζωής. Άλλωστε, κατά τη δεκαετία πριν από το Παιχνίδι ο Ντάγκλας είχε αναλάβει ξανά παρεμφερείς ρόλους στο κινηματογραφικό κύκλωμα του Χόλιγουντ. Ο Πεν αξιοποιείται ελάχιστα, καθώς το φιλμ επικεντρώνεται σχεδόν πλήρως στον χαρακτήρα του Νίκολας, μα δυναμιτίζει εύκολα τις μόνον τρεις σκηνές όπου εμφανίζεται.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Περιοχή Εννέα» (2009)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
==> Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9») <==
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΠΕΡΙΟΧΗ ΕΝΝΕΑ

«DISTRICT 9»




     Το 1982 ένα γιγάντιο διαστημόπλοιο με ένα εκατομμύριο εξαθλιωμένους και πεινασμένους νοήμονες εξωγήινους («Γαρίδες», ομοιάζουσες με δίμετρα δίποδα έντομα), πρόσφυγες από μια άγνωστη καταστροφή, σταματά πάνω από το Γιοχάνεσμπουργκ της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης. Η κυβέρνηση τους περιορίζει σε μία περιφραγμένη επικράτεια υπό μορφή παραγκούπολης, την «Περιοχή 9» όπου ανθεί το έγκλημα, η πορνεία και το λαθρεμπόριο, ενώ ο υπόλοιπος πλανήτης παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα. Για τις επόμενες τρεις δεκαετίες καμία εξέλιξη δεν συμβαίνει: το διαστημόπλοιο παραμένει διαρκώς αμετακίνητο στον ουρανό του Γιοχάνεσμπουργκ και οι εξωγήινοι αναγκάζονται να αναζητούν το φαγητό τους στα σκουπίδια, ενόσω οι κάτοικοι της περιβάλλουσας επικράτειας παραπονιούνται για την παρουσία της Περιοχής 9. Μία ιδιωτική πολυεθνική εταιρεία, η Multi-National United (MNU) έχει αναλάβει τη φύλαξη των εξωγήινων αλλά και την εκμετάλλευση της ιδιόρρυθμης και προχωρημένης οπλικής τεχνολογίας τους – ενεργοποιούμενης μόνο μέσω επαφής με δικό τους DNA και άρα όχι άμεσα αξιοποιήσιμης από συνηθισμένους Ανθρώπους. Το 2010 η MNU εκκινεί ένα πρόγραμμα βίαιης μετακίνησης των Γαρίδων στην πολύ πιο απομακρυσμένη «Περιοχή 10», όμως η κατασκευή ενός παράξενου υγρού από κάποιον εκ των εξωγήινων το οποίο έχει τη δυνατότητα να μετατρέπει σταδιακά έναν Άνθρωπο σε Γαρίδα τροποποιώντας το DNA του, παρεμβαίνει απρόβλεπτα στα γεγονότα.
     Ουσιαστικά δεν έχουμε παρά ένα ευφάνταστο και βίαιο b-movie με μία προφανή αντιρατσιστική αλληγορία στρεφόμενη κατά του απαρτχάιντ (το φιλμ έχει Νοτιοαφρικανούς συντελεστές και έχει κινηματογραφηθεί στη Νότια Αφρική), σαφώς επηρεασμένο σεναριακά σε …ύποπτο βαθμό από την ταινία Alien Nation του 1988, αλλά με υψηλό προϋπολογισμό 30 εκατομμυρίων δολαρίων και τον Πίτερ Τζάκσον στην παραγωγή. Η ταινία εμπνέεται από αληθινό περιστατικό του 1966 (χωρίς εξωγήινους φυσικά), στηρίζεται σε ένα παλαιότερο φιλμάκι μικρού μήκους του νεαρού σκηνοθέτη Μπλόμκαμπ, ενώ προέκυψε μετά την αποτυχία του Τζάκσον να εξασφαλίσει την κινηματογραφική μεταφορά του ηλεκτρονικού παιχνιδιού Halo (το οποίο αφηγείται έναν πόλεμο μεταξύ ανθρώπων και εξωγήινων). Κατά τ’ άλλα ο δημιουργός δήλωσε πως έχει επηρεαστεί από τις σκληροπυρηνικές χολιγουντιανές περιπέτειες δράσης και επιστημονικής φαντασίας της δεκαετίας του 1980 (π.χ. Εξολοθρευτής, Aliens, Ο Κυνηγός, Ρόμποκοπ κλπ) και δεν έχει άδικο – το τελευταίο ένα τρίτο του φιλμ (με τη μάχη μεταξύ του ποικιλοτρόπως «ενισχυμένου» πρωταγωνιστή και ενός στρατιωτικού αποσπάσματος) θα μπορούσε να αποτελεί έργο του Τζέιμς Κάμερον. Στα πρώτα δύο τρίτα της ταινίας ωστόσο η προσέγγιση είναι διαφορετική και πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Κινηματογράφος: «Στάργκεϊτ» (1994)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

==> Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate») <==
Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9»)
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΣΤΑΡΓΚΕΙΤ

«STARGATE»




     Στην Αίγυπτο του 1928 μία αρχαιολογική ανασκαφή ανακαλύπτει θαμμένο κάτω από ερείπια ένα περίτεχνο προϊστορικό τεχνούργημα, έναν μεγάλης διαμέτρου δακτύλιο ο οποίος δεν φαίνεται να έχει κατασκευαστεί από ανθρώπινη τεχνολογία. Σε μια απόρρητη κυβερνητική εγκατάσταση των σημερινών ΗΠΑ υπό τον έλεγχο του Στρατού, ένας αδέξιος και ακαδημαϊκά περιθωριοποιημένος αιγυπτιολόγος ονόματι Ντάνιελ Τζάκσον (Τζέιμς Σπέιντερ), διαβόητος για τη θεωρία του πως οι Πυραμίδες της Γκίζας είναι κατά πολύ παλαιότερες από τις συμβατικές παραδοχές της επιστημονικής κοινότητας, ηγείται μίας προσπάθειας αποκρυπτογράφησης των ιερογλυφικών συμβόλων επάνω στο καλά κρυμμένο και παμπάλαιο τεχνούργημα. Όταν τα καταφέρνει, αποκαλύπτεται πως το τελευταίο είναι μία Αστροπύλη η οποία ανοίγει μία σκουληκότρυπα προς έναν γήινου τύπου πλανήτη σε έναν απόμακρο γαλαξία. Ένα στρατιωτικό απόσπασμα με επικεφαλής των αξιωματικό των Ειδικών Δυνάμεων Συνταγματάρχη Τζακ Ο’ Νηλ (Κερτ Ράσελ) – καταθλιπτικό με τάσεις αυτοκτονίας, μετά το δυστύχημα το οποίο του κόστισε τον θάνατο του μικρού του γιου – και με τη συνοδεία του Τζάκσον, διαβαίνει την Αστροπύλη και βρίσκεται σε έναν πλανήτη με ερημικό κλίμα και τοπίο, όπου ένα παρακλάδι του αρχαίου αιγυπτιακού πολιτισμού συνεχίζει ακόμα να κυβερνάται τυραννικά ως πάμφθηνο εργατικό δυναμικό από πανίσχυρους εξωγήινους, μεταμφιεσμένους στους θεούς των αιγυπτιακών μύθων...
     Το 1994, ο σεναριογράφος Ντην Ντέβλιν και ο σκηνοθέτης ταινιών δράσης Ρόλαντ Έμεριχ (γνωστός για φιλμ όπως ο Παγκόσμιος στρατιώτης και τα μεταγενέστερα Μέρα ανεξαρτησίας, Γκοτζίλα, Μετά την επόμενη μέρα) παρέδωσαν μέσω του χολιγουντιανού στούντιο της MGM το Στάργκεϊτ. Σεναριακά, πρόκειται για ένα μείγμα του Ντιουν, του Πολέμου των άστρων, των Κυνηγών της Χαμένης Κιβωτού και ψευδεπιστημονικών θεωριών περί «αρχαίων αστροναυτών» και εξωγήινης καταγωγής του ανθρώπινου πολιτισμού, όπως αυτές τις οποίες κατέστησε δημοφιλείς κατά τη δεκαετία του 1970 ο Έριχ φον Ντένικεν. Στιλιστικά, πρόκειται για μία απλοϊκή αλλά ειλικρινέστατη χολιγουντιανή ταινία δράσης, όπου σχεδόν περιμένει κανείς από στιγμή σε στιγμή να δει τις «φίλιες δυνάμεις» του ΝΑΤΟ να «διασώζουν» τους Άραβες γηγενείς από «δαιμονικούς» δικτάτορες σαν τον Σαντάμ Χουσεΐν και τον Μουαμάρ Καντάφι – το σκηνικό επιστημονικής φαντασίας μοιάζει σχεδόν δευτερεύον. Τα δάνεια από τις προαναφερθείσες κινηματογραφικές παραγωγές είναι εμφανέστατα, κυρίως στην εισαγωγική σεκάνς και στην απεικόνιση της καυτής ερήμου σε σκηνές μάχης ή «εξερεύνησης», ενώ οι δειλές απόπειρες για ανάπτυξη χαρακτήρων όχι μόνο αποτυγχάνουν παταγωδώς αλλά αποπροσανατολίζουν το εγχείρημα: η υποπλοκή με τις… τάσεις αυτοκτονίας του Ο’ Νηλ, τη στοργή που αναπτύσσει για έναν νεαρό γηγενή ο οποίος του θυμίζει τον νεκρό του γιο και την πυρηνική βόμβα που έχει κρυφά φέρει μαζί του, θα ήταν προτιμότερο να έχει αφαιρεθεί. Έτσι κι αλλιώς η υπονοούμενη διένεξη μεταξύ «δημιουργικότητας» / επιστήμης και «καταστροφής» / στρατιωτικών, η οποία χαρωπά και αφελώς επιλύεται στο φινάλε, είναι ένα περιεχόμενο στο οποίο δεν δίνεται καμία εμβάθυνση. Οι διεκπεραιωτικές ερμηνείες, τα μιλιταριστικά κλισέ, το στερεοτυπικό χιούμορ και η τυποποιημένη ανέλιξη της πλοκής μετά το μέσον της, αποδυναμώνουν περαιτέρω την ταινία.

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Τηλεόραση: «Dollhouse» (2009 - '10)

DOLLHOUSE

«DOLLHOUSE»




     Σε ένα εναλλακτικό παρόν, η πολυεθνική εταιρεία Ρόσαμ έχει αναπτύξει κρυφά μία τεχνολογία διαγραφής, αποθήκευσης και εμφύτευσης μνημών και ιδιοσυγκρασιών σε ανθρώπινους εγκεφάλους, κάνοντας εφικτό τον ψυχολογικό «αναπρογραμματισμό» υποκειμένων σε χαμηλό, νευρωνικό επίπεδο. Η Ρόσαμ κρύβεται πίσω από το «Κουκλόσπιτο», μία παγκόσμια, παράνομη και μυστική επιχείρηση ενοικίασης αναπρογραμματιζόμενων «κούκλων» ­­σε πάμπλουτους πελάτες για προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα – ανθρώπων οι οποίοι προσφέρθηκαν «εθελοντικά» να δώσουν το κορμί τους στο Κουκλόσπιτο για μια πενταετία και να αφαιρέσουν τις μνήμες και την προσωπικότητά τους, ώστε να μπορεί να αποτυπώνεται στον νου τους η εκάστοτε ζητούμενη από τον πελάτη προσωπικότητα σε κάθε «δέσμευση»: παθιασμένος εραστής, τρυφερή ερωμένη, πιστή σύζυγος, άριστος δολοφόνος, επαγγελματίας κλέφτης… κάποιες μόνο από τις ζητούμενες εφαρμογές. Τίποτα περισσότερο από ένα υψηλής τεχνολογίας εμπόριο ψευδαισθήσεων με ανθρώπους ως πρώτη ύλη, μία διευρυμένη εκδοχή μαστροπείας για τον 21ο αιώνα. Η αμοιβή των κούκλων είναι η επαναφορά των μνημών τους και ένας πακτωλός χρημάτων στο πέρας της πενταετίας. Ως τότε, στο μεσοδιάστημα μεταξύ κάθε δέσμευσης, οι κούκλες προικίζονται μόνο με μία ελάχιστη προσωπικότητα – όση χρειάζεται για να «λειτουργούν» και να ασκούνται χωρίς καθόλου μνήμες ­– ενώ διαβιώνουν σε έναν υπόγειο, ελεγχόμενο χώρο, ένα κλειστό, αυτάρκες οικοσύστημα, όμοιο με πολυτελές σπα, οικοδομημένο στα υπόγεια του Λος Άντζελες: το Κουκλόσπιτο.
     Ηρωίδα του Dollhouse είναι η Έκο, μία νεαρή κούκλα με ξεχωριστά χαρακτηριστικά τα οποία προβληματίζουν τους υπεύθυνους της επιχείρησης: μεταξύ των δεσμεύσεων διατηρεί αποσπάσματα από θολές μνήμες, αλλά και θραύσματα της πρότερης ζωής της, ενώ σποραδικά παρουσιάζει μία απρόβλεπτη αυτενέργεια και πρωτοβουλία υπερβαίνοντας τα όρια των αποστολών της. Ανώτερη υπεύθυνος του Κουκλόσπιτου του Λος Άντζελες είναι η Αντέλ Ντεγουίτ, άλλοτε ελπιδοφόρος ερευνήτρια στη βιοτεχνολογία μα τώρα αδίστακτη διευθύντρια του τοπικού παραρτήματος της επιχείρησης και εγγυήτρια των συμφερόντων της Ρόσαμ. Με το κομψό αλλά ψυχρό παρουσιαστικό, το ταγέρ και την αγγλική προφορά της, συνιστά τον ορισμό του καριερίστα. Κεντρικό ρόλο επίσης διαδραματίζει ο βίαιος και ψυχρός Ντομινίκ, υπεύθυνος Ασφαλείας του τοπικού Κουκλόσπιτου και στενός συνεργάτης της Ντεγουίτ, ο ιδιοφυής, χιουμορίστας, εγωπαθής και αλαζόνας «σπασίκλας» Τόφερ – υπεύθυνος για την επιστημονική πλευρά του εγχειρήματος, τον χειρισμό των εγκεφάλων και των προσωπικοτήτων πριν και μετά από κάθε δέσμευση – η εύθραυστη, εσωστρεφής και εργασιομανής Δόκτωρ Σόντερς ­– μόνιμη ιατρός του χώρου – και ο Μπόιντ: πρώην αστυνομικός, εφευρετικός, συμπονετικός, ηθικά επιφυλακτικός απέναντι στο Κουκλόσπιτο και υπεύθυνος για τη διακριτική παρακολούθηση και προστασία της Έκο κατά τη διάρκεια των αποστολών της· κάθε κούκλα διαθέτει από έναν τέτοιο αφοσιωμένο «ελεγκτή» ο οποίος της έχει ανατεθεί εν αγνοία της από τη Διεύθυνση. Ο Βίκτωρ και η Σιέρα, δύο κούκλες οι οποίες φαίνονται να έχουν αναπτύξει μία επιμένουσα σχέση στοργής μεταξύ τους και με την Έκο σε ένα βαθύ, ενστικτώδες επίπεδο, παρά τις απανωτές διαγραφές των μνημών τους, εμφανίζονται τακτικά στην ιστορία.

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Τηλεόραση: «Σκοτεινός άγγελος» (2000 - '02)

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

«DARK ANGEL»




     Όταν ο γνωστός σκηνοθέτης Τζέιμς Κάμερον αποφάσισε να ασχοληθεί με την τηλεόραση και να εκτελέσει τη διεύθυνση παραγωγής σε μια περιπετειώδη τηλεοπτική σειρά, το πρώτο που πέρασε από το μυαλό του ήταν μία μεταφορά του κομίστικου υπερήρωα Σπάιντερμαν στη μικρή οθόνη. Το σχέδιο δεν ευοδώθηκε και ο Κάμερον, αξιοποιώντας ιδέες από τον αφηγηματικό κόσμο που είχε κατασκευάσει παλαιότερα ως σεναριογράφος του κυβερνοπάνκ θρίλερ επιστημονικής φαντασίας Παράξενες μέρες (1994), δημιούργησε στην αυγή της νέας χιλιετίας τον δικό του, μεταμοντέρνο υπερήρωα.
     Το σκηνικό όπου εκτυλίσσεται ο Σκοτεινός άγγελος είναι ένα δυστοπικό Σηάτλ του 2019, ευρισκόμενο ουσιαστικά υπό στρατιωτικό νόμο. Παρόλη τη διάχυτη υψηλή τεχνολογία οι περισσότερες μηχανές δεν λειτουργούν, ως αποτέλεσμα μίας τρομοκρατικής ενέργειας με ηλεκτρομαγνητικό παλμό που κατέστρεψε τα περισσότερα ηλεκτρονικά αρχεία και κυκλώματα στις ΗΠΑ μία δεκαετία νωρίτερα (ο «Παλμός»), ωθώντας τη χώρα σε τεράστια οικονομική ύφεση, τις κοινωνικές ανισότητες σε γιγάντωση και τα ατομικά δικαιώματα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Τώρα στους χαοτικούς δρόμους των πόλεων κυκλοφορούν κατά κύριο λόγο άστεγοι, πειναλέοι μεροκαματιάρηδες, πάνοπλοι στρατιώτες και συμπλεγματικοί, διεφθαρμένοι αστυνομικοί. Σε ένα τέτοιο σχεδόν μεταποκαλυπτικό κλίμα, ενισχυμένο από ατμοσφαιρική σκοτεινή φωτογραφία, πλούσιο σκηνικό διάκοσμο και δεξιοτεχνικά κινηματογραφημένες σκηνές δράσης, ο Κάμερον τοποθετεί τυπικά κυβερνοπάνκ ευρήματα, δημιουργώντας ένα όμορφο υβρίδιο: άνευ όρων ανταγωνιζόμενες και παντοδύναμες πολυεθνικές εταιρίες, ένα ανεξέλεγκτο και πανίσχυρο βιομηχανικό-στρατιωτικό σύμπλεγμα, προηγμένη νανοτεχνολογία και βιοτεχνολογία, κοινωνικές ομάδες οργανωμένης αμφισβήτησης, προχωρημένη ταξική διαίρεση, υπόκοσμος της υψηλής τεχνολογίας, ζοφερό αστικό περιβάλλον. Όπως και στις Παράξενες μέρες, αυτό το γοητευτικό σκηνικό ενδύεται τον μανδύα της μετανεωτερικής, νεολαιίστικης υποκουλτούρας των μεγαλουπόλεων – αυτής που ανδρώθηκε κυρίως στις ΗΠΑ κατά τις δεκαετίες του 1970 και ’80: γκράφιτι, χιπ-χοπ, διαγωνιστικά σόου και κόλπα με ποδήλατα, ταξικά γκέτο, ανάλογη αργκό και ενδυματολογική προσέγγιση. Καθόλου τυχαία, οι συντελεστές ανέθεσαν τη σύνθεση της μουσικής επένδυσης της σειράς σε γνωστούς ράπερ και έπνιξαν τους διαλόγους στην ιδιόλεκτο των μητροπολιτικών αμερικανικών γκέτο.

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Ίον Φλαξ» (1995)

ΙΟΝ ΦΛΑΞ

«AEON FLUX»




     Το κλίμα μεταξύ των γειτονικών εθνών της Μπρένια και της Μόνικα είναι ψυχροπολεμικό και ένα αυτοματοποιημένο ένοπλο τείχος διασχίζει τα σύνορά τους. Ο πανούργος, αυταρχικός και ιδιοφυής επιστήμονας Τρέβορ Γκουντσάιλντ έχει αναλάβει την ηγεσία της Μπρένια, μιας συγκεντρωτικής και τεχνοκρατικής αστικής κοινωνίας, ύστερα από την εξαφάνιση του παράφρονα προηγούμενου ηγέτη Κλάβιους. Η Ίον Φλαξ, μία ανεξάρτητη, σέξι και με εξαιρετικό ακροβατικό ταλέντο μυστική πράκτορας ειδικευμένη στη δολιοφθορά για λογαριασμό της αναρχικής επικράτειας της Μόνικα, διεισδύει τακτικά στην Μπρένια για να σαμποτάρει εργοστάσια ή ερευνητικά έργα του Γκουντσάιλντ. Ο Τρέβορ όμως όχι μόνο έχει μία νοσηρή εμμονή μαζί της, αλλά είναι και περιστασιακός εραστής της… Όλα αυτά σε ένα ακαθόριστο μέλλον υψηλής τεχνολογίας, όπου τα ήθη είναι πολύ πιο «απελευθερωμένα» και ο μέσος πολίτης ενδιαφέρεται κυρίως για την άμεση ικανοποίηση των ορμών του.
     Αυτό είναι το εκκεντρικό, δυστοπικό σκηνικό επιστημονικής φαντασίας όπου εκτυλίσσεται η εν λόγω πρωτοποριακή τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων, την οποία δημιούργησε ο Κορεάτης Πίτερ Τσανγκ στα μέσα της δεκαετίας του 1990 για λογαριασμό του καναλιού MTV. Με αφετηρία έξι μικρού μήκους και χωρίς καθόλου διάλογο φιλμάκια τα οποία είχαν προβληθεί στον σταθμό την περίοδο 1991 – ’92, το ’95 ο Τσανγκ ανέλαβε να υλοποιήσει έναν πλήρη και αυτοτελή κύκλο δέκα ημίωρων επεισοδίων, τελείως αυτοτελών, με κανονικό σπικάζ και διαλόγους. Με εμφανείς επιρροές από τα ιαπωνικά άνιμε αλλά και από τα γαλλικά κόμικς του Μόμπιους (διάσημου από τη συνεργασία του με τον Αλεχάνδρο Γιοντορόφσκι για το κόμικ Ίνκαλ, αλλά και από τη συμβολή του σε κινηματογραφικά φιλμ όπως το Alien, το Τρον, το Πέμπτο στοιχείο και η ανολοκλήρωτη διασκευή του Ντιουν από τον Γιοντορόφσκι), κυρίως όσον αφορά τις ελαφρώς νηματοειδείς ανθρώπινες φιγούρες με τα υπερτονισμένα χαρακτηριστικά και την ξεχωριστή χρωματική παλέτα, με ένα διάχυτο κλίμα μυστηρίου αφού ελάχιστο υπόβαθρο παρουσιάζεται για τον παράδοξο κόσμο της ιστορίας, με αφήγηση στηριγμένη στη δράση και με εξαιρετική αισθητική, η Ίον Φλαξ άφησε το δικό της στίγμα στον χώρο.

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Bubblegum Crisis» (1987 - '91, 1990, 1998 - '99)

BUBBLEGUM CRISIS

«BUBBLEGUM CRISIS»
«AD. POLICE FILES»
«BUBBLEGUM CRISIS 2040»




     Στο υψηλής τεχνολογίας, δυστοπικό και εμφανώς ταξικά διαστρωματωμένο Τόκιο του 2032, όπου η πανίσχυρη, ανελέητη και άπληστη πολυεθνική εταιρεία Genom ελέγχει κατ’ ουσία την κυβέρνηση και έχει πλουτίσει από την κατασκευή αυτοσυνείδητων, ενισχυμένων ανδροειδών μάχης ή εργασίας με ανθρώπινη εμφάνιση (οι λεγόμενοι «Μπούμερ»), λειτουργεί μία ξεχωριστή αστυνομική μονάδα με στόχο την πρόληψη και καταστολή εγκλημάτων διαπραχθέντων από Μπούμερ – η «Αστυνομία AD». Ταυτόχρονα, τέσσερις νεαρές, δυναμικές και όμορφες κοπέλες εξοπλισμένες με άκρως απόρρητης τεχνολογίας θωρακισμένες στολές μάχης ιδρύουν μία μυστική μισθοφορική ομάδα εστιασμένη επίσης στην αντιμετώπιση Μπούμερ: είναι οι «Knight Sabers». Γρήγορα μπαίνουν στο στόχαστρο της Genom καθώς παρεμβαίνουν στις διάφορες παράνομες δραστηριότητές της, αλλά χαίρουν της βοήθειας του ικανού αστυνομικού AD Λέων ΜακΝίκολ – αφοσιωμένου στο καθήκον μα συγκρατούμενου ως τότε από τη γραφειοκρατία και τη διαφθορά του Σώματος…
     Το Bubblegum Crisis είναι ένα «κλασικό» ιαπωνικό άνιμε επιστημονικής φαντασίας οκτώ σαραντάλεπτων επεισοδίων, από την περίοδο που τα τηλεοπτικά και κινηματογραφικά εγχειρήματα της κατηγορίας ενηλικιώνονταν και γίνονταν γνωστά στη Δύση – μάλλον δεν είναι σύμπτωση η ομοιότητα της βασικής πλοκής του με αυτήν οποιουδήποτε κόμικ υπερηρώων σχεδιασμένου στις ΗΠΑ. Μαζί με το ελαφρώς προγενέστερο Megazone 23 και το δημοφιλές Ακίρα της ίδιας περιόδου, συνιστά ένα από τα πιο επηρεαστικά δείγματα τηλεοπτικού κυβερνοπάνκ της δεκαετίας του 1980. «Υπερσύγχρονες» μοτοσικλέτες, σενάριο με υποτιθέμενους αστέρες της ποπ δισκογραφίας και εμβόλιμα ποπ ροκ τραγούδια τα οποία σχολιάζουν περιστασιακά τις σκηνές δράσης, αναφορές στην αισθητική αλλά και στους χαρακτήρες του Blade Runner, αστικά μητροπολιτικά τοπία του μέλλοντος πνιγμένα στο μέταλλο, στην άσφαλτο και στα καλώδια, εταιρικές μηχανορραφίες στο φόντο μιας πρωτοφανούς ταξικής διαίρεσης, διάσπαρτοι «μελλοντικοί» ηλεκτρονικοί υπολογιστές οι οποίοι παραπέμπουν στην εποχή του… CP/M και των πρώτων Macintosh, εξελιγμένα ανδροειδή, εκτός ελέγχου τεχνητές νοημοσύνες α λα Νευρομάντη, μάχες μεταξύ μέκα (γιγάντια, ένοπλα ανθρωποειδή ρομπότ με έναν οδηγό ως πιλότο) βιομηχανικής αισθητικής, σχετικά ρεαλιστικό σκίτσο, ατελείωτη δράση, γυμνό και αίμα… τα πάντα μυρίζουν από χιλιόμετρα «κυβερνοπάνκ άνιμε του ‘80» με ό,τι ευχαριστεί τους οπαδούς τοποθετημένο στο μείγμα.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Βρικόλακες» (1998)




     Οι βρικόλακες ζουν ανάμεσά μας. Κρυμμένοι στα περιθώρια της κοινωνίας, αιωνόβιοι, κινούμενοι σε μικρές ομάδες και με θανατηφόρα ευαισθησία στο φως του Ήλιου, κατορθώνουν επί αιώνες να κρύβουν την ύπαρξή τους από την Ανθρωπότητα παρά τη φονική τους διατροφική ανάγκη για αίμα. Μονάχα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία γνωρίζει την αλήθεια, εφόσον μία μυστική θρησκευτική τελετή εξορκισμού που πήγε στραβά υπήρξε κάποτε υπεύθυνη για τη γέννησή τους, στην Ευρώπη του ύστερου Μεσαίωνα. Από τότε το Βατικανό συντηρεί κρυφές, ολιγάριθμες ομάδες μισθοφόρων στην Ευρώπη και στην Αμερική, καταλλήλως εξοπλισμένες για την ανίχνευση και εξόντωση βρικολάκων. Ο Τζακ Κρόου (Τζέιμς Γουντς), αδίστακτος, τραχύς και έμπειρος κυνηγός κεφαλών, είναι ο αρχηγός της βορειοαμερικανικής ομάδας και λογοδοτεί απευθείας στην Εκκλησία. Η συνάντησή του όμως με τον Βάλεκ στο Νέο Μεξικό, τον γηραιότερο και πιο ισχυρό βρικόλακα, οδηγεί στον βίαιο αποδεκατισμό της ομάδας του και στην έναρξη μίας νέας αναμέτρησης: υποπτευόμενος πως κάποιος τους έχει προδώσει, ο Κρόου πρέπει τώρα να εμπιστευτεί τον παλιό του συνεργάτη Μοντόγια (Ντάνιελ Μπάλντουιν) – μοναδικό επιζώντα της παλιάς ομάδας – έναν ιερέα-λόγιο και μία πόρνη δαγκωμένη από τον Βάλεκ (Σέρυλ Λη), με μόνο ελάχιστες ημέρες ζωής προτού μεταμορφωθεί και η ίδια σε βαμπίρ, προκειμένου να εντοπίσει πριν από εκείνον ένα παμπάλαιο τελετουργικό τεχνούργημα, ικανό να αλλάξει για πάντα την ισορροπία μεταξύ ανθρώπων και βρικολάκων…
     Αξιοπρεπής ταινία δράσης και τρόμου από τον Τζον Κάρπεντερ, εμπνευσμένη ίσως από την επιτυχία του Από το σούρουπο ως την αυγή (1996), κάτω όμως του καλλιτεχνικού πήχη τον οποίον ο ίδιος είχε θέσει κατά τη δεκαετία του 1980. Με σφιχτή πλοκή στηριγμένη σε μυθιστόρημα του 1990, καλό ρυθμό και όμορφα, λαμπερά πλάνα της ηλιόλουστης βορειοαμερικανικής ερήμου, οι Βρικόλακες είναι κατ’ ουσίαν ένα σύγχρονο σπαγγέτι γουέστερν με στοιχεία σκοτεινού φάνταζυ – επίσης, άλλος ένας φόρος τιμής του δημιουργού στη φιλμογραφία του Χάουαρντ Χοκς. Καθόλου τυχαία ο Κάρπεντερ ανέλαβε μεν το εγχείρημα κατ’ εντολή χολιγουντιανού στούντιο, αλλά συγχώνευσε και τροποποίησε σημαντικά τα δύο εναλλακτικά σενάρια τα οποία του είχαν παραδοθεί, ώστε να χαράξει το δικό του στίγμα στο έργο. Οι βρικόλακες εδώ είναι – εσκεμμένα – παντελώς μονοδιάστατα τέρατα ενδιαφερόμενα μόνο για τον επόμενο φόνο που θα διαπράξουν, αλλά οι άγριοι και σεξιστές αντιήρωες διώκτες τους με τον βίαιο και εγκληματικό χαρακτήρα στην πραγματικότητα δεν διαφέρουν πολύ. Ο σκηνοθέτης στήνει όμορφα και ατμοσφαιρικά στατικά κάδρα, πνιγμένα στο φως της ερήμου αντί για την αγαπημένη του σκοτεινιά, αξιοποιεί πλίνθινα χωριά ως σκηνικά και συνθέτει ταιριαστή μουσική πλουσιότερη από το σύνηθες – κιθαριστική με μπλουζ χροιά – όχι όμως ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη.

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Απόδραση από το Λος Άντζελες» (1996)




     2013. Οι ΗΠΑ είναι μία νεοσυντηρητική θεοκρατική χώρα, κυβερνώμενη αυταρχικά από έναν ισόβιο Πρόεδρο στηριγμένο στην κρατική καταστολή. Το Λος Άντζελες, ύστερα από τον καταστρεπτικό σεισμό του 2000, έχει ισοπεδωθεί, έχει αποκοπεί από την ενδοχώρα της Καλιφόρνια και έχει μετατραπεί σε νησί-φυλακή, όπου η κυβέρνηση εξορίζει ως εγκληματίες όσους παραβαίνουν τον νόμο ή τον αυστηρό ηθικό κώδικα  και τους κανόνες πολιτικής ορθότητας του θρησκευόμενου Προέδρου: άθεοι, μουσουλμάνοι, πόρνες, χρήστες ψυχοτρόπων ουσιών, καπνιστές και κρεατοφάγοι. Εκεί οι κατάδικοι ζουν ανεπιτήρητοι, διασπασμένοι σε αντίπαλες συμμορίες και χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Ο πάλαι ποτέ βετεράνος των Ειδικών Δυνάμεων Σνέικ Πλίσκεν (Κερτ Ράσελ) έχει συλληφθεί για άλλη μια φορά και καταλήγει έτοιμος για μεταφορά στο Λος Άντζελες, μα ο ίδιος ο Πρόεδρος τον στρατολογεί με μία προσφορά: θα λάβει πλήρη χάρη αν διεισδύσει στην κατεστραμμένη πόλη, ανακτήσει ένα μυστικό υπερόπλο το οποίο έχει καταπέσει στο νησί και το επιστρέψει στις Αρχές των ΗΠΑ.
     Το όπλο δεν είναι παρά το τηλεχειριστήριο για ένα παγκόσμιο δίκτυο στρατιωτικών τεχνητών δορυφόρων (με κωδικό όνομα «Δαμόκλειος Σπάθη»), ικανό να πλήξει οποιαδήποτε περιοχή του πλανήτη με ηλεκτρομαγνητικό παλμό και να καταστρέψει άμεσα κάθε ηλεκτρονική συσκευή στην εμβέλειά του, ενώ η κλοπή του οφείλεται στην ίδια την κόρη του προέδρου (ονόματι… Ουτοπία) όταν αυτή προσηλυτίστηκε στις ιδέες του Κουέρβο Τζόουνς, αυταρχικού Περουβιανού αντάρτη και αρχισυμμορίτη του Λος Άντζελες. Ο Τζόουνς σκοπεύει να αξιοποιήσει τη Δαμόκλειο Σπάθη ώστε να καταστρέψει τον αμυντικό μηχανισμό των ΗΠΑ, διευκολύνοντας έτσι μία επικείμενη εκδικητική εισβολή λατινοαμερικανικών χωρών του Γ’ Κόσμου στη Β. Αμερική, αλλά ο Πλίσκεν δεν έχει ούτε τη διάθεση ούτε την πολυτέλεια να επιλέξει στρατόπεδο: οι υπάλληλοι του Προέδρου τον μολύνουν με έναν θανατηφόρο ιό και υπόσχονται να του δώσουν το αντίδοτο μόνο αν ανακτήσει με επιτυχία το τηλεχειριστήριο μες στις επόμενες δέκα ώρες…

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Ζουν ανάμεσά μας» (1988)




     Σε ένα υπερσύγχρονο Λος Άντζελες ρημαγμένο από την ανεργία και την ταξική διαίρεση – αλλά πάντα ηλιόλουστο – ένας γεροδεμένος, απολυμένος εργάτης από την επαρχία αναζητά μάταια μια θέση εργασίας σε οικοδομές και τις νύχτες κοιμάται σ’ έναν καταυλισμό αστέγων. Συνεχίζει ωστόσο να πιστεύει στο σύστημα, να πιστεύει «στην Αμερική», να περιμένει τη μέρα που τα πράγματα «θα διορθωθούν». Όταν αντιλαμβάνεται πως ο χριστιανικός ναός δίπλα στον καταυλισμό αποτελεί απλώς τη βιτρίνα για μια μυστική οργάνωση διωκόμενη από την Αστυνομία, βιώνοντας ως αποτέλεσμα στο πετσί του την κρατική καταστολή μέσω μιας νυχτερινής εκκαθαριστικής επιχείρησης διάλυσης του παράνομου καταυλισμού, αρχίζει να συνειδητοποιεί μια κρυμμένη, τρομακτική αλήθεια. Ένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου από τα ερείπια της εκκλησίας – τμήμα ενός φορτίου το οποίο η οργάνωση σύντομα επρόκειτο να διαθέσει στην κυκλοφορία – επιτρέπει σε όποιον τα φορά να βλέπει την πραγματική εικόνα του αστικού περιβάλλοντος: η άρχουσα τάξη και ένα ποσοστό των αστυνομικών είναι εξωγήινοι εισβολείς με τερατώδη μορφή, ενώ οι τηλεοπτικές εικόνες, τα περιοδικά έντυπα και οι διαφημιστικές πινακίδες περιέχουν κρυμμένα υποσυνείδητα μηνύματα κατασκευασμένα ώστε να προτρέπουν τον πληθυσμό στην υπακοή και στην υπερκατανάλωση. Η Γη έχει εδώ και καιρό αποικιστεί από διαπλανητικούς εμπόρους που βρήκαν στον πλανήτη μας έναν γαλαξιακό Γ’ Κόσμο... Η πραγματικότητα αυτή παραμένει συσκοτισμένη χωρίς τα γυαλιά, εξαιτίας ενός μόνιμου υποσυνείδητου σήματος που εκπέμπεται από κάποιον κεντρικό σταθμό και παραμορφώνει την αντίληψη των ανθρώπων μέσω συστηματικής πλύσης εγκεφάλου…
     Ο Τζον Κάρπεντερ, στην κορύφωση ενός μακρού δημιουργικού σερί καταμεσής της δεκαετίας του 1980, συνεχίζει με ανεξάρτητη χρηματοδότηση έξω από το μεγάλο χολιγουντιανό κύκλωμα και το 1988 συγγράφει, σκηνοθετεί και συνθέτει μουσική για ένα – κλασικό σήμερα – b-movie, μια παρανοϊκή σάτιρα με ισόποσα στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, δράσης και μαύρης κωμωδίας. Κατορθώνει ταυτόχρονα να εμποτίσει το Ζουν ανάμεσά μας με αριστερόστροφο πολιτικό σχολιασμό ενάντια στις επικρατούσες τότε πολιτικές της κυβέρνησης Ρήγκαν, χωρίς ίχνος ωστόσο διδακτισμού, στο πλαίσιο μίας εμπνευσμένης και επίκαιρης αλλά καθόλου υπαινικτικής αλληγορίας περί της ταξικής ιεράρχησης της κοινωνίας. Κι όλα αυτά σε μία περίοδο ακμής των γιάπηδων, του χρηματοπιστωτικού μεταβιομηχανικού καπιταλισμού, του ρηγκανικού / θατσερικού προγράμματος και – ταυτόχρονα – γιγάντωσης των κοινωνικών ανισοτήτων στη Δύση. Με φόντο μία λαμπερή μητρόπολη βυθισμένη στην αστική παρακμή ύστερα από τη λήξη της μεταπολεμικής «ευημερίας», με πρώτη ύλη μία σχετικά άγνωστη λογοτεχνική πηγή (ένα διήγημα του 1963), με πρωταγωνιστικό χαρακτήρα καταγόμενο από τα σπαγγέτι γουέστερν και αξιοποιώντας τακτικούς συνεργάτες του (π.χ. ηθοποιούς από την Απειλή του 1982 και τον Πρίγκιπα του σκότους του 1987), ο Κάρπεντερ σφυρηλατεί μία διασκεδαστική περιπέτεια με έμφαση στη φυσική δράση και με διάχυτο χιούμορ.

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Χαμός στην Τσαϊνατάουν» (1986)




     Στο σύγχρονο Σαν Φρανσίσκο, ένας …πολύ σίγουρος για τον εαυτό του φορτηγατζής και στερεοτυπικός «αρρενωπός αλήτης με χρυσή καρδιά» ονόματι Τζακ Μπάρτον (Κερτ Ράσελ) δέχεται να βοηθήσει τον κινεζικής καταγωγής φίλο του Γουάνγκ να διασώσει την ερωμένη του, η οποία έχει μόλις απαχθεί από μία επικίνδυνη συμμορία της Τσαϊνατάουν. Στην πορεία κάποιοι κλέβουν το φορτηγό του και γίνεται μάρτυρας της υπερφυσικής παρέμβασης τριών πανίσχυρων μάγων – βοηθών του μυστηριώδους, αιωνόβιου και δαιμονικού Λο Παν – στη διένεξη μεταξύ αντίπαλων συμμοριών της συνοικίας. Γρήγορα ο Τζακ σχηματίζει μία συμμαχία με τον Γουάνγκ, μία δικηγόρο ονόματι Γκρέις Λω (Κιμ Κατράλ) και τον τοπικό Κινέζο «λευκό μάγο» Εγκ (Βίκτορ Γουόνγκ), ο οποίος τη μέρα εργάζεται ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου και τη νύχτα φημίζεται ως ειδήμων στον Λο Παν. Στόχος τους είναι να σταματήσουν τον τελευταίο πριν να είναι αργά. Στόχος του Λο Παν είναι να θυσιάσει μία κοπέλα με πράσινα μάτια για να άρει μια αρχαία κατάρα από πάνω του και να αποκτήσει ξανά υλικό σώμα, ώστε να κυβερνήσει τον κόσμο. Στόχος του Τζακ, να βρει το κλεμμένο του φορτηγό και να εντυπωσιάσει την όμορφη Γκρέις…
     Το 1985 ο Τζον Κάρπεντερ κλήθηκε να σκηνοθετήσει ένα ιδιόρρυθμο φιλμ, αρχικά προοριζόμενο για γουέστερν επηρεασμένο από τα «γούξια»: κινεζικές ταινίες πολεμικών τεχνών με υπερφυσικά στοιχεία, στηριγμένα στη λαϊκή κουλτούρα της Άπω Ανατολής. Το σενάριο ωστόσο ξαναγράφτηκε κατ’ απαίτηση του στούντιο, η δράση μεταφέρθηκε στην Τσαϊνατάουν του σύγχρονου Σαν Φρανσίσκο ώστε τα φάνταζυ συστατικά να ξαφνιάσουν περισσότερο τους θεατές και εισήχθησαν κωμικά στοιχεία σκρούμπολ, σε μία περίοδο που ταινίες δράσης νέας κοπής με εύθυμες νότες είχαν αρχίσει να κατακλύζουν το υπερατλαντικό σινεμά. Για τον «εμπορικό» πλέον Κάρπεντερ, κυρίως μετά τη φρέσκια επιτυχία του συμβατικά χολιγουντιανού Στάρμαν, με τη στήριξη μεγάλων κινηματογραφικών κυκλωμάτων και με εξασφαλισμένη τη συμμετοχή του Κερτ Ράσελ – ερμηνευτικής «μούσας» του σκηνοθέτη – στον πρωταγωνιστικό ρόλο, η επιτυχία έμοιαζε προεξοφλημένη. Ωστόσο η παραγωγή έπρεπε να επισπευστεί ώστε η ταινία να διανεμηθεί στις αίθουσες πριν από το ανταγωνιστικό εγχείρημα παρόμοιας θεματολογίας Το χρυσό παιδί, με τον δημοφιλή Έντι Μέρφι, το οποίο ετοιμαζόταν την ίδια περίοδο. Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε, μα μόνο για να αποδειχθεί οδυνηρά πως το στούντιο δεν είχε ιδέα πώς να προωθήσει και να διαφημίσει στο κοινό ένα τέτοιο δημιούργημα.

Κινηματογράφος: «Απόδραση από τη Νέα Υόρκη» (1981)




     Στο εγγύς μέλλον, το 1997, η εγκληματικότητα στις ΗΠΑ έχει εκτιναχθεί στα ύψη, ριζοσπαστικές πολιτικές ομάδες προκαλούν αναταραχή, η τεχνολογία της παρακολούθησης και της καταστολής στην υπηρεσία της κυβέρνησης έχει εξελιχθεί, ενώ από καιρό έχει ξεσπάσει παγκόσμιος πόλεμος με τη «σοσιαλιστική» Σοβιετική Ένωση και την Κίνα. Το Μανχάταν έχει εκκενωθεί, περιτειχιστεί, αποκλειστεί και οι περιπολούμενοι έξοδοί του έχουν ναρκοθετηθεί, μετατρέποντάς το σε αδιαπέραστη, γιγάντια φυλακή υψίστης ασφαλείας, όπου τοποθετούνται οι πιο επικίνδυνοι εγκληματίες χωρίς άμεση αστυνομική επιτήρηση – κανείς δεν βγαίνει ποτέ από εκεί. Όταν ακτιβιστές τρομοκράτες καταλαμβάνουν το αεροσκάφος του Προέδρου της χώρας (Ντόναλντ Πλέζενς) και το οδηγούν σε συντριβή καταμεσής του Μανχάταν, οι υπεύθυνοι της Μυστικής Υπηρεσίας αναγκάζονται να ζητήσουν τη βοήθεια του καταδίκου Σνέικ Πλίσκεν (Κερτ Ράσελ): κυνικός, γεροδεμένος, πρώην καταδρομέας των Ειδικών Δυνάμεων και νυν συλληφθείς ληστής τραπεζών με διασυνδέσεις στον υπόκοσμο, πρέπει να διεισδύσει απαρατήρητος στο Μανχάταν με ανεμοπλάνο και να βρει μέσα σε 24 ώρες τον Πρόεδρο – αιχμάλωτο των κρατουμένων, οι οποίοι έχουν οικοδομήσει τη δική τους «πρωτόγονη» κοινωνία υπό την ηγεσία του «Δούκα» –, διαφορετικά θα καταλήξει νεκρός. Όμως το σημαντικό δεν είναι η ζωή του Προέδρου αλλά μία κασέτα δεδομένων την οποία έχει μαζί του, με πολύτιμες επιστημονικές πληροφορίες ικανές να τερματίσουν τον πόλεμο και να φέρουν την ειρήνη, αρκεί να βρεθούν και να αξιοποιηθούν προτού λήξει μία Συνδιάσκεψη Κορυφής ακριβώς σε 24 ώρες…
     Καταμεσής της δεκαετίας του 1970, στον απόηχο του σκανδάλου του Γουότεργκεϊτ το οποίο πυροδότησε στο Χόλιγουντ μία λαίλαπα ταινιών με θεματολογία αντικυβερνητικής συνωμοσιολογίας, ο Τζον Κάρπεντερ έγραψε το σενάριο ενός πρωτότυπου, αγωνιώδους b-movie δράσης σε σκηνικό επιστημονικής φαντασίας και με μια αίσθηση διαρκούς νυχτερινής απειλής. Τότε το εγχείρημα δεν έγινε δεκτό από κανένα στούντιο, αλλά μετά τη γιγάντια επιτυχία της πασίγνωστης Νύχτας με τις μάσκες (1978) και τη διεθνή διανομή του αυστραλέζικου μεταποκαλυπτικού b-movie δράσης Μαντ Μαξ (1979) ο σκηνοθέτης κατόρθωσε να βρει παραγωγούς πρόθυμους να χρηματοδοτήσουν την – καλτ πλέον – Απόδραση από τη Νέα Υόρκη (1981). Η απέριττη πλοκή είναι κομψά δομημένη, οι χαρακτήρες και οι διάλογοι απολαυστικά εξωπραγματικοί, οι σποραδικές πινελιές του χιούμορ κατάμαυρες («–Are you going to kill me now? –Too tiredmaybe later.»), το φινάλε ταιριαστά μηδενιστικό και κυνικό ως προς την άρχουσα τάξη, η δράση υποδειγματικά φιλμαρισμένη, η βία στυλιζαρισμένα τραχιά, τα ντεκόρ πειστικά και ατμοσφαιρικά, τα ειδικά εφέ «της παλιάς σχολής». Όμως τα κύρια ατού της Απόδρασης είναι ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας του Πλίσκεν, η ερμηνεία του από τον Κερτ Ράσελ, η σκηνοθεσία του Κάρπεντερ και οι ιδέες του σεναρίου.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο σταθμός 13 δέχεται επίθεση» (1976)

ΤΖΟΝ ΚΑΡΠΕΝΤΕΡ


Ο ΣΤΑΘΜΟΣ 13 ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΠΙΘΕΣΗ

«ASSAULT ON PRECINCT 13»




     Η δεύτερη ταινία του Τζον Κάρπεντερ είναι μία εμφανώς β’ διαλογής περιπέτεια χαμηλού προϋπολογισμού, με άγνωστους τότε συντελεστές, η οποία λειτουργεί εξίσου καλά ως ταινία δράσης και ως θρίλερ αγωνίας. Με πηγές έμπνευσης το κλειστοφοβικό, ιδιόρρυθμο γουέστερν Ρίο Μπράβο (1959) και την εξίσου κλειστοφοβική, θρυλική ταινία τρόμου Η νύχτα των ζωντανών νεκρών (1968), το φιλμ εκσυγχρονίζει την ιστορία και μεταφέρει την πλοκή στη ζούγκλα των μετανεωτερικών μητροπόλεων, σχολιάζοντας ακροθιγώς επίκαιρα τότε ζητήματα όπως η αστική βία, η αστυνομική ασυδοσία και η σταδιακή αλλαγή που συνέβαινε στις φυλετικές σχέσεις της κοινωνίας των ΗΠΑ: ο πρωταγωνιστής είναι Αφροαμερικανός και οι αντίπαλοί του ένα καινοφανές διαφυλετικό μείγμα.
     Η πλοκή είναι απέριττη και το πρώτο ημίωρο στήνει το σκηνικό: μία εγκληματική συμμορία του Λος Άντζελες έχει στην κατοχή της ένα φορτίο κλεμμένων όπλων εξοπλισμένων με σιγαστήρες και επιδίδεται σε ένα όργιο παρανομιών κατά τη διάρκεια ενός Σαββάτου, αναζητώντας εκδίκηση από την τοπική Αστυνομία η οποία δολοφόνησε έξι μέλη της σε ενέδρα. Ένας περαστικός πατέρας του οποίου η κόρη πέφτει τυχαία θύμα της συμμορίας πυροβολεί για λόγους εκδίκησης ένα ηγετικό στέλεχος της τελευταίας, καταδιώκεται και καταφεύγει σε ένα απομονωμένο, έτοιμο να κλείσει αστυνομικό τμήμα χωρίς ενεργή τηλεφωνική γραμμή, καταμεσής των γκέτο. Μόνο προσωπικό του χώρου δύο γυναίκες γραμματείς, ένας νεαρός αστυνομικός στην πρώτη του βάρδια, ο προϊστάμενός του και τρεις βαρυποινίτες μαζί με τους ελάχιστους ένοπλους συνοδούς τους. Μεταξύ των εγκλείστων υπάρχει και ένας «εξυπνάκιας», λιγομίλητος κατά συρροή δολοφόνος, ο οποίος σύντομα πρόκειται να εκτελεστεί στην ηλεκτρική καρέκλα…