Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο πρίγκιπας του σκότους» (1987)




     Στα κλειδωμένα υπόγεια ενός ερειπωμένου ρωμαιοκαθολικού ναού του Λος Άντζελες, κρύβεται μία μυστική αδελφότητα ιερέων η οποία επί είκοσι αιώνες έχει διαφυλάξει ένα τρομακτικό μυστικό: ο Σατανάς υπάρχει πραγματικά και υλικά στον φυσικό κόσμο, στα μόρια ενός παράδοξου, στροβιλιζόμενου και παχύρευστου πράσινου υγρού το οποίο φέρει την ουσία του, είναι σε θέση να μολύνει ανθρώπους και να παρασιτήσει μέσα τους, καταλαμβάνοντας και ελέγχοντας το κορμί και τον νου τους, αλλά ευτυχώς το υγρό αυτό είναι σφραγισμένο σε έναν μεταλλικό κύλινδρο φυλασσόμενο στα υπόγεια του εν λόγω ναού. Ο Ιησούς Χριστός, ένας προηγμένος ανθρωποειδής εξωγήινος, γνώριζε πως μια μέρα ο Σατανάς θα ξεκλείδωνε τη φυλακή του και θα διέφευγε στην επιφάνεια της Γης σπέρνοντας τον θάνατο, προσπαθώντας ταυτόχρονα να φέρει στο Σύμπαν μας τον Πατέρα του – τον εξόριστο από την πραγματικότητα «Αντίθεο»!
     Προσπάθησε να προειδοποιήσει τους συγχρόνους του ότι το Κακό δεν είναι απλώς μία διανοητική μεταφορά, μία τάση στο εσωτερικό του ανθρώπινου ψυχισμού, αλλά πως υπάρχει στ’ αλήθεια. Δεν εισακούστηκε και ως αποτέλεσμα σχηματίστηκε η μυστική αδελφότητα για να διαφυλάξει την «αιρετική» γνώση του στο περιθώριο. Στο παρόν, ο τρέχων επικεφαλής της (Ντόναλντ Πλέζενς) συνειδητοποιεί ότι ο κύλινδρος έχει αρχίσει να ανοίγει και ζητά τη συμβολή ενός αναγνωρισμένου ακαδημαϊκού φυσικού επιστήμονα με κλίση στη φιλοσοφία (Βίκτορ Γουόνγκ), ώστε να αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ο κίνδυνος και να διαδοθεί η γνώση στο ευρύ κοινό. Οι δύο άνδρες και μια μεγάλη επιστημονική ομάδα στήνουν ένα ερευνητικό εργαστήριο στον ερειπωμένο ναό, καταμεσής των πιο υποβαθμισμένων γειτονιών του Λος Άντζελες, με σκοπό να περάσουν ένα Σαββατοκύριακο μελετώντας τον παμπάλαιο κύλινδρο. Όμως η ώρα της αφύπνισης έχει έρθει…
     Με μόνο 3 εκατομμύρια δολάρια στη διάθεσή του και χωρίς μεγάλο στούντιο αυτή τη φορά να τον υποστηρίζει, ύστερα από την αποτυχία του Χαμού στην Τσαϊνατάουν κατά το προηγούμενο έτος, ο Τζον Κάρπεντερ παραδίδει το 1987 μία ατμοσφαιρική και στυλιζαρισμένη ταινία τρόμου β’ διαλογής, με τη μικρή συμβολή του ροκ τραγουδιστή Άλις Κούπερ (εμφανίζεται σε μικρό ρόλο, υπογράφει ένα τραγούδι της μουσικής επένδυσης) και έχοντας ως κεντρική ιδέα τη διασταύρωση του συμβατικού υπερφυσικού τρόμου με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, στηριγμένα στη σύγχρονη θεωρητική φυσική. Το τελικό αποτέλεσμα φέρει σε κάθε καρέ την υπογραφή του «μάστορα» Κάρπεντερ, ο οποίος αξιοποιεί τακτικούς συνεργάτες του (π.χ. οι ηθοποιοί Πλέζενς, της Νύχτας με τις μάσκες, και Γουόνγκ, του Χαμού στην Τσαϊνατάουν) και τις συνήθεις κινηματογραφικές μεθόδους του: ευρυγώνια πλάνα με εξαιρετική γεωμετρική αρμονία, ατμοσφαιρικοί φωτισμοί και φωτοσκιάσεις, χαρακτηριστικά λιτή αλλά ρυθμική μουσική υπόκρουση από συνθεσάιζερ και δυσοίωνα κρουστά, πλαστικές κινήσεις της κάμερας, καλοφτιαγμένα σκηνικά, σφιχτός αλλά όχι φρενήρης αφηγηματικός ρυθμός στο πλαίσιο μιας βραδύκαυστης πλοκής.
     Ο κορμός της ιστορίας δεν είναι παρά η πολιορκία μίας ετερόκλητης ομάδας ηρώων σε ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο, καταμεσής της μητρόπολης και χωρίς κανείς να το αντιλαμβάνεται, τόσο από εξωτερικούς εχθρούς – άστεγοι προσηλυτισμένοι και ελεγχόμενοι από τον αφυπνιζόμενο Σατανά – όσο και από εσωτερικούς μες στον ναό – τα άτομα της ομάδας τα οποία πέφτουν ένας-ένας θύματα του Κακού, μετατρεπόμενοι σε άβουλους υπηρέτες του. Έτσι, από μία σκοπιά, ο Πρίγκιπας του σκότους συνιστά ένα αφηγηματικό υβρίδιο μεταξύ των παλαιότερων έργων του σκηνοθέτη Ο σταθμός 13 δέχεται επίθεση (1976) και Η απειλή (1982). Όπως στο πρώτο φιλμ, η απειλή έρχεται απ’ έξω και συνίσταται σε μια στρατιά από αμίλητα, προσηλωμένα στον στόχο ζόμπι, μια κοσμική καταστροφική δύναμη η οποία προσπαθεί απεγνωσμένα να παραβιάσει το «φρούριο», ένα σύμβολο της αρχέγονης βίας χωρίς κανόνες, χωρίς λογική, χωρίς έλεος. Όπως στο δεύτερο φιλμ, ο εχθρός κρύβεται στο εσωτερικό των πυλών ενώ οι ήρωες είναι καλλιεργημένοι και πολυμήχανοι. Ο Κάρπεντερ μοιάζει να επαναλαμβάνεται, προσθέτοντας απλώς το υπερφυσικό στοιχείο στο εγχείρημα και μια κλισέ χροιά «μεταλλαγμένου» αρχετυπικού σλάσερ, όπου αντί οι πρωταγωνιστές να δολοφονούνται ένας - ένας όταν μένουν μόνοι τους, καταλαμβάνονται ένας - ένας από τον Σατανά.
     Δυστυχώς οι χαρακτήρες είναι ρηχοί, μονοδιάστατοι, απελπιστικά εγωιστές και «άψυχοι», με τον πιο ενδιαφέροντα και ανάγλυφο – τον επικεφαλής επιστήμονα που υποδύεται ο Γουόνγκ – να φαίνεται παντελώς αναληθοφανής και να φλερτάρει τακτικά με τη χιουμοριστική καρικατούρα, αν και οι λεκτικές αψιμαχίες του με τον ιερέα αποδίδονται έξυπνα και αποδοτικά. Ο Πλέζενς μοιάζει να επαναλαμβάνει τον ρόλο του από τη Νύχτα με τις μάσκες, ενώ σποραδικά το σενάριο τείνει να προσεγγίζει επικίνδυνα τη γελοιότητα, ευτυχώς χωρίς να την αγγίζει. Το δε επιστημονικό περιτύλιγμά του, με τις νύξεις για τους υποατομικούς παραλογισμούς της κβαντομηχανικής και το πώς γκρεμίζουν τις ψευδείς βεβαιότητές μας για τον κόσμο, μένει τελικά μόνο μια όμορφη αλλά μη αναπτυγμένη βιτρίνα, αφού ουδέποτε η ταινία εμβαθύνει σ’ αυτά τα ζητήματα. Η πολιορκία των φυσικών επιστημόνων από υπερφυσικές δυνάμεις σε μία ερειπωμένη χριστιανική εκκλησία είναι αδιαμφισβήτητα ένας βαρύς συμβολισμός – η αναζήτηση, ίσως, ενός φευγαλέου υπαρξιακού νοήματος καταμεσής μιας εύθραυστης ορθολογικής νεωτερικότητας; – ο οποίος μένει παντελώς ανεκμετάλλευτος όσο το φιλμ βυθίζεται στο σλάσερ. Οι υπαινιγμοί νοσηρής σεξουαλικότητας στις σκηνές μετάδοσης του δαιμονικού υγρού από φορέα σε φορέα, ίσως με αλληγορικό άξονα την αφροδίσια πανδημία του AIDS, επίσης δεν υφίστανται ανάπτυξη. Αυτό που μένει τελικά είναι η, όχι ασυνήθιστη για τον δημιουργό, υπόγεια σάτιρα σε θεσμούς εξουσίας: εδώ η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είναι που σαρκάζεται και απονομιμοποιείται ως θεματοφύλακας μεταφυσικής αλήθειας. Ο πραγματικός τρόμος επομένως της ταινίας έγκειται στην υπενθύμιση του δυσαναπλήρωτου κενού στην ψυχή της Δύσης μετά από αυτή την απονομιμοποίηση που συνέβη κατά τη νεωτερικότητα, αφού η επιστήμη δεν είναι σε θέση να παράσχει ηθικές πυξίδες.
     Ο καλοπροαίρετος θεατής αποκλείεται να παραβλέψει την εξαιρετικά υποβλητική ατμόσφαιρα, τον μελετημένα βραδύ ρυθμό, τις ικανοποιητικές κατά κύριο λόγο ερμηνείες δεδομένων των προβληματικών χαρακτήρων, την αυθεντική αίσθηση αγωνιώδους τρόμου, ορισμένα πανέμορφα και σχεδόν σουρεαλιστικά πλάνα ή τις έξυπνες ιδέες της πλοκής (π.χ. οι ταχυονικές μεταδόσεις από το μέλλον υπό μορφή ονείρων, οι καθρέφτες ως πύλες μεταξύ παράλληλων χωροχρόνων, η κβαντομηχανική και το υπερφυσικό ως μεταφορικά οχήματα αποδόμησης του παλαιού θετικιστικού και αντικειμενιστικού κοσμοειδώλου – το κληροδοτημένο στη Δύση από τον 19ο αιώνα). Συνολικά ωστόσο το φιλμ αποτελεί μία από τις «ελαφρότερες» δημιουργίες της πιο καρποφόρας δεκαετίας του Κάρπεντερ, κυρίως εξαιτίας του ελλειμματικού σεναρίου του και των ασχημάτιστων χαρακτήρων. Ο σκηνοθέτης έχει δηλώσει πως θεωρεί τον Πρίγκιπα του σκότους ως το δεύτερο μέρος της θεματικής αποκαλυπτικής τριλογίας του περί του «τέλους του κόσμου». Εδώ, ξανά, ο φορέας του αφανισμού της Ανθρωπότητας απεικονίζεται απομονωμένος – έγκλειστος στον ναό – και το διφορούμενο τέλος αφήνει ασαφή την έκβαση της ιστορίας, αλλά σε αντίθεση με την Απειλή τα δρώμενα εκτυλίσσονται σε μια από τις μεγαλύτερες μητροπόλεις του πλανήτη και όχι στην έρημη Ανταρκτική.