Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Βρικόλακες» (1998)




     Οι βρικόλακες ζουν ανάμεσά μας. Κρυμμένοι στα περιθώρια της κοινωνίας, αιωνόβιοι, κινούμενοι σε μικρές ομάδες και με θανατηφόρα ευαισθησία στο φως του Ήλιου, κατορθώνουν επί αιώνες να κρύβουν την ύπαρξή τους από την Ανθρωπότητα παρά τη φονική τους διατροφική ανάγκη για αίμα. Μονάχα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία γνωρίζει την αλήθεια, εφόσον μία μυστική θρησκευτική τελετή εξορκισμού που πήγε στραβά υπήρξε κάποτε υπεύθυνη για τη γέννησή τους, στην Ευρώπη του ύστερου Μεσαίωνα. Από τότε το Βατικανό συντηρεί κρυφές, ολιγάριθμες ομάδες μισθοφόρων στην Ευρώπη και στην Αμερική, καταλλήλως εξοπλισμένες για την ανίχνευση και εξόντωση βρικολάκων. Ο Τζακ Κρόου (Τζέιμς Γουντς), αδίστακτος, τραχύς και έμπειρος κυνηγός κεφαλών, είναι ο αρχηγός της βορειοαμερικανικής ομάδας και λογοδοτεί απευθείας στην Εκκλησία. Η συνάντησή του όμως με τον Βάλεκ στο Νέο Μεξικό, τον γηραιότερο και πιο ισχυρό βρικόλακα, οδηγεί στον βίαιο αποδεκατισμό της ομάδας του και στην έναρξη μίας νέας αναμέτρησης: υποπτευόμενος πως κάποιος τους έχει προδώσει, ο Κρόου πρέπει τώρα να εμπιστευτεί τον παλιό του συνεργάτη Μοντόγια (Ντάνιελ Μπάλντουιν) – μοναδικό επιζώντα της παλιάς ομάδας – έναν ιερέα-λόγιο και μία πόρνη δαγκωμένη από τον Βάλεκ (Σέρυλ Λη), με μόνο ελάχιστες ημέρες ζωής προτού μεταμορφωθεί και η ίδια σε βαμπίρ, προκειμένου να εντοπίσει πριν από εκείνον ένα παμπάλαιο τελετουργικό τεχνούργημα, ικανό να αλλάξει για πάντα την ισορροπία μεταξύ ανθρώπων και βρικολάκων…
     Αξιοπρεπής ταινία δράσης και τρόμου από τον Τζον Κάρπεντερ, εμπνευσμένη ίσως από την επιτυχία του Από το σούρουπο ως την αυγή (1996), κάτω όμως του καλλιτεχνικού πήχη τον οποίον ο ίδιος είχε θέσει κατά τη δεκαετία του 1980. Με σφιχτή πλοκή στηριγμένη σε μυθιστόρημα του 1990, καλό ρυθμό και όμορφα, λαμπερά πλάνα της ηλιόλουστης βορειοαμερικανικής ερήμου, οι Βρικόλακες είναι κατ’ ουσίαν ένα σύγχρονο σπαγγέτι γουέστερν με στοιχεία σκοτεινού φάνταζυ – επίσης, άλλος ένας φόρος τιμής του δημιουργού στη φιλμογραφία του Χάουαρντ Χοκς. Καθόλου τυχαία ο Κάρπεντερ ανέλαβε μεν το εγχείρημα κατ’ εντολή χολιγουντιανού στούντιο, αλλά συγχώνευσε και τροποποίησε σημαντικά τα δύο εναλλακτικά σενάρια τα οποία του είχαν παραδοθεί, ώστε να χαράξει το δικό του στίγμα στο έργο. Οι βρικόλακες εδώ είναι – εσκεμμένα – παντελώς μονοδιάστατα τέρατα ενδιαφερόμενα μόνο για τον επόμενο φόνο που θα διαπράξουν, αλλά οι άγριοι και σεξιστές αντιήρωες διώκτες τους με τον βίαιο και εγκληματικό χαρακτήρα στην πραγματικότητα δεν διαφέρουν πολύ. Ο σκηνοθέτης στήνει όμορφα και ατμοσφαιρικά στατικά κάδρα, πνιγμένα στο φως της ερήμου αντί για την αγαπημένη του σκοτεινιά, αξιοποιεί πλίνθινα χωριά ως σκηνικά και συνθέτει ταιριαστή μουσική πλουσιότερη από το σύνηθες – κιθαριστική με μπλουζ χροιά – όχι όμως ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη.
     Η έμφαση δεν δίνεται ούτε στη σάτιρα ούτε στον τρόμο, μα στη φυσική δράση, στη βία και στο σπλάτερ, ενώ θεσμοί εξουσίας διακωμωδούνται υπογείως (κυρίως η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, όπως και στον Πρίγκιπα του σκότους του 1987). Κατά το τελευταίο ημίωρο το φιλμ διατηρεί και ένα σταθερό επίπεδο αγωνίας. Ο Κάρπεντερ δημιουργεί έτσι μία ευχάριστη και στυλιζαρισμένη ταινία β’ διαλογής με διάσπαρτα ίχνη χιούμορ, η οποία ωστόσο πάσχει από μεγάλη έλλειψη φαντασίας και περιεχομένου ενώ έχει μάλλον προβλέψιμη ανέλιξη και ανεπαρκείς ερμηνείες – τουλάχιστον οι βασικοί πρωταγωνιστές (ο σχεδόν μανιακός Τζέιμς Γουντς, ο μυώδης Ντάνιελ Μπάλντουιν και η αισθησιακή Σέρυλ Λη, η «Λώρα Πάλμερ» του τηλεοπτικού και κινηματογραφικού Υπόπτου κόσμου του Τουίν Πικς) ανταποκρίνονται καλά στους ρόλους τους. Οι περισσότερες σκηνές μάχης είναι ανέμπνευστα και αποπροσανατολιστικά για τον θεατή σκηνοθετημένες, τα ευρήματα επαναλαμβανόμενα, ενώ οι χαρακτήρες εντελώς μονοδιάστατοι και υπανάπτυκτοι· οι δειλές απόπειρες εξέλιξής τους (το σχηματιζόμενο ρομάντζο μεταξύ Μοντόγια και Κατρίνα, ή η αναληθοφανής μετατροπή του λογίου-ιερέα σε… κομάντο) πέφτουν εύκολα στο σεναριακό κενό και στους παραλογισμούς του. Ωστόσο η εντυπωσιακή εισαγωγή και το κομψό φινάλε εν μέρει αποζημιώνουν τον θεατή, παρόλο που τα μηχανικά και προσθετικά ειδικά εφέ τους δεν αποδεικνύονται πάντα λειτουργικά ή ρεαλιστικά.
     Η ταινία συνάντησε ψυχρή υποδοχή, λήγοντας σχεδόν τη σκηνοθετική καριέρα του Τζον Κάρπεντερ. Κατά την επόμενη δεκαετία γνώρισε δύο αποτυχημένες συνέχειες διανεμόμενες απευθείας σε οικιακά μέσα προβολής, από διαφορετικούς συντελεστές.