Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γουέστερν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γουέστερν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

Κινηματογράφος: «Ο νεκρός» (1995)

Ο ΝΕΚΡΟΣ

«DEAD MAN»



     Ένα ατμοσφαιρικότατο διαμάντι του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Τζιμ Τζάρμους, Ο νεκρός είναι ένα μυσταγωγικό ταξίδι στο πολιτισμικό ασυνείδητο της νεωτερικής Δύσης, αιθέριο και λυρικό, μια ελεγεία για την παρακμή του σύγχρονου τεχνολογικού κόσμου με τη φόρμα του ποιητικού νεογουέστερν. Η ιστορία μοιάζει προσχηματική: ο Ουίλιαμ Μπλέικ, ένας λογιστής από το Κλήβελαντ του 19ου αιώνα που υποδύεται θαυμάσια ο Τζόνι Ντεπ, ταξιδεύει με το τραίνο δυτικά, σε μια βιομηχανική συνοριακή πόλη ονόματι «Μηχανή» προς αναζήτηση εργασίας. Εκεί συναντά την πρώην πόρνη Θελ, της οποίας ο φίλος τούς πιάνει στο κρεβάτι. Ο Μπλέικ αναγκάζεται να αφεθεί στην αγριότητα του τοπίου, με μια σφαίρα καρφωμένη στο στήθος και κατηγορούμενος για διπλό φόνο.
    Τον ακολουθούν ψυχοπαθείς κυνηγοί κεφαλών, ενώ το ταξίδι του αυτό, παρέα με έναν εκκεντρικό, μεγαλόσωμο ερημίτη Ινδιάνο με παιδεία λευκού που αυτοαποκαλείται Κανένας και θεωρεί τον Μπλέικ μετενσάρκωση του διάσημου ομώνυμου ποιητή, μοιάζει με μια εκτεταμένη σκηνή θανάτου, όπου ο ήρωας μετατρέπεται εκούσια σε πιόνι της μοίρας. Κατά την πορεία τους προς τον ωκεανό, όπου ο Κανένας σκοπεύει να απελευθερώσει το φυλακισμένο πνεύμα του Μπλέικ με μια ινδιάνικη νεκρώσιμη τελετουργία, συναντούν έναν βάρβαρο κόσμο αποσύνθεσης, βίας και χάους, φερμένο απ’ τους λευκούς εποίκους, σε αντιδιαστολή με τον περισσότερο ευγενικό και φυσικό τρόπο ζωής των γηγενών της Βορείου Αμερικής.

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Λογοτεχνία: «Ματωμένος μεσημβρινός» (1985)

ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΣ

«BLOOD MERIDIAN»



«Κανείς τους δεν μιλούσε. Ήταν άντρες απ' άλλη εποχή κι ας έφεραν ονόματα χριστιανικά και είχαν ζήσει όλη τους τη ζωή στις ερημιές όπως και οι πατέρες τους. Είχαν μάθει από πόλεμο πολεμώντας, γενιές ολόκληρες κυνηγημένες απ' την ανατολική ακτή στην άλλη άκρη της ηπείρου, απ' τις στάχτες του Γκνάντενχουτεν ίσαμε τα λιβάδια και την έξοδο προς τους δρυμούς της Δύσης. Ακόμα κι αν υπήρχαν ένα σωρό μυστήρια στον κόσμο τα όρια του συγκεκριμένου κόσμου δεν ήταν μυστηριώδη, διότι δεν είχε μετρημό και σύνορο και περιείχε εντός του πλάσματα ακόμα πιο φριχτά κι άντρες άλλων χρωμάτων και όντα που άνθρωπος δεν έχει αντικρίσει ποτέ κι ωστόσο όχι ξένα, ή όχι περισσότερο απ' όσο ένιωθαν ξένες τις καρδιές τους τις ίδιες, μ' ό,τι ερημιά περιείχαν κι ό,τι θηρία.» (μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ)



    1849. Νοτιοδυτικές ΗΠΑ και βόρειο Μεξικό. Το Παιδί, ένας αγράμματος έφηβος επιρρεπής στις βαρβαρότητες και στην αλόγιστη βία, περιπλανάται στη βορειοαμερικανική έρημο παραδέρνοντας μεταξύ Τέξας και Μεξικού μεθώντας, καυγαδίζοντας, κλέβοντας. Οι περιπέτειές του θα τον οδηγήσουν να ενταχθεί σε μία συμμορία μισθοφόρων κυνηγών κεφαλών οι οποίοι συλλέγουν ινδιάνικα σκαλπ, με φόντο έναν φρικτό κόσμο κτηνώδους βίας και διάχυτου ρατσισμού, όπου Αμερικανοί, Μεξικανοί και Ινδιάνοι αλληλοσπαράζονται χωρίς κανένα δισταγμό.
    Ο Αμερικανός Κόρμακ Μακάρθι, έχοντας ήδη στην πλάτη του συγγραφική πορεία είκοσι ετών, δημοσίευσε το 1985 το πιο αναγνωρισμένο του μυθιστόρημα, ένα αναθεωρητικό και αντιηρωικό γουέστερν στηριγμένο σε αληθινά συμβάντα. Ο Ματωμένος μεσημβρινός, ή το κόκκινο του δειλινού στη Δύση πραγματεύεται κατά βάση το ίδιο θέμα με όλη σχεδόν την ύστερη εργογραφία του Μακάρθι, την ανθρώπινη μοχθηρία ως δύναμη της φύσης, με ακραία χομπσιανούς όρους καθολικού πολέμου όλων εναντίον όλων. Το επαναλαμβανόμενο στην εισαγωγή λεκτικό μεταφορικό σχήμα των «ματιών σαν κλουβιά» και η μεταγενέστερη παρατήρηση πως οι πρωταγωνιστές «δεν έχουν περισσότερη συντροφικότητα από ένα τσούρμο πιθήκων» συνοψίζουν αυτή την κοσμοθεωρία των ατόμων ως απομονωμένων ψυχικών νησίδων, ενώ οι τακτικά επανερχόμενες σκηνές νοσηρής βίας και φρίκης, σταθερά στην επικράτεια του γκροτέσκου και μοιάζοντας με ευφάνταστα ευρήματα σπλάτερ ταινίας τρόμου, υπογραμμίζουν τις συνέπειες της αλληλεπίδρασης μεταξύ τέτοιων ατόμων. Η ιδιόρρυθμη γραφή του Μακάρθι – κοφτή, λακωνική, τεταμένη, με ενίοτε βιβλικό ύφος και ενσωματωμένους τους διαλόγους στην αφήγηση (εκλείπουν παντελώς παύλες και εισαγωγικά) – μεταφέρει στον αναγνώστη το παράδοξα κλειστοφοβικό κλίμα ενός τέτοιου περιβάλλοντος, όπου ο υπαρξιακός τρόμος μοιάζει να συνιστά την πρώτη ύλη της Δημιουργίας. Ως αντιστάθμισμα, τα στιγμιότυπα μακροπερίοδου και λυρικού λόγου βοηθούν στην ανάγλυφη και γοητευτική οικοδόμηση ενός, κατά τ' άλλα, απωθητικού αφηγηματικού κόσμου, παρουσιάζοντας μία παρατακτική και άστικτη σύνταξη σχεδιασμένη να αντανακλά το αιώνια μετακινούμενο και πουθενά τερματιζόμενο Σύνορο των ανοικτών οριζόντων, εκείνο το φευγαλέο άγιο δισκοπότηρο των πιονέρων της Δύσης στο όνομα του οποίου κάθε φόνος δικαιολογείται και κάθε βαρβαρότητα φαντάζει μονόδρομος.

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Κινηματογράφος: «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» (2007)

ΚΑΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΥΣ

«NO COUNTRY FOR OLD MEN»




    Το καλοκαίρι του 1980, στην έρημο του Τέξας κοντά στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό, ένας άνεργος βετεράνος του Πολέμου του Βιετνάμ (Τζος Μπρόλιν) βρίσκει τα νεκρά απομεινάρια μίας συναλλαγής μεταξύ συμμοριών διακίνησης ναρκωτικών που πήγε στραβά και έναν σάκο με 2 εκατομμύρια δολάρια. Αποφασίζει να υποκλέψει τα χρήματα αντί να ειδοποιήσει τις Αρχές, αλλά σύντομα στο κατόπι του βρίσκονται Μεξικανοί συμμορίτες, ο τοπικός, ηλικιωμένος και λακωνικός Σερίφης (Τόμι Λι Τζόουνς) που αδυνατεί να κατανοήσει την παράλογη βία της νέας εποχής που ανατέλλει, καθώς και ένας ανεξέλεγκτος, ψυχοπαθής επαγγελματίας δολοφόνος (Χαβιέρ Μπαρδέμ) που προσελήφθη για να ανακτήσει τον σάκο, αλλά λειτουργεί με τους δικούς του, αιματοβαμμένους κανόνες.
    Οι Αδελφοί Κοέν επιστρέφουν σε φόρμα μετά την εμπορική και καλλιτεχνική αποτυχία της Αβάσταχτης γοητείας (2003) και της Συμμορίας των πέντε (2004), με σταθερούς συνεργάτες τους πίσω αλλά όχι μπροστά από την κάμερα, μεταφέροντας πιστά στην οθόνη ένα μυθιστόρημα του συγγραφέα Κόρμακ Μακάρθι και κατορθώνοντας να το οικειοποιηθούν πλήρως. Μείγμα βραδύκαυστου αστυνομικού θρίλερ και νεογουέστερν με αντισυμβατική αφηγηματική δόμηση και αναφορές στο σινεμά του Χίτσκοκ και του Πέκινπα, το Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους συνιστά στον πυρήνα του μια λιτή ελεγεία για την αθωότητα που χάνεται και ένα σχόλιο για την εγγενή βία των δυτικών κοινωνιών, που ανέρχεται στην επιφάνεια των μετανεωτερικών μητροπόλεων με τη μορφή μιας παράλογης, διάχυτης νοσηρότητας. Δεν είναι καθόλου τυχαία η τοποθέτηση της πλοκής στο 1980, όταν η πρωτοφανής αύξηση της εγκληματικότητας στα αστικά κέντρα των ΗΠΑ – στον απόηχο της οικονομικής κρίσης, του Βιετνάμ και των κοινωνικών ταραχών του ‘70 – ήταν ακόμα καινούργιο φαινόμενο, ούτε ότι ο χαρακτήρας του Σερίφη, τελείως παρασκηνιακός ρόλος στα πρώτα δύο τρίτα του φιλμ, είναι τελικά αυτός που δίνει τον τίτλο της στην ταινία και τον τόνο στο πεσιμιστικό φινάλε.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Άουτλαντ» (1981)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Σιωπηλή φυγή (1972, «Silent Running»)
Κινηματογράφος: Ανεξέλεγκτες καταστάσεις (1980, «Altered States») 
==> Κινηματογράφος: Άουτλαντ (1981, «Outland») <==
Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΑΟΥΤΛΑΝΤ

«OUTLAND»




     Στο μέλλον η Ανθρωπότητα έχει αποικήσει το Ηλιακό Σύστημα και ένα ορυχείο εξόρυξης τιτανίου έχει στηθεί στον ηφαιστειογενή δορυφόρο του Δία Ιώ. Οι συνθήκες ζωής των περίπου 1200 εργατών είναι δύσκολες στον απομονωμένο – χωρίς ατμόσφαιρα και με σεληνιακού επιπέδου βαρύτητα – δορυφόρο. Η Διεύθυνση του ορυχείου, υπόλογη στην ιδιοκτήτρια εταιρεία, είναι διατεθειμένη να κάνει τα πάντα προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η απόδοση της εγκατάστασης, συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής σημαντικών πριμ παραγωγικότητας στους εργαζόμενους. Όταν ο Ο’Νηλ διορίζεται τοπικός Αστυνόμος και μετακομίζει στην Ιώ με τη σύζυγο και τον μικρό του γιο, αντιλαμβάνεται πως κάτι ύποπτο κρύβεται πίσω από τα αυξανόμενα περιστατικά αυτοκτονιών και βίαιων επιθέσεων μεταξύ του εργατικού δυναμικού κατά τον τελευταίο χρόνο. Η έρευνά του θα τον φέρει αντιμέτωπο με τη Διεύθυνση και γρήγορα θα αναγκαστεί να επιλέξει ανάμεσα στο καθήκον και στην οικογενειακή του γαλήνη, ή ακόμα και μεταξύ ζωής και θανάτου…
     Ριμέικ του γνωστού Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές αλλά σε μελλοντικό διαστημικό σκηνικό αντί για τη συνοριακή Άγρια Δύση του 19ου αιώνα, από μια εξαιρετική εποχή για την κινηματογραφική επιστημονική φαντασία και με την εντυπωσιακή παρουσία του Σον Κόνερι στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ένα διαστημικό γουέστερν κατ’ ουσία, το Άουτλαντ αφηγείται με στυλ μία συμβατική αστυνομική ιστορία διαφθοράς και πολέμου με το κατεστημένο στα σύνορα του πολιτισμού, σε ένα πολύ ενδιαφέρον όμως φόντο. Οι συνθήκες και οι ιεραρχικές δομές του ορυχείου παραπέμπουν στους επίκαιρους τότε (1981) εργατικούς αγώνες της Δ. Ευρώπης, προτού επέλθει η μετανεωτερική αποβιομηχάνιση, αλλά η εντυπωσιακά κλειστοφοβική και ρεαλιστικά βιομηχανική αισθητική των σκοτεινών χώρων όπου εκτυλίσσεται η ταινία – λεπτομερή και κομψά εργοστασιακά σκηνικά με ατελείωτους διαδρόμους που αποπνέουν βρωμιά, καπνό και πολυκαιρισμένο μέταλλο – ήταν έτσι κι αλλιώς εξαιρετικά δημοφιλής στον κινηματογράφο της περιόδου· είχαν προηγηθεί σ’ αυτόν τον τομέα μεγάλες επιτυχίες της κατηγορίας όπως ο Πόλεμος των άστρων ή το Alien, αλλά και το Σκοτεινό αστέρι του Κάρπεντερ. Παρά την έλλειψη πρωτοτυπίας όμως, η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι το στοιχείο το οποίο καθιστά το φιλμ αξιομνημόνευτο και όχι το απλοϊκό περιεχόμενο κατά της εταιρικής απληστίας και υπέρ της εξύμνησης του ηρωισμού στην καθημερινότητα, ή η προβλέψιμη πλοκή με το ευτυχές τέλος. Υπέροχες μινιατούρες απίστευτης λεπτομέρειας αναπαριστούν τα διαστημόπλοια και το ορυχείο της ταινίας, ύποπτα παρόμοιο με… πλατφόρμα εξόρυξης πετρελαίου. Ταυτόχρονα, οι προσεγμένες σιωπές, τα εξαιρετικά πειστικά για την εποχή – και ορισμένες φορές αιματηρά – ειδικά εφέ, η ανησυχαστική, σχεδόν ατονική μουσική του πασίγνωστου Τζέρι Γκόλντσμιθ (επίσης μουσικοσυνθέτη του Πλανήτη των πιθήκων, του Πάτον, της Προφητείας, των Παιδιών από τη Βραζιλία, του Alien, του Σταρ Τρεκ, του Πνεύματος του Κακού, της Ολικής επαναφοράς και ούτω καθεξής), οι υπέρμετρα σπάνιες αλλά εξαιρετικά υλοποιημένες σκηνές δράσης ή αγωνίας, τα μεγαλειώδη πλάνα του γιγάντιου Δία στον κατάμαυρο ουρανό της αποικίας αλλά και οι ανάγλυφα τυχοδιωκτικοί ή ύποπτα περιθωριακοί χαρακτήρες, βοηθούν στην οικοδόμηση μιας γοητευτικής ατμόσφαιρας και συνεπαίρνουν τον θεατή για όσο χρόνο διαρκεί το εγχείρημα, παρά τον βραδύ ρυθμό του και ορισμένους σεναριακούς παραλογισμούς.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Βρικόλακες» (1998)




     Οι βρικόλακες ζουν ανάμεσά μας. Κρυμμένοι στα περιθώρια της κοινωνίας, αιωνόβιοι, κινούμενοι σε μικρές ομάδες και με θανατηφόρα ευαισθησία στο φως του Ήλιου, κατορθώνουν επί αιώνες να κρύβουν την ύπαρξή τους από την Ανθρωπότητα παρά τη φονική τους διατροφική ανάγκη για αίμα. Μονάχα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία γνωρίζει την αλήθεια, εφόσον μία μυστική θρησκευτική τελετή εξορκισμού που πήγε στραβά υπήρξε κάποτε υπεύθυνη για τη γέννησή τους, στην Ευρώπη του ύστερου Μεσαίωνα. Από τότε το Βατικανό συντηρεί κρυφές, ολιγάριθμες ομάδες μισθοφόρων στην Ευρώπη και στην Αμερική, καταλλήλως εξοπλισμένες για την ανίχνευση και εξόντωση βρικολάκων. Ο Τζακ Κρόου (Τζέιμς Γουντς), αδίστακτος, τραχύς και έμπειρος κυνηγός κεφαλών, είναι ο αρχηγός της βορειοαμερικανικής ομάδας και λογοδοτεί απευθείας στην Εκκλησία. Η συνάντησή του όμως με τον Βάλεκ στο Νέο Μεξικό, τον γηραιότερο και πιο ισχυρό βρικόλακα, οδηγεί στον βίαιο αποδεκατισμό της ομάδας του και στην έναρξη μίας νέας αναμέτρησης: υποπτευόμενος πως κάποιος τους έχει προδώσει, ο Κρόου πρέπει τώρα να εμπιστευτεί τον παλιό του συνεργάτη Μοντόγια (Ντάνιελ Μπάλντουιν) – μοναδικό επιζώντα της παλιάς ομάδας – έναν ιερέα-λόγιο και μία πόρνη δαγκωμένη από τον Βάλεκ (Σέρυλ Λη), με μόνο ελάχιστες ημέρες ζωής προτού μεταμορφωθεί και η ίδια σε βαμπίρ, προκειμένου να εντοπίσει πριν από εκείνον ένα παμπάλαιο τελετουργικό τεχνούργημα, ικανό να αλλάξει για πάντα την ισορροπία μεταξύ ανθρώπων και βρικολάκων…
     Αξιοπρεπής ταινία δράσης και τρόμου από τον Τζον Κάρπεντερ, εμπνευσμένη ίσως από την επιτυχία του Από το σούρουπο ως την αυγή (1996), κάτω όμως του καλλιτεχνικού πήχη τον οποίον ο ίδιος είχε θέσει κατά τη δεκαετία του 1980. Με σφιχτή πλοκή στηριγμένη σε μυθιστόρημα του 1990, καλό ρυθμό και όμορφα, λαμπερά πλάνα της ηλιόλουστης βορειοαμερικανικής ερήμου, οι Βρικόλακες είναι κατ’ ουσίαν ένα σύγχρονο σπαγγέτι γουέστερν με στοιχεία σκοτεινού φάνταζυ – επίσης, άλλος ένας φόρος τιμής του δημιουργού στη φιλμογραφία του Χάουαρντ Χοκς. Καθόλου τυχαία ο Κάρπεντερ ανέλαβε μεν το εγχείρημα κατ’ εντολή χολιγουντιανού στούντιο, αλλά συγχώνευσε και τροποποίησε σημαντικά τα δύο εναλλακτικά σενάρια τα οποία του είχαν παραδοθεί, ώστε να χαράξει το δικό του στίγμα στο έργο. Οι βρικόλακες εδώ είναι – εσκεμμένα – παντελώς μονοδιάστατα τέρατα ενδιαφερόμενα μόνο για τον επόμενο φόνο που θα διαπράξουν, αλλά οι άγριοι και σεξιστές αντιήρωες διώκτες τους με τον βίαιο και εγκληματικό χαρακτήρα στην πραγματικότητα δεν διαφέρουν πολύ. Ο σκηνοθέτης στήνει όμορφα και ατμοσφαιρικά στατικά κάδρα, πνιγμένα στο φως της ερήμου αντί για την αγαπημένη του σκοτεινιά, αξιοποιεί πλίνθινα χωριά ως σκηνικά και συνθέτει ταιριαστή μουσική πλουσιότερη από το σύνηθες – κιθαριστική με μπλουζ χροιά – όχι όμως ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Ο σταθμός 13 δέχεται επίθεση» (1976)

ΤΖΟΝ ΚΑΡΠΕΝΤΕΡ


Ο ΣΤΑΘΜΟΣ 13 ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΠΙΘΕΣΗ

«ASSAULT ON PRECINCT 13»




     Η δεύτερη ταινία του Τζον Κάρπεντερ είναι μία εμφανώς β’ διαλογής περιπέτεια χαμηλού προϋπολογισμού, με άγνωστους τότε συντελεστές, η οποία λειτουργεί εξίσου καλά ως ταινία δράσης και ως θρίλερ αγωνίας. Με πηγές έμπνευσης το κλειστοφοβικό, ιδιόρρυθμο γουέστερν Ρίο Μπράβο (1959) και την εξίσου κλειστοφοβική, θρυλική ταινία τρόμου Η νύχτα των ζωντανών νεκρών (1968), το φιλμ εκσυγχρονίζει την ιστορία και μεταφέρει την πλοκή στη ζούγκλα των μετανεωτερικών μητροπόλεων, σχολιάζοντας ακροθιγώς επίκαιρα τότε ζητήματα όπως η αστική βία, η αστυνομική ασυδοσία και η σταδιακή αλλαγή που συνέβαινε στις φυλετικές σχέσεις της κοινωνίας των ΗΠΑ: ο πρωταγωνιστής είναι Αφροαμερικανός και οι αντίπαλοί του ένα καινοφανές διαφυλετικό μείγμα.
     Η πλοκή είναι απέριττη και το πρώτο ημίωρο στήνει το σκηνικό: μία εγκληματική συμμορία του Λος Άντζελες έχει στην κατοχή της ένα φορτίο κλεμμένων όπλων εξοπλισμένων με σιγαστήρες και επιδίδεται σε ένα όργιο παρανομιών κατά τη διάρκεια ενός Σαββάτου, αναζητώντας εκδίκηση από την τοπική Αστυνομία η οποία δολοφόνησε έξι μέλη της σε ενέδρα. Ένας περαστικός πατέρας του οποίου η κόρη πέφτει τυχαία θύμα της συμμορίας πυροβολεί για λόγους εκδίκησης ένα ηγετικό στέλεχος της τελευταίας, καταδιώκεται και καταφεύγει σε ένα απομονωμένο, έτοιμο να κλείσει αστυνομικό τμήμα χωρίς ενεργή τηλεφωνική γραμμή, καταμεσής των γκέτο. Μόνο προσωπικό του χώρου δύο γυναίκες γραμματείς, ένας νεαρός αστυνομικός στην πρώτη του βάρδια, ο προϊστάμενός του και τρεις βαρυποινίτες μαζί με τους ελάχιστους ένοπλους συνοδούς τους. Μεταξύ των εγκλείστων υπάρχει και ένας «εξυπνάκιας», λιγομίλητος κατά συρροή δολοφόνος, ο οποίος σύντομα πρόκειται να εκτελεστεί στην ηλεκτρική καρέκλα…