Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Κινηματογράφος: «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» (2007)

ΚΑΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΥΣ

«NO COUNTRY FOR OLD MEN»




    Το καλοκαίρι του 1980, στην έρημο του Τέξας κοντά στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό, ένας άνεργος βετεράνος του Πολέμου του Βιετνάμ (Τζος Μπρόλιν) βρίσκει τα νεκρά απομεινάρια μίας συναλλαγής μεταξύ συμμοριών διακίνησης ναρκωτικών που πήγε στραβά και έναν σάκο με 2 εκατομμύρια δολάρια. Αποφασίζει να υποκλέψει τα χρήματα αντί να ειδοποιήσει τις Αρχές, αλλά σύντομα στο κατόπι του βρίσκονται Μεξικανοί συμμορίτες, ο τοπικός, ηλικιωμένος και λακωνικός Σερίφης (Τόμι Λι Τζόουνς) που αδυνατεί να κατανοήσει την παράλογη βία της νέας εποχής που ανατέλλει, καθώς και ένας ανεξέλεγκτος, ψυχοπαθής επαγγελματίας δολοφόνος (Χαβιέρ Μπαρδέμ) που προσελήφθη για να ανακτήσει τον σάκο, αλλά λειτουργεί με τους δικούς του, αιματοβαμμένους κανόνες.
    Οι Αδελφοί Κοέν επιστρέφουν σε φόρμα μετά την εμπορική και καλλιτεχνική αποτυχία της Αβάσταχτης γοητείας (2003) και της Συμμορίας των πέντε (2004), με σταθερούς συνεργάτες τους πίσω αλλά όχι μπροστά από την κάμερα, μεταφέροντας πιστά στην οθόνη ένα μυθιστόρημα του συγγραφέα Κόρμακ Μακάρθι και κατορθώνοντας να το οικειοποιηθούν πλήρως. Μείγμα βραδύκαυστου αστυνομικού θρίλερ και νεογουέστερν με αντισυμβατική αφηγηματική δόμηση και αναφορές στο σινεμά του Χίτσκοκ και του Πέκινπα, το Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους συνιστά στον πυρήνα του μια λιτή ελεγεία για την αθωότητα που χάνεται και ένα σχόλιο για την εγγενή βία των δυτικών κοινωνιών, που ανέρχεται στην επιφάνεια των μετανεωτερικών μητροπόλεων με τη μορφή μιας παράλογης, διάχυτης νοσηρότητας. Δεν είναι καθόλου τυχαία η τοποθέτηση της πλοκής στο 1980, όταν η πρωτοφανής αύξηση της εγκληματικότητας στα αστικά κέντρα των ΗΠΑ – στον απόηχο της οικονομικής κρίσης, του Βιετνάμ και των κοινωνικών ταραχών του ‘70 – ήταν ακόμα καινούργιο φαινόμενο, ούτε ότι ο χαρακτήρας του Σερίφη, τελείως παρασκηνιακός ρόλος στα πρώτα δύο τρίτα του φιλμ, είναι τελικά αυτός που δίνει τον τίτλο της στην ταινία και τον τόνο στο πεσιμιστικό φινάλε.
    Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το πώς οι συντελεστές υπαινίσσονται συνεχώς την ομοιότητα στο βάθος μεταξύ του πρωταγωνιστή και του σχεδόν παράφρονα αντιπάλου του, τις μικρές λεπτομέρειες που τους καθιστούν από κοινού θηρευτές και θιασώτες της βίας σε μια ζούγκλα όπου μόνος νόμος είναι η απληστία και η επιβίωση, μα τελικά αυτός που απομένει όρθιος είναι ο πλέον νοσηρός – αυτός που ταιριάζει περισσότερο στο νέο κοινωνικό φόντο και εκλογικεύει τα εγκληματά του επικαλούμενος την τυχαιότητα. Συμπέρασμα: η νέα εποχή που ξημερώνει δεν αποδέχεται ούτε αγαθούς, ούτε ηθικά αμφίσημους χαρακτήρες ως νικητές. Μα η ταινία προχωρά πιο πέρα, υποδεικνύοντας πως η σκοτεινή, βίαιη καρδιά της Αμερικής, κατ’ επέκταση της Δύσης ή και όλης της Ανθρωπότητας, ήταν πάντοτε αυτή που χτυπούσε και τροφοδοτούσε τον πολιτισμό μας με ιδεολογικό αίμα – απλώς στην εποχή μας οι μάσκες έχουν πλέον πέσει και έχει έρθει στο προσκήνιο. Οι Κοέν αξιοποιούν το περιεχόμενο του μυθιστορήματος ώστε να αποφύγουν να οικοδομήσουν ακόμα ένα φιλμ για τις συνέπειες της απληστίας και της ακλόνητης πίστης στο Αμερικανικό Όνειρο, μία παραλλαγή ίσως του Ενός απλού σχεδίου του Σαμ Ράιμι (1998) τοποθετημένη στην έρημο του Τέξας, και δίνουν ως αποτέλεσμα σάρκα και οστά σε κάτι όχι τόσο πολύπλοκο, αλλά σίγουρα συγκλονιστικότερο.
    Οι ερμηνείες είναι αξιομνημόνευτες, μα ξεχωρίζει αδιαμφισβήτητα ο Ισπανός Μπαρδέμ. Με το ιδιότυπο κούρεμα, το ψυχρό παρουσιαστικό, τη λακωνική ομιλία, την ήρεμη βραχνή φωνή, τον απόλυτα αντικοινωνικό χαρακτήρα και το ασυνήθιστο φονικό όπλο του, ζωντανεύει ανατριχιαστικά έναν σχεδόν υπεράνθρωπο και αμείλικτο δολοφόνο άνευ ηθικών φραγμών που παρομοιάζεται εμμέσως με ενσάρκωση του ίδιου του Θανάτου, ως ασταμάτητη φυσική δύναμη παρακινούμενη από μια αδιάφορη για εμάς κοσμική τυχαιότητα – ένα ανδροειδές σαμουράι στην υπηρεσία του πεπρωμένου. Η εν πολλοίς απουσία μουσικής επένδυσης, η ευκίνητη κάμερα, οι απειλητικές σιωπές, το σφιχτό μοντάζ και η λεπτοδουλειά στη φωτογραφία του φιλμ χαρίζουν έναν απόκοσμο, ζοφερό μα αισθητικά άψογο χαρακτήρα τόσο στα απέραντα, δυσοίωνα, πανοραμικά κινηματογραφημένα τοπία της βορειοαμερικανικής ερήμου, λουσμένα σε ένα εκτυφλωτικό μα παγωμένο φως, όσο και στα σχεδόν κενά αστικά κέντρα ή στα φθηνά μοτέλ όπου εκτυλίσσεται μέρος της πλοκής· δύσκολοι, άνυδροι και σκονισμένοι τόποι, σύγχρονες εκδοχές μιας επίγειας Κόλασης φτιαγμένης από ένυλη απόγνωση. Τα αναγνωρίσιμα κοενικά στοιχεία – εκκεντρικοί και ανεγκέφαλοι χαρακτήρες, διάχυτη ειρωνία απέναντί τους, παράλογο μαύρο χιούμορ και δαιμόνιες συμπτώσεις – είναι αναγνωρίσιμα μα συγκρατημένα με πολύ υπολογισμένο τρόπο, δένοντας πολύ καλά με το αφηγηματικό μείγμα χωρίς να υποσκελίζουν τον ξεχωριστό, αποκαλυπτικό τόνο της ταινίας και την ωμή της δύναμη, αν και μπορούν να ανιχνευθούν ομοιότητες με παλιότερα εγχειρήματά τους όπως το Φάργκο (1996) ή το Μόνο αίμα (1984). Κατά τη διάρκεια της «καταδίωξης» στον κύριο κορμό της πλοκής, καλοφτιαγμένες σκηνές αγωνιώδους αναμονής ή βίαιης συμπλοκής παραπέμπουν αντιστοίχως στον Χίτσκοκ και στον Πέκινπα, γεγονός που οι ίδιοι οι συντελεστές έχουν αναγνωρίσει.
    Παραμένοντας όμως πιστοί στο συναισθηματικά ανελέητο μυθιστόρημα του Μαρκάρθι, οι Κοέν παρέδωσαν τελικά ένα φιλμ το οποίο ανατρέπει τις συμβάσεις του θρίλερ και αποφεύγει το κλισέ της «τελικής αναμέτρησης», εξαλείφοντας τον βασικό πρωταγωνιστή στα δύο τρίτα της διάρκειας, αποκλιμακώνοντας την εικονιζόμενη βία όσο πλησιάζει το φινάλε και μην τοποθετώντας σχεδόν ποτέ τους κεντρικούς χαρακτήρες στον ίδιο χώρο, προκειμένου να κλείσει με έναν απρόσμενα γαλήνιο επίλογο και ρεαλιστικά ανοιχτές εκκρεμμότητες. Ταυτόχρονα, διερευνά ενδελεχώς τα κίνητρα των αντιηρώων του αποδίδοντάς τα σε εγγενείς παρορμήσεις, ιχνηλατώντας την εμμονή τους να περάσουν απαρατήρητοι ώστε να παραμείνει άγνωστη η ουσία τους (ενδεικτική η απάντηση του Σουγκάρ στον λογιστή «το αν θα σε σκοτώσω εξαρτάται από το αν με βλέπεις»), και φέρνοντάς τους τραγικά αντιμέτωπους με έναν κόσμο αυθαίρετης και αδυσώπητης τυχαιότητας: έναν κόσμο υπεράνω του Λόγου σε σύγκριση με τον οποίον οι συμβατικά δομημένες αφηγήσεις μας – οι απαρχαιωμένοι κώδικες τιμής των ηρώων του γουέστερν, οι προσδοκίες μας για την ανέλιξη της πλοκής – αποδεικνύονται επίπλαστα, καθησυχαστικά παραμύθια. Οι σκηνοθέτες, όπως και το μυθιστόρημα, δίνουν τη μηδενιστική τους απάντηση σε μια απεγνωσμένη αναζήτηση νοήματος που πυροδοτείται όχι ηθικολογικά από την απληστία, μα από έναν άλογο κύκλο μάταιης και αναίτιας βίας. Εδώ δεν έχουμε απλώς την καλλιτεχνική διάψευση του Αμερικανικού Ονείρου, μα έχουμε υπερβεί αυτή τη διάψευση για να αντικρίσουμε μια αποτρόπαια, κοχλάζουσα άβυσσο στον πυρήνα της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Αν κάτι μπορεί να στηλιτευθεί στην ταινία, αυτό είναι μόνο μια ελαφρά εντύπωση μονοδιάστατων και ανεπαρκώς ανεπτυγμένων χαρακτήρων – οι πρωταγωνιστές μοιάζουν περισσότερο με ένσαρκες ιδέες, με προσεκτικά δουλεμένες αφαιρέσεις, παρά με ρεαλιστικούς ανθρώπους – και η απαράδεκτα καρτουνίστικη, στερεοτυπική απόδοση των Μεξικανών κομπάρσων. Σίγουρα όμως απαιτείται θάρρος από τους δημιουργούς για να οδηγηθεί μια πλοκή προς την κατεύθυνση που βλέπουμε εδώ.
    Το φιλμ κόστισε 30 εκατομμύρια δολάρια και απέφερε στο στούντιο περίπου 100 εκατομμύρια σε έσοδα. Υπήρξε μία από τις πιο αναγνωρισμένες ταινίες των Κοέν και μια από τις περισσότερο βραβευμένες κινηματογραφικές παραγωγές του 2007, κερδίζοντας 4 Βραβεία Όσκαρ και 2 Χρυσές Σφαίρες, ενώ ήταν υποψήφιο και για Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών. Οι κριτικοί πέραν του Ατλαντικού πρόθυμα συνέδεσαν το περιεχόμενο με τον, επίκαιρο τότε, πόλεμο στο Ιράκ και τον Πόλεμο της Τρομοκρατίας, ενώ στην Ευρώπη εκτιμήθηκε περισσότερο ο διαχρονικός χαρακτήρας της αφήγησης – με το Βιετνάμ ως αφηρημένο σύμβολο μιας ακατάληπτης κοσμικής φρίκης που εκδηλώνεται διαμέσου της Ανθρωπότητας, ανεξαρτήτως συγκεκριμένων χωροχρονικών συντεταγμένων.