Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Λογοτεχνία: «Ματωμένος μεσημβρινός» (1985)

ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΣ

«BLOOD MERIDIAN»



«Κανείς τους δεν μιλούσε. Ήταν άντρες απ' άλλη εποχή κι ας έφεραν ονόματα χριστιανικά και είχαν ζήσει όλη τους τη ζωή στις ερημιές όπως και οι πατέρες τους. Είχαν μάθει από πόλεμο πολεμώντας, γενιές ολόκληρες κυνηγημένες απ' την ανατολική ακτή στην άλλη άκρη της ηπείρου, απ' τις στάχτες του Γκνάντενχουτεν ίσαμε τα λιβάδια και την έξοδο προς τους δρυμούς της Δύσης. Ακόμα κι αν υπήρχαν ένα σωρό μυστήρια στον κόσμο τα όρια του συγκεκριμένου κόσμου δεν ήταν μυστηριώδη, διότι δεν είχε μετρημό και σύνορο και περιείχε εντός του πλάσματα ακόμα πιο φριχτά κι άντρες άλλων χρωμάτων και όντα που άνθρωπος δεν έχει αντικρίσει ποτέ κι ωστόσο όχι ξένα, ή όχι περισσότερο απ' όσο ένιωθαν ξένες τις καρδιές τους τις ίδιες, μ' ό,τι ερημιά περιείχαν κι ό,τι θηρία.» (μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ)



    1849. Νοτιοδυτικές ΗΠΑ και βόρειο Μεξικό. Το Παιδί, ένας αγράμματος έφηβος επιρρεπής στις βαρβαρότητες και στην αλόγιστη βία, περιπλανάται στη βορειοαμερικανική έρημο παραδέρνοντας μεταξύ Τέξας και Μεξικού μεθώντας, καυγαδίζοντας, κλέβοντας. Οι περιπέτειές του θα τον οδηγήσουν να ενταχθεί σε μία συμμορία μισθοφόρων κυνηγών κεφαλών οι οποίοι συλλέγουν ινδιάνικα σκαλπ, με φόντο έναν φρικτό κόσμο κτηνώδους βίας και διάχυτου ρατσισμού, όπου Αμερικανοί, Μεξικανοί και Ινδιάνοι αλληλοσπαράζονται χωρίς κανένα δισταγμό.
    Ο Αμερικανός Κόρμακ Μακάρθι, έχοντας ήδη στην πλάτη του συγγραφική πορεία είκοσι ετών, δημοσίευσε το 1985 το πιο αναγνωρισμένο του μυθιστόρημα, ένα αναθεωρητικό και αντιηρωικό γουέστερν στηριγμένο σε αληθινά συμβάντα. Ο Ματωμένος μεσημβρινός, ή το κόκκινο του δειλινού στη Δύση πραγματεύεται κατά βάση το ίδιο θέμα με όλη σχεδόν την ύστερη εργογραφία του Μακάρθι, την ανθρώπινη μοχθηρία ως δύναμη της φύσης, με ακραία χομπσιανούς όρους καθολικού πολέμου όλων εναντίον όλων. Το επαναλαμβανόμενο στην εισαγωγή λεκτικό μεταφορικό σχήμα των «ματιών σαν κλουβιά» και η μεταγενέστερη παρατήρηση πως οι πρωταγωνιστές «δεν έχουν περισσότερη συντροφικότητα από ένα τσούρμο πιθήκων» συνοψίζουν αυτή την κοσμοθεωρία των ατόμων ως απομονωμένων ψυχικών νησίδων, ενώ οι τακτικά επανερχόμενες σκηνές νοσηρής βίας και φρίκης, σταθερά στην επικράτεια του γκροτέσκου και μοιάζοντας με ευφάνταστα ευρήματα σπλάτερ ταινίας τρόμου, υπογραμμίζουν τις συνέπειες της αλληλεπίδρασης μεταξύ τέτοιων ατόμων. Η ιδιόρρυθμη γραφή του Μακάρθι – κοφτή, λακωνική, τεταμένη, με ενίοτε βιβλικό ύφος και ενσωματωμένους τους διαλόγους στην αφήγηση (εκλείπουν παντελώς παύλες και εισαγωγικά) – μεταφέρει στον αναγνώστη το παράδοξα κλειστοφοβικό κλίμα ενός τέτοιου περιβάλλοντος, όπου ο υπαρξιακός τρόμος μοιάζει να συνιστά την πρώτη ύλη της Δημιουργίας. Ως αντιστάθμισμα, τα στιγμιότυπα μακροπερίοδου και λυρικού λόγου βοηθούν στην ανάγλυφη και γοητευτική οικοδόμηση ενός, κατά τ' άλλα, απωθητικού αφηγηματικού κόσμου, παρουσιάζοντας μία παρατακτική και άστικτη σύνταξη σχεδιασμένη να αντανακλά το αιώνια μετακινούμενο και πουθενά τερματιζόμενο Σύνορο των ανοικτών οριζόντων, εκείνο το φευγαλέο άγιο δισκοπότηρο των πιονέρων της Δύσης στο όνομα του οποίου κάθε φόνος δικαιολογείται και κάθε βαρβαρότητα φαντάζει μονόδρομος.
    Με μόνο αυτά τα χαρακτηριστικά, την απλοϊκή γραμμική πλοκή του, τον παντογνώστη αφηγητή και τους χαρακτήρες-καρικατούρες του, το βιβλίο ίσως να μην υπερέβαινε ποτέ τον μέσο όρο. Όμως το ρεαλιστικό υπόστρωμα της γραφής υποσκάπτεται από μεταμοντέρνα στοιχεία, τα οποία εκτίμησε δεόντως η ακαδημαϊκή κριτική της εποχής. Αυτά εντοπίζονται στη διάσπαρτη, ελαφρά παρωδιακή και εσκεμμένη υπερβολή της αφήγησης, μα και στην υπονόμευση του κάποτε επικρατούντος μύθου της Άγριας Δύσης και των αγγλοσαξονικών στερεοτύπων του γουέστερν – ο συγγραφέας αξιοποιεί το δυσώδες υπόβαθρο της γενοκτονίας στο φόντο του αποικισμού της Β. Αμερικής από τον «Πολιτισμένο Λευκό», με στόχο τη λογοτεχνική κατάλυση του «Κέντρου» της Δύσης (πολιτισμικού, ιδεολογικού, ανθρωπολογικού) προς όφελος μιας «Περιφέρειας» απωθημένης από την προκατειλημμένη δυτική ιστοριογραφία. Ακόμα, τα ίχνη μιας αδιάψευστα μεταμοντέρνας ευαισθησίας ανιχνεύονται και στην κριτική της «ορθολογικής», αντικειμενιστικής νεωτερικότητας και της κοινωνικής επιστήμης της, ενσαρκωμένης στο πρόσωπο του ωχρού, γιγάντιου, ολότελα άτριχου, πολυτάλαντου, πολυμαθούς, καλλιεργημένου και απερίγραπτα σαδιστή Δικαστή Χόλντεν.
    Αυτός ο περισσότερο αναπτυγμένος χαρακτήρας της αφήγησης, συνηθίζει να μελετά και να καταλογογραφεί τον φυσικό κόσμο, μόνο και μόνο για να υποτάξει και να καταστρέψει στη συνέχεια τα θραύσματά του, ξανά και ξανά. Υπερασπίζεται την απομάγευση του κόσμου («αυτό που ποθείτε είναι να σας μιλήσουν για μυστήρια – το μόνο μυστήριο είναι ότι δεν υφίσταται μυστήριο»), συντηρεί μία διαρκή, υποβόσκουσα αντιδικία με τον πρώην ιερέα Τόμπιν – ενσάρκωση της ηττημένης προνεωτερικής πολιτισμικής κατάστασης – και έχει χαραγμένο στο όπλο του το καλλιτεχνικό μότο του θανάτου («et in Arcadia ego»). Χειραγωγεί τον λόγο και μέσω αυτού την ερμηνεία των «αντικειμενικών» γεγονότων, ενώ φιλοσοφεί για τη φύση του πολέμου ως πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, μέσω του Χόλντεν, η νεωτερική Δύση στηλιτεύεται ως ένας πολιτισμός στηριγμένος σε αυταπάτες και πιο θανατηφόρος από το άθροισμα των μερών του: «Και πήγαιναν. Πήγαιναν σαν άνθρωποι που 'χαν επωμιστεί έναν σκοπό οι καταβολές του οποίου χάνονταν στο παρελθόν τους, σαν κληρονόμοι εξ αίματος ενός τάγματος τόσο επιβεβλημένου όσο και απόμακρου. Γιατί παρόλο που ο καθείς τους ήταν διακριτός στον εαυτό του, συνενωμένοι δημιουργούσαν μια οντότητα πρωτόγνωρη και στην κοινή αυτή ψυχή τους υπήρχαν ερημιές μετά βίας πιο αναγνωρίσιμες απ' τις άσπρες περιοχές ενός παλιού χάρτη όπου τέρατα ζούνε στ' αλήθεια κι όπου δεν υπάρχει τίποτα από τον γνώριμο κόσμο εξόν από εικαζόμενους ανέμους». Τα εν λόγω χαρακτηριστικά καταδείχθηκαν ως βασικά συστατικά του εγχειρήματος, για να το αναδείξουν με τη σειρά τους, υποτίθεται, σε ένα από τα σπουδαιότερα αγγλόφωνα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα.
    Το σημαντικότερο, όμως, είναι πως ο Μακάρθι πέτυχε, αν μη τι άλλο, να πλάσει με λέξεις έναν ήρωα όχι από σάρκα και αίμα αλλά από λάσπη, βροχή και βρώμικο άνεμο: το άγριο τοπίο της βορειοαμερικανικής ερήμου, ο πραγματικός πρωταγωνιστής του βιβλίου, ένας κυριολεκτικά κρανίου τόπος ο οποίος παραπέμπει σε παλαιότερες λογοτεχνικές αποδόσεις της Κόλασης, συνιστά όχι μόνο το ιδανικότερο σκηνικό για τη μετάδοση των ιδεών και του τόνου της αφήγησης, μα και τον αφανή κεντρικό πυλώνα της: «Πέρασαν μέσα από λιακάδα και ψηλά αγριόχορτα κι αργά το απόγευμα βγήκανε σ' έναν γκρεμό που έμοιαζε να περιζώνει τον κόσμο όλο. Κάτωθέ τους στο φως που έφθινε κάπνιζε η κοιλάδα του Σαν Αγκουστίν που απλωνόταν ίσαμε το βορειοανατολικό ορίζοντα, η ίδια η γη να ξεμακραίνει πλέοντας σε μιαν απέραντη καμπή και πάνωθέ της να δεσπόζουν σύννεφα καπνού απ' τα υπόγεια κοιτάσματα άνθρακα που καίγανε εδώ και χίλια χρόνια. Τ' άλογα προχωρούσαν διστακτικά παράλληλα με το χείλος του γκρεμού και οι καβαλάρηδες έριχναν ποικίλες ματιές στον πανάρχαιο και ολόγυμνο τόπο. Τις μέρες τις κατοπινές θα διέσχιζαν έναν τόπο όπου τα βράχια θα σου 'ψηναν το χέρι σαν το κρέας κι όπου πέρα από βράχια δεν υπήρχε τίποτα.» Ωστόσο, η επιμονή του συγγραφέα στην πιστή εξιστόρηση αληθινών συμβάντων αφαιρεί μέρος από τη δύναμη του λόγου του, αφού μετατρέπει τον κεντρικό κορμό του βιβλίου σε μία συρραφή ακραίων γραφικοτήτων και σε μία ατελείωτη αλληλοδιαδοχή επαναλαμβανόμενων επεισοδίων, από τα περισσότερα εκ των οποίων ο πρωταγωνιστής είναι πρακτικά απών ως ενεργό υποκείμενο. Ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας σε ένα υπνωτιστικό ταξίδι κατά μήκος της ερήμου, όπου η Ιστορία ξεγυμνώνεται, η φύση εξυψώνεται, τον πρώτο λόγο έχουν οι πράξεις αντί για τις σκέψεις ή τα αισθήματα, ενώ ο αργόσυρτος ρυθμός μιας μακράς αφήγησης χωρίς αναγνωρίσιμους χαρακτήρες καταλήγει βασανιστικός.
    Παρά ταύτα, στο τελευταίο τρίτο του μυθιστορήματος η εν λόγω αίσθηση υποχωρεί, καθώς ο συγγραφέας επιτέλους τερματίζει το πείραμα μιας γραφής πράξεων χωρίς ανάπτυξη χαρακτήρων. Το Παιδί σκιαγραφείται βαθύτερα, με τα πρώτα ίχνη ενός ηθικού κώδικα να επηρεάζουν τη συμπεριφορά του, η πλοκή επιταχύνεται και ο Δικαστής Χόλντεν αναδεικνύεται εμφανώς σε περίπου δαιμονικών διαστάσεων αντίβαρο του πρωταγωνιστή και κάθε ισχυρισμού για ελεύθερη βούληση. Ένα με το τοπίο, συμβολίζει την υπερχομπσιανή θεώρηση του συγγραφέα για την ανθρώπινη φύση – μία θέση υπερβαίνουσα αυτήν του Χομπς, καθώς ο Μακάρθι βλέπει την υποτιθέμενη εγγενή ροπή του ατόμου προς τη βιαιότητα όχι ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα μίας «ορθολογικής» προσπάθειας για αυτοσυντήρηση και μεγιστοποίηση των δυνάμεών του στη φυσική κατάσταση, μα ως ιδιότητα ανεξίτηλα χαραγμένη στην ουσία του. Ιδιότητα εκφραζόμενη μέσα από μία κατηφή παραβολή σχεδόν θρησκευτικής μορφής, όπου ο ίδιος ο υλικός κόσμος και ο πολιτισμός συνιστούν ενσάρκωση του Κακού, την απόλυτη φυλακή για τον τραγικό ανθρώπινο δεσμώτη, που φιλοξενεί τη βία ως θεμελιακό ένστικτο και τρόπο ζωής. Καθόλου συμπτωματικά, καταδεικνύεται μεν η γενοκτονία του γηγενούς πληθυσμού, αλλά οι Ινδιάνοι δεν απεικονίζονται ως αθώα θύματα των λευκών – το ίδιο μικρόβιο μαστίζει και τη δική τους ψυχή. Στο φινάλε, τρεις δεκαετίες μετά, η θαρραλέα και οριστική απόρριψη του Δικαστή από το Παιδί φαίνεται να καταλήγει σε μια άγνωστη και υπονοούμενη συντριβή, με τον πρώτο να κερδίζει μεταφορικά την κεντρική θέση στον ατέρμονο χορό του πολέμου και της ζωής. Η επικράτησή του αναπόφευκτη, η βασιλεία του παντοτινή... η σκέψη του συγγραφέα απεγνωσμένα σκοτεινή, επικίνδυνη και καθόλου καινοτόμα. Εγγεγραμμένη στο σημείο τομής της φιλελεύθερης και της συντηρητικής παράδοσης, εκφράζει με διαύγεια το τετριμμένο της περιεχόμενο: τον καθεστωτικό μύθο μιας καθολικής, εγωιστικής, μοχθηρής ανθρώπινης φύσης, αυτό το φευγαλέο φάντασμα ενός εκκοσμικευμένου Προπατορικού Αμαρτήματος, με το οποίο κάθε ιεραρχική θέσμιση δικαιολογείται και οχυρώνεται ιδεολογικά εδώ και αιώνες.
    Ωστόσο, η απόπειρα του Μακάρθι όχι απλώς για αποδόμηση του παραδοσιακού γουέστερν, μα και για επανίδρυση των μύθων του υπό σύγχρονη προοπτική, το πολυεπίπεδο του περιεχομένου, ο λυρισμός της σύνθετης, πυκνής γραφής και η φόρμα του βιβλικού έπους επενδεδυμένου με μια ανελέητη ατμόσφαιρα υπαρξιακής καταδίκης, καθιστούν το μυθιστόρημα πολύτιμο, παρά τα μελανά σημεία των εξαντλητικών πειραματισμών της αφήγησης όσον αφορά τον ρυθμό και τους χαρακτήρες.