Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταμοντερνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταμοντερνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2019

Κινηματογράφος: «Στα όρια του ελέγχου» (2009)

ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

«THE LIMITS OF CONTROL»




    Ένας μυστηριώδης, καλοντυμένος και μοναχικός άνδρας (Άιζακ ντε Μπανκολέ) αναλαμβάνει μία αόριστη, επικίνδυνη αποστολή σε ένα αεροδρόμιο. Για να τη φέρει εις πέρας, ταξιδεύει στην Ισπανία (απ’ τη Μαδρίτη στη Σεβίλλη και από την επαρχία στην έρημο) όπου συναντά μεμονωμένους ανθρώπους σε προκαθορισμένα ραντεβού. Με καθέναν από αυτούς εμπλέκεται σε αινιγματικούς διαλόγους, ανταλλάσσει σπιρτόκουτα με κρυμμένα μηνύματα και κατόπιν αυτοί αποχωρούν. Κάθε τέτοια συνάντηση τον φέρνει εγγύτερα στον στόχο της αποστολής του. Ταυτόχρονα, περιδιαβαίνει σαν τουρίστας τις ισπανικές πόλεις, βυθίζεται στην τοπική κουλτούρα και περιοδικά κοιμάται με μία συγκεκριμένη κοπέλα που μοιάζει να τον παρακολουθεί, χωρίς να κάνουν σεξ. Τις νύχτες μένει άυπνος και τα πρωινά εκτελεί ασκήσεις διαλογισμού. Λακωνικός και αποτελεσματικός, είναι ένας επαγγελματίας δολοφόνος.
    Μία τετραετία μετά την ανάμειξη των συμβάσεων της ρομαντικής κομεντί και της ταινίας δρόμου με το ιδιάζον, νωχελικό και εγκεφαλικό προσωπικό του ύφος στα Τσακισμένα λουλούδια, ο Τζιμ Τζάρμους προσεγγίζει το είδος του κινηματογραφικού θρίλερ. Τώρα όμως δεν παρασκευάζει απλώς ένα υβριδικό κοκτέιλ, μα επιχειρεί να αποδομήσει τις συμβάσεις της αφηγηματικής κατηγορίας και να ανατρέψει τις προσδοκίες του κοινού, όπως είχε πράξει με τον Νεκρό (για το γουέστερν) και το Γκοστ Ντογκ (για το γκανγκστερικό φιλμ). Το αποτέλεσμα είναι ένα αργόσυρτο, ατμοσφαιρικό θρίλερ με σουρεαλιστική υφή και χωρίς ίχνος σασπένς ή χιούμορ, ούτε καν το σύνηθες ιδιόρρυθμο χιούμορ του δημιουργού. Ο πρωταγωνιστής σκιαγραφείται μεν ως μείξη του κλασικού τζαρμουσιανού κεντρικού χαρακτήρα – απομονωμένος από τον κόσμο, λιτός, λακωνικός – και του ήρωα από το διάσημο ψυχεδελικό νεονουάρ Ο επαναστάτης του Αλκατράζ (1967), φαίνεται παντελώς επίπεδος και υπανάπτυκτος δε. Η ταινία είναι αναγνωρίσιμη ως δημιούργημα του σκηνοθέτη της (επεισοδική δομή, επαναλήψεις, τελετουργικά πρωτόκολλα, έμφαση σε νεκρές στιγμές αναμονής, συναντήσεων και σιωπών, νωχελικοί ρυθμοί, εκκεντρικοί χαρακτήρες), αλλά μοιάζει ταυτόχρονα διαποτισμένη από τη στυλιζαρισμένα μυστηριακή και γριφώδη αισθητική του σινεμά του Ντέιβιντ Λιντς. Ωθώντας στα άκρα ορισμένα από τα στοιχεία της γραφής του και εξαλείφοντας άλλα, ο Τζάρμους δοκιμάζει να αναμορφώσει την καλλιτεχνική συνταγή του υπερβαίνοντας τη μεταμοντέρνα παρωδία προς μία αλληγορική κατεύθυνση με ρητό περιεχόμενο, χωρίς ωστόσο ιδιαίτερη επιτυχία.

Κυριακή 20 Μαΐου 2018

Κινηματογράφος: «Τσακισμένα λουλούδια» (2005)

ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

«BROKEN FLOWERS»



    Ο Ντον Τζόνστον, ένας γερασμένος, ευκατάστατος, αλλά συνταξιοδοτημένος και παραιτημένος από τα πάντα Αμερικανός επιχειρηματίας, λάτρης των γυναικών και ορκισμένος εργένης, δέχεται την αμφισβητούμενης γνησιότητας επιστολή μίας ανώνυμης, προ εικοσαετίας ερωμένης του, τη στιγμή που βιώνει με απάθεια έναν ακόμα χωρισμό. Η αποστολέας τον πληροφορεί ότι η σύντομη σχέση τους την άφησε με έναν γιο ο οποίος τώρα αναζητά τον πατέρα του. Παρά τους δισταγμούς του, ο Ντον δέχεται τελικά τις συμβουλές του μοναδικού του φίλου – ενός ενεργητικού Τζαμαϊκανού οικογενειάρχη γείτονά του από την εργατική τάξη, παθιασμένου με τα αστυνομικά μυστήρια – και διασχίζει απ’ άκρη σ’ άκρη τις ΗΠΑ, πάντα με ένα μπουκέτο λουλούδια στο χέρι, επισκεπτόμενος παλιές του συντρόφους μέχρι να συναντήσει τον άγνωστο γιο του…
    Μείγμα κομεντί και ταινίας δρόμου, τα Τσακισμένα λουλούδια είναι η πρώτη «κανονική» ταινία του Τζιμ Τζάρμους μετά το μινιμαλιστικό πείραμα του Καφέ και τσιγάρα (2003). Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης αφηγείται με εικόνες και λέξεις μία συμβατική ιστορία την οποία μετατρέπει σε μία στυλιζαρισμένη, θραυσματική τοιχογραφία εκκεντρικών χαρακτήρων και καταστάσεων, διάστικτη από την προσωπική του σφραγίδα, μα πλήρως προσβάσιμη από το ευρύ κοινό. Ένα φιλμ με διακριτικό χιούμορ, χωρίς κλισέ ή μελοδραματικές εξάρσεις, που εκτυλίσσεται κυρίως σε δωμάτια μοτέλ, σε αεροδρόμια και στους ατέλειωτους δρόμους μιας επαρχιακής Αμερικής, όσο ο πρωταγωνιστής οδηγεί νοικιασμένα οχήματα στην καταπράσινη ύπαιθρο ή στα καταθλιπτικά προάστια, ακούγοντας δανεική μουσική. Διαθέτοντας νωχελική ατμόσφαιρα και περιστασιακές ρήξεις της ρεαλιστικής αφήγησης μόνο σε μετρημένες, σποραδικές δόσεις, τα Τσακισμένα λουλούδια μοιάζουν όχι τόσο με μία απόπειρα ενσυνείδητης αποδόμησης της συμβατικής κομεντί και της ταινίας δρόμου – όπως έπραξε ο Νεκρός για το γουέστερν, ή το Γκοστ Ντογκ για το γκανγκστερικό φιλμ – όσο με ένα απρόσμενο υβρίδιο τέτοιων ταινιών με το προηγούμενο έργο του σκηνοθέτη.

Πέμπτη 17 Μαΐου 2018

Κινηματογράφος: «Καφές και τσιγάρα» (2003)

ΚΑΦΕΣ ΚΑΙ ΤΣΙΓΑΡΑ

«COFFEE AND CIGARETTES»




    Τέσσερα χρόνια μετά το Γκοστ Ντογκ, ο Τζιμ Τζάρμους παρουσιάζει μία ιδιαίτερη, προσωπική ταινία, κινούμενη μεταξύ σπονδυλωτής φάρσας και σινεφίλ πειράματος, επιστρέφοντας στη φόρμα της ανθολογίας για τρίτη φορά – είχαν προηγηθεί Το τραίνο του μυστηρίου (1989) και το Μια νύχτα στον κόσμο (1991). Ο Καφές και τσιγάρα αποτελείται από έντεκα ανεξάρτητα επεισόδια-βινιέτες, με κάποια να έχουν γυριστεί σποραδικά κατά την προηγούμενη εικοσαετία ως ταινίες μικρού μήκους. Κάθε επεισόδιο εκτυλίσσεται σε ένα τραπέζι καφετέριας – εκεί, δύο άτομα, περιστασιακά και τρία, συνομιλούν φυσικότατα για τετριμμένα πράγματα (όπως… ο καφές και το κάπνισμα) ή ανταλλάσσουν παραλογισμούς, πίνοντας τόνους καφέ και καπνίζοντας αδιάκοπα τσιγάρα. Ένα εντυπωσιακό καστ παλιών γνωστών του σκηνοθέτη επανδρώνει το εγχείρημα μπροστά και πίσω από την κάμερα (εμφανίζονται οι Ρομπέρτο Μπενίνι, Στιβ Μπουσέμι, Κέιτ Μπλάνσετ, Ίγκυ Ποπ, Τομ Γουέιτς, Μπιλ Μάρεϊ, Άλφρεντ Μολίνα, RZA, GZA και άλλοι καλλιτέχνες, ενώ κινηματογραφούν τέσσερις διαφορετικοί διευθυντές φωτογραφίας), με ορισμένους ηθοποιούς να υποδύονται μία καρικατούρα του διάσημου εαυτού τους, όσο η παντελής έλλειψη κεντρικού αφηγηματικού ιστού – ακόμα και στοιχειώδους πλοκής σε ορισμένα επεισόδια – χαρίζει έναν αβάν-γκαρντ αέρα στο εγχείρημα. Το μπεκετιανής αύρας τελικό επεισόδιο, σεναριακά ελλειπτικό, αισθητικά ατμοσφαιρικότατο και νοηματικά αδιαπέραστο, επιχειρεί να προσδώσει κάποια ίχνη συνοχής στο σύνολο μέσω της επανάληψης, μα αποτυγχάνει με χάρη, αναδίδοντας αντ’ αυτού μία αυτοτελή, μυστηριακή αίσθηση του θαυμαστού διαποτισμένη από γλυκιά μελαγχολία.

Τρίτη 15 Μαΐου 2018

Κινηματογράφος: «Γκοστ Ντογκ: Ο τρόπος των σαμουράι» (1999)

ΓΚΟΣΤ ΝΤΟΓΚ: Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΩΝ ΣΑΜΟΥΡΑΪ

«GHOST DOG: THE WAY OF THE SAMURAI»



    Ο «Γκοστ Ντογκ» (Φόρεστ Γουάιτακερ) είναι ένας μαύρος επαγγελματίας εκτελεστής που αναλαμβάνει συμβόλαια θανάτου για τη Μαφία, σε μια ανώνυμη μεγαλούπολη της Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ. Μοναχικός, μεθοδικός, αποτελεσματικός και σχεδόν αόρατος, μένει σε μια ταράτσα όπου εκτρέφει ταχυδρομικά περιστέρια – το μόνο μέσον επικοινωνίας του με τον εξωτερικό κόσμο. Ακολουθώντας έναν αρχαίο κώδικα τιμής των σαμουράι της μεσαιωνικής Ιαπωνίας, έχει αυτοχριστεί ακόλουθος του Λούι – ενός μεσήλικα μαφιόζου ιταλικής καταγωγής. Τον συναντά μόνο την πρώτη μέρα κάθε φθινοπώρου, προκειμένου να πληρωθεί για τις δουλειές που έφερε εις πέρας κατά το προηγούμενο έτος. Όταν όμως η κόρη του Δον της οικογένειας γίνεται κατά λάθος μάρτυρας μίας δολοφονίας, η Μαφία ζητά από τον Λούι το κεφάλι του Γκοστ Ντογκ επί πίνακι…
    Τέσσερα χρόνια μετά τον αριστουργηματικό Νεκρό, ο Τζιμ Τζάρμους επέστρεψε το 1999 δυναμικά με το Γκοστ Ντογκ: μία μεταμοντέρνα παρωδία των γκαγκστερικών ταινιών, φιλτραρισμένη μέσα από την προσωπική, ιδιοσυγκρασιακή ματιά του δημιουργού. Το παρηκμασμένο αστικό σκηνικό της πρώιμης φιλμογραφίας του συναντιέται εδώ με τις κυρίαρχες θεματικές του Νεκρού: με την παρακμή και φθορά του πολιτισμού μας, με απομονωμένα άτομα που δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις αλλαγές της κοινωνίας και στα σημεία των καιρών. Οι ξεπεσμένοι Ιταλοαμερικανοί μαφιόζοι, μεσήλικες, χρεοκοπημένοι, ανίκανοι να πληρώσουν ακόμα και το νοίκι τους, ο γαλλόφωνος παγωτατζής – μοναδικός φίλος του ήρωα – αλλά και ο ίδιος ο Γκοστ Ντογκ, ο οποίος εμμένει αυτοκαταστροφικά σε μία αρχαία παράδοση προκαλώντας τη νέμεσή του, συνιστούν αφηγηματικούς φορείς των εν λόγω προβληματισμών. Με τα λόγια του πρωταγωνιστή: «Εγώ κι ο Λούι καταγόμαστε από διαφορετικές αρχαίες φυλές. Και τώρα είμαστε και οι δύο υπό εξαφάνιση. Καμιά φορά, πρέπει να μένεις πιστός στους αρχαίους τρόπους, της παλιάς σχολής.» Ο κόσμος αλλάζει, μοιάζει να διακηρύττει ο Τζάρμους, και οι παλιές βεβαιότητες εξαφανίζονται γοργά. Το αναπόφευκτο της αλλαγής συμπυκνώνεται στο φινάλε με ένα έξυπνο σχόλιο: τόσο τον Γκοστ Ντογκ όσο και τον Δον της οικογένειας τους διαδέχονται γυναίκες, κόντρα στα έμφυλα στερεότυπα. Δεδομένης της προηγούμενης φιλμογραφίας του δημιουργού, πίσω από αυτή την εμμονή με τη διαρκή μεταβολή και την παρακμή, βλέπει κανείς να ξεπροβάλει ολοκάθαρα ως προβληματισμός η μετανεωτερική έκλειψη του νοήματος και η αποσάθρωση των ουσιοκρατικών φιλοσοφικών στηριγμάτων του Διαφωτισμού.

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

Κινηματογράφος: «Ο νεκρός» (1995)

Ο ΝΕΚΡΟΣ

«DEAD MAN»



     Ένα ατμοσφαιρικότατο διαμάντι του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Τζιμ Τζάρμους, Ο νεκρός είναι ένα μυσταγωγικό ταξίδι στο πολιτισμικό ασυνείδητο της νεωτερικής Δύσης, αιθέριο και λυρικό, μια ελεγεία για την παρακμή του σύγχρονου τεχνολογικού κόσμου με τη φόρμα του ποιητικού νεογουέστερν. Η ιστορία μοιάζει προσχηματική: ο Ουίλιαμ Μπλέικ, ένας λογιστής από το Κλήβελαντ του 19ου αιώνα που υποδύεται θαυμάσια ο Τζόνι Ντεπ, ταξιδεύει με το τραίνο δυτικά, σε μια βιομηχανική συνοριακή πόλη ονόματι «Μηχανή» προς αναζήτηση εργασίας. Εκεί συναντά την πρώην πόρνη Θελ, της οποίας ο φίλος τούς πιάνει στο κρεβάτι. Ο Μπλέικ αναγκάζεται να αφεθεί στην αγριότητα του τοπίου, με μια σφαίρα καρφωμένη στο στήθος και κατηγορούμενος για διπλό φόνο.
    Τον ακολουθούν ψυχοπαθείς κυνηγοί κεφαλών, ενώ το ταξίδι του αυτό, παρέα με έναν εκκεντρικό, μεγαλόσωμο ερημίτη Ινδιάνο με παιδεία λευκού που αυτοαποκαλείται Κανένας και θεωρεί τον Μπλέικ μετενσάρκωση του διάσημου ομώνυμου ποιητή, μοιάζει με μια εκτεταμένη σκηνή θανάτου, όπου ο ήρωας μετατρέπεται εκούσια σε πιόνι της μοίρας. Κατά την πορεία τους προς τον ωκεανό, όπου ο Κανένας σκοπεύει να απελευθερώσει το φυλακισμένο πνεύμα του Μπλέικ με μια ινδιάνικη νεκρώσιμη τελετουργία, συναντούν έναν βάρβαρο κόσμο αποσύνθεσης, βίας και χάους, φερμένο απ’ τους λευκούς εποίκους, σε αντιδιαστολή με τον περισσότερο ευγενικό και φυσικό τρόπο ζωής των γηγενών της Βορείου Αμερικής.

Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

Κινηματογράφος: «Holy Motors» (2012)

HOLY MOTORS



    Ο Όσκαρ είναι ένας μυστηριώδης ηθοποιός ο οποίος ξοδεύει τις μέρες του αναλαμβάνοντας ολιγόωρες, διαδοχικές αποστολές, για λογαριασμό κάποιας άγνωστης υπηρεσίας, κατά τις οποίες υποδύεται παράξενους ρόλους σε διάφορα σημεία του Παρισιού. Μεταξύ των ποικίλων «ραντεβού» του μετακινείται με μία λευκή λιμουζίνα, ένα κινούμενο βεστιάριο, που οδηγεί η πιστή του Σελίν. Είναι εμφανές ότι ο χαμελαίων Όσκαρ είναι μόνο ένας υπάλληλος ανάμεσα σε πολλούς, ο καθένας με τη δική του λευκή λιμουζίνα. Εμείς παρακολουθούμε μία τυπική εργάσιμη μέρα του στο Παρίσι.
    Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γάλλου auteur Λεός Καράξ ύστερα από το αμφιλεγόμενο Πόλα Χ του 1999 είναι μία απόκοσμα γοητευτική οδύσσεια, ατμοσφαιρική, υποβλητική και αφηγηματικά άρτια. Ποντάρει στο διάχυτο μυστήριο, στην αμφισημία των εμφανώς αλληγορικών δρώμενων και στα σουρεαλιστικά ευρήματα με τους ευφάνταστους παραλογισμούς, προκειμένου να οικοδομήσει την ανοίκεια αίσθηση κάποιας ανησυχαστικά γνώριμης καθημερινότητας πίσω απ’ τη βιτρίνα του γκροτέσκου και του παράδοξου, πίσω από την αίσθηση αλλόκοτων, παρασκηνιακών ομάδων που κινούνται διακριτικά μες στη μητρόπολη διεκπεραιώνοντας ήσυχα τους ακατανόητους στόχους τους. Καθαρές απαντήσεις δεν δίνονται ποτέ, μονάχα περιστασιακοί υπαινιγμοί, και η έμφαση δίνεται στα επαγγελματικά ραντεβού του ήρωα, με το καθένα να παραπέμπει σαρδόνια σε κάποιο διαφορετικό κινηματογραφικό είδος, ενώ ταυτοχρόνως ξεχειλίζει από εμφανή πλαστότητα και αφήνει ατόφια την εντύπωση ακατέργαστου ονείρου.

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Λογοτεχνία: «Ματωμένος μεσημβρινός» (1985)

ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΣ

«BLOOD MERIDIAN»



«Κανείς τους δεν μιλούσε. Ήταν άντρες απ' άλλη εποχή κι ας έφεραν ονόματα χριστιανικά και είχαν ζήσει όλη τους τη ζωή στις ερημιές όπως και οι πατέρες τους. Είχαν μάθει από πόλεμο πολεμώντας, γενιές ολόκληρες κυνηγημένες απ' την ανατολική ακτή στην άλλη άκρη της ηπείρου, απ' τις στάχτες του Γκνάντενχουτεν ίσαμε τα λιβάδια και την έξοδο προς τους δρυμούς της Δύσης. Ακόμα κι αν υπήρχαν ένα σωρό μυστήρια στον κόσμο τα όρια του συγκεκριμένου κόσμου δεν ήταν μυστηριώδη, διότι δεν είχε μετρημό και σύνορο και περιείχε εντός του πλάσματα ακόμα πιο φριχτά κι άντρες άλλων χρωμάτων και όντα που άνθρωπος δεν έχει αντικρίσει ποτέ κι ωστόσο όχι ξένα, ή όχι περισσότερο απ' όσο ένιωθαν ξένες τις καρδιές τους τις ίδιες, μ' ό,τι ερημιά περιείχαν κι ό,τι θηρία.» (μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ)



    1849. Νοτιοδυτικές ΗΠΑ και βόρειο Μεξικό. Το Παιδί, ένας αγράμματος έφηβος επιρρεπής στις βαρβαρότητες και στην αλόγιστη βία, περιπλανάται στη βορειοαμερικανική έρημο παραδέρνοντας μεταξύ Τέξας και Μεξικού μεθώντας, καυγαδίζοντας, κλέβοντας. Οι περιπέτειές του θα τον οδηγήσουν να ενταχθεί σε μία συμμορία μισθοφόρων κυνηγών κεφαλών οι οποίοι συλλέγουν ινδιάνικα σκαλπ, με φόντο έναν φρικτό κόσμο κτηνώδους βίας και διάχυτου ρατσισμού, όπου Αμερικανοί, Μεξικανοί και Ινδιάνοι αλληλοσπαράζονται χωρίς κανένα δισταγμό.
    Ο Αμερικανός Κόρμακ Μακάρθι, έχοντας ήδη στην πλάτη του συγγραφική πορεία είκοσι ετών, δημοσίευσε το 1985 το πιο αναγνωρισμένο του μυθιστόρημα, ένα αναθεωρητικό και αντιηρωικό γουέστερν στηριγμένο σε αληθινά συμβάντα. Ο Ματωμένος μεσημβρινός, ή το κόκκινο του δειλινού στη Δύση πραγματεύεται κατά βάση το ίδιο θέμα με όλη σχεδόν την ύστερη εργογραφία του Μακάρθι, την ανθρώπινη μοχθηρία ως δύναμη της φύσης, με ακραία χομπσιανούς όρους καθολικού πολέμου όλων εναντίον όλων. Το επαναλαμβανόμενο στην εισαγωγή λεκτικό μεταφορικό σχήμα των «ματιών σαν κλουβιά» και η μεταγενέστερη παρατήρηση πως οι πρωταγωνιστές «δεν έχουν περισσότερη συντροφικότητα από ένα τσούρμο πιθήκων» συνοψίζουν αυτή την κοσμοθεωρία των ατόμων ως απομονωμένων ψυχικών νησίδων, ενώ οι τακτικά επανερχόμενες σκηνές νοσηρής βίας και φρίκης, σταθερά στην επικράτεια του γκροτέσκου και μοιάζοντας με ευφάνταστα ευρήματα σπλάτερ ταινίας τρόμου, υπογραμμίζουν τις συνέπειες της αλληλεπίδρασης μεταξύ τέτοιων ατόμων. Η ιδιόρρυθμη γραφή του Μακάρθι – κοφτή, λακωνική, τεταμένη, με ενίοτε βιβλικό ύφος και ενσωματωμένους τους διαλόγους στην αφήγηση (εκλείπουν παντελώς παύλες και εισαγωγικά) – μεταφέρει στον αναγνώστη το παράδοξα κλειστοφοβικό κλίμα ενός τέτοιου περιβάλλοντος, όπου ο υπαρξιακός τρόμος μοιάζει να συνιστά την πρώτη ύλη της Δημιουργίας. Ως αντιστάθμισμα, τα στιγμιότυπα μακροπερίοδου και λυρικού λόγου βοηθούν στην ανάγλυφη και γοητευτική οικοδόμηση ενός, κατά τ' άλλα, απωθητικού αφηγηματικού κόσμου, παρουσιάζοντας μία παρατακτική και άστικτη σύνταξη σχεδιασμένη να αντανακλά το αιώνια μετακινούμενο και πουθενά τερματιζόμενο Σύνορο των ανοικτών οριζόντων, εκείνο το φευγαλέο άγιο δισκοπότηρο των πιονέρων της Δύσης στο όνομα του οποίου κάθε φόνος δικαιολογείται και κάθε βαρβαρότητα φαντάζει μονόδρομος.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Λογοτεχνία: «Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη» (2003)

ΓΙΑΤΙ ΣΚΟΤΩΣΑ ΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΜΟΥ ΦΙΛΗ





«    Οι σοσιαλιστές κυβερνούν ακόμα τη χώρα, μας έφτιαξαν μετρό και μερικές κεντρικές αρτηρίες για να το βουλώσουμε. Δεν το βάλαμε κάτω: σχεδιάσαμε αφίσες για την κατάληψη της Αττικής Οδού. Βάψαμε τις προσόψεις μερικών τραπεζών με φλούο χρώματα. Μερικοί νομίζουν ακόμα ότι αστειευόμαστε. Ότι μια επανάσταση που βασίζεται σε χρώματα, μουσική και απαιτήσεις για καλύτερη ζωή είναι παιδαριώδης. Παράξενα χρόνια για αντίδραση στην Ελλάδα: το κεφάλαιο ήταν πολύ φρέσκο, τα εύκολα λεφτά ξελόγιαζαν ανθρώπους. Έτσι αρχίσαμε να συμμετέχουμε σε πορείες διαμαρτυρίας χορτασμένων χωρών που ήξεραν καλύτερα τι σημαίνει να πνίγεσαι στα λεφτά. Το ’98, στη συνάντηση κορυφής της Γενεύης, ο Καγιό με μερικούς άλλους αναποδογύρισε τη Μερσεντές του διευθυντή της Γενικής Τράπεζας και περάσαμε δύο βράδια στο κρατητήριο. Το ’99 στριμωχτήκαμε σ’ ένα πούλμαν επί μέρες μόνο και μόνο για να σφίξουμε τα χέρια των Ζαπατίστας, των μελών του ινδικού KRRS, των ακτημόνων του Μπαγκλαντές, που διαμαρτύρονταν για τα χρέη του Τρίτου Κόσμου, τα γενετικά μεταλλαγμένα τρόφιμα και την αποικιοποίηση του Νότου. Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς πήγαμε στη Νιγηρία για να φωνάξουμε συνθήματα εναντίον των πετρελαϊκών εταιρειών, για να υποδεχτούμε μαζί με χιλιάδες λαό τον Όουεν Ουίουα που είχε εκδιωχθεί από τον δικτάτορα στρατηγό Άμπακα και γύριζε πλέον στην πατρίδα του. Μετά από πολλούς δισταγμούς πήγα στην Ικέτζα, βρήκα το πατρικό μου, το έδειξα στον Καγιό. Χαζέψαμε για λίγο τα λευκά παιδάκια που παίζαν στην αυλή. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
    Πέντε μήνες αργότερα ήταν το Σιάτλ. Ο Καγιό κι εγώ ξερνούσαμε αγκαλιά στα οδοφράγματα. Ποτέ δεν είχαμε εισπνεύσει τόσα δακρυγόνα. Ήταν όμως μια ιδανική στιγμή, χωρίς κεντρικές επιτροπές, αρχηγούς, δόγμα. Από μέσα μου έλεγα “να που γίνεται, Άννα, να που γίνεται.” Αδύνατον να ακολουθήσω τις τελευταίες της συμβουλές. Να ζήσω σαν αμοιβάδα.
»



    Δύο κοπέλες της μεσαίας τάξης μα διαφορετικών καταβολών, ξένες και οι δύο στη μεταπολιτευτική Αθήνα του 1976, γνωρίζονται τυχαία στο σχολείο τους και συνάπτουν μία επώδυνη φιλία δεκαετιών. Η όμορφη, εξωστρεφής, εγωκεντρική, κτητική και απαιτητική Άννα, μια γεννημένη «αρχηγός» που έχει ανάγκη χειροκροτητές, είναι κόρη αριστερών διανοούμενων που επέστρεψαν στην Ελλάδα από το Παρίσι μετά την πτώση της Χούντας. Η πιο συγκρατημένη και χαμηλών τόνων αφηγήτρια Μαρία, μια γεννημένη «οπαδός» που χρειάζεται οράματα και πρότυπα προς μίμηση, είναι κόρη στελέχους πετρελαϊκής εταιρείας που η οικογένειά της μόλις επέστρεψε από τη Νιγηρία. Στον παροντικό χρόνο της αφήγησης, το 2002, οι δύο κάποτε αχώριστες φίλες ξαναβρίσκονται τυχαία ύστερα από επτά χρόνια χωρίς επαφή, μετά από ένα τραυματικό γεγονός που διέκοψε τη σχέση τους. Η Μαρία τώρα είναι ζωγράφος, πολιτική ακτιβίστρια και συγκατοικεί με έναν Γάλλο ομοφυλόφιλο στα Εξάρχεια, ενώ οι γονείς της την πιέζουν να κάνει οικογένεια. Η Άννα έχει εγκαταλείψει την πολιτική, έχει παντρευτεί έναν πάμπλουτο αρχιτέκτονα και, καλά προσαρμοσμένη πλέον στη μεγαλοαστική ζωή, μόλις επέστρεψε στην Αθήνα από τη Γαλλία. Η συνάντησή τους θα ξετυλίξει το παρελθόν και θα απελευθερώσει απωθημένα συναισθήματα, με φόντο κοινωνικές αναταράξεις στην ασθμαίνουσα «ισχυρή Ελλάδα» του «Εκσυγχρονισμού».
    Δια χειρός Αμάντας Μιχαλοπούλου, φιλολόγου της γαλλικής με το λογοτεχνικό της ντεμπούτο στη δεκαετία του 1990, έχουμε ένα σύγχρονο, «γυναικείο» μυθιστόρημα του 2003, όχι «φιλόδοξο», όχι «πειραματικό», μα απολύτως ενδιαφέρον. Σε πρώτο πλάνο, η πανίσχυρη μα αντιφατική σχέση αλληλεξάρτησης και αλληλοσπαραγμού, αγάπης και φθόνου, στοργής και ανταγωνισμού, μεταξύ δύο «καλύτερων φιλενάδων», από τα παιδικά τους χρόνια ως τον ενήλικο βίο. Στη φιλία αυτή, τέχνη, πολιτική και συναισθήματα συναρθρώνονται σε ένα εύφλεκτο μείγμα. Το υπόβαθρο είναι μία νεοελληνική εικοσιπενταετία Μεταπολίτευσης, από την πρώτη, καραμανλική εποχή της παλινορθωμένης «δημοκρατίας», όταν ένα ακόμα ζωντανό εργατικό κίνημα χαροπάλευε στα θολά νερά μεταξύ μαρξισμού και σοσιαλδημοκρατίας, ποντάροντας τελικά στο νεαρό ΠΑΣΟΚ ως εγγυητή της κοινωνικής ομαλότητας, μέχρι την περίοδο του σημιτικού Εκσυγχρονισμού και του ολοκαίνουργιου μετρό των Αθηνών, όταν το ανέκδοτο είχε πλέον πάψει από καιρό να είναι αστείο και η τηλεοπτική εικόνα της «εξευρωπαϊσμένης», ολυμπιακής μητρόπολης άτσαλα έκρυβε χιλιάδες τραγωδίες. Η συγγραφέας, ασχέτως των προσωπικών της θέσεων, εκμεταλλεύεται ένα εύρος ριζοσπαστικών αναφορών κυμαινόμενων από τις μαχητικές εγχώριες διαδηλώσεις του ‘70 ως το Σιάτλ του ’99, από τον Μάνο Λοΐζο μέχρι τον Μάρεϋ Μπούκτσιν, από τον Ζαν Πωλ Σαρτρ ως τον Κορνήλιο Καστοριάδη και από τους καταστασιακούς του Γαλλικού Μάη ως τον σύγχρονο μεταριστερό και εξεγερτικό αναρχισμό. Έτσι, αξιοποιεί τους χαρακτήρες και τις διασταυρούμενες προσωπικές διαδρομές τους ως όχημα τόσο για να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς με το παλιό που ξεψυχά, όσο και για να εισαγάγει τον αναγνώστη στο καινούργιο που αχνά προβάλλει. Όμως οι εποχές έχουν αλλάξει, οι παλιοί ρόλοι έχουν ανατραπεί και το φινάλε, με φόντο μια μυθοπλαστική εξέγερση τοπικής κοινωνίας, θα δώσει οριστικά στην ώριμη ενηλικίωση το σκούρο χρώμα του αίματος.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Κινηματογράφος: «Μεμέντο» (2000)

ΜΕΜΕΝΤΟ

«MEMENTO»



    Ο Λέοναρντ Σέλμπυ (Γκάι Πιρς), πρώην ερευνητής ασφαλιστικής εταιρείας, πάσχει από απώλεια βραχυπρόθεσμης μνήμης: μετά τον βιασμό και φόνο της συζύγου του από κάποιον έμπορο ναρκωτικών, έχει χάσει την ικανότητα να σχηματίζει νέες μνήμες λόγω τραύματος στο κεφάλι. Αν και θυμάται τα πάντα για τον εαυτό του μέχρι τη στιγμή του φόνου, κάθε λίγα λεπτά ο εγκέφαλός του «επανεκκινεί», διαγράφοντας ό,τι έχει μεσολαβήσει από τότε. Ο Λέονταρντ έχει αναπτύξει ένα περίπλοκο σύστημα σημειώσεων, φωτογραφιών και τατουάζ στο ίδιο του το σώμα για να αντιμετωπίσει την πάθησή του, με έναν και μοναδικό στόχο: να εντοπίσει και να εκτελέσει τον δολοφόνο. Περιπλανώμενος στο Λος Άντζελες, ακολουθώντας φευγαλέες ενδείξεις με βάση τον αστυνομικό φάκελο της υπόθεσης, επισκεπτόμενος διάφορες πόλεις, έχει αναλάβει τον ρόλο ενός μονομανούς ντετέκτιβ που δεν γνωρίζει τον ίδιο του τον εαυτό και αγνοεί τις περασμένες πράξεις του. Εμείς παρακολουθούμε την τελευταία του στάση, όπου η συνάντησή του με τον αινιγματικό αλλά φιλικό Τέντι (Τζο Παντολιάνο) και τη γοητευτική αλλά επικίνδυνη Νάταλι (Κάρι-Αν Μος) θα σταθούν καταλύτες στη λύση του δράματος.
    Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, με τον Πιρς στο απόγειο της καριέρας του και τους Παντολιάνο και Μος φρέσκους μετά την επιτυχία του Μάτριξ (1999), είναι ένα ιδιόρρυθμο, ατμοσφαιρικό κράμα νεονουάρ και ψυχολογικού θρίλερ. Η femme fatale, ο ντετέκτιβ που αναζητά εκδίκηση, οι απανωτές ανατροπές, η παράνοια, ο πεσιμισμός και ο αστικός υπόκοσμος του εγκλήματος παρελαύνουν από την οθόνη με έναν μοναδικό και πρωτότυπο τρόπο, στηριγμένο στην ιδιαίτερη αφηγηματική δομή. Η τελευταία στάση της ιδιωτικής σταυροφορίας του Λέοναρντ έχει διαιρεθεί χρονικά από τον σεναριογράφο (τον ίδιο τον Νόλαν, με αφετηρία ένα διήγημα του αδερφού του) σε πρώτο και σε δεύτερο μέρος, με σημείο τομής μία κομβική στιγμή τραγικής συνειδητοποίησης για τον ήρωα. Και τα δύο μέρη έχουν στη συνέχεια τεμαχιστεί σε μικρές, αφηγηματικά αυτοτελείς ενότητες διαδεχόμενες η μία την άλλη. Κάθε τέτοια ενότητα αντιστοιχεί σε μία «λειτουργική» περίοδο του ήρωα, μεταξύ δύο αμνησιακών συμβάντων. Οι ενότητες του πρώτου μέρους απεικονίζονται με ασπρόμαυρη φωτογραφία και σε ορθή χρονική αλληλουχία, ενώ οι ενότητες του δεύτερου μέρους προβάλλονται έγχρωμες και σε αντίστροφη χρονική σειρά – από το τέλος προς την αρχή. Όλη η ταινία είναι μία αλληλοδιαδοχή «ασπρόμαυρων» και «έγχρωμων» ενοτήτων, πάντα υπό την απολύτως υποκειμενική οπτική γωνία του μονίμως ευρισκόμενου σε σύγχυση Λέοναρντ. Το περίπλοκο, μα άψογα εκτελεσμένο αυτό τρικ φτύνει κατά πρόσωπο τις συμβατικές αφηγηματικές δομές τριών πράξεων, ευνοεί επανειλλημμένες θεάσεις, πολλαπλασιάζει την τεχνική δεξιοτεχνία του μη γραμμικού σεναρίου, συμβαδίζει απολύτως με τις περιστάσεις που βιώνει ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας – ο πλέον αναξιόπιστος των αναξιόπιστων αφηγητών – και ενισχύει το νοηματικό περιεχόμενο του εγχειρήματος.

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Κινηματογράφος: «American Psycho» (2000)

AMERICAN PSYCHO



    Γουόλ Στριτ, 1987. Ο Πάτρικ Μπέιτμαν (Κρίστιαν Μπέιλ) είναι ένας εικοσιεπτάχρονος, πλούσιος και γοητευτικός γιάπης, ο οποίος ξοδεύει τον καιρό του απολαμβάνοντας μια εργένικη ζωή και φροντίζοντας φανατικά την εξωτερική του εμφάνιση. Οι συνάδελφοι και φίλοι του, η υποτιθέμενη μνηστή του, όλος του ο περίγυρος δαπανούν τον χρόνο τους σε ακριβά εστιατόρια, πάρτι με κοκαΐνη, νυχτερινά κλαμπ και ανούσιες διαμάχες για το πρεστίζ τους, χωρίς καμιά έγνοια για κανέναν άλλον πέρα από τον εαυτό τους. Ο Πάτρικ όμως κρύβει κι ένα μυστικό: ακατανίκητες δολοφονικές παρορμήσεις τον καταλαμβάνουν τις νύχτες.
    Η Καναδή σκηνοθέτης και σεναριογράφος Μαίρη Χάρον διασκευάζει για τη μεγάλη οθόνη το διαβόητο μυθιστόρημα του Αμερικανού Μπρετ Ίστον Έλις, από το 1991, αναλαμβάνοντας διαδοχικά τα ηνία μετά τους Όλιβερ Στόουν και Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ και με πρωταγωνιστή τον ανερχόμενο τότε Κρίστιαν Μπέιλ, ύστερα από την απομάκρυνση του Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Το εγχείρημα ανασυνθέτει την αύρα της ρηγκανικής, νεοσυντηρητικής Αμερικής του ’80, αποτυπώνοντας σατιρικά μια καρικατούρα της υπερκαταναλωτικής κουλτούρας των αμοραλιστών, εγωπαθών γιάπηδων της Γουόλ Στριτ, που αποθέωνε την ατομική απληστία και την υλική ευδαιμονία. Από τη μία, το εγχείρημα άνετα εντάσσεται στον κύκλο ταινιών «φιλοσοφικής συνωμοσίας» του τέλους της δεκαετίας του ’90 (Το Παιχνίδι, Άνοιξε τα μάτια και Ο δικηγόρος του Διαβόλου το 1997, Σκοτεινή πόλη και Ζωντανή μετάδοση το 1998, Η έκτη αίσθηση, eXistenZ, Fight Club και Μάτριξ το 1999, Μεμέντο το 2000), οι οποίες αναλύουν υπό ένα υποκειμενιστικό πρίσμα το εύπλαστο και το επίπλαστο στοιχείο στην ατομική ταυτότητα και στην κοινωνική πραγματικότητα, στο πλαίσιο της υπερκαταναλωτικής Δύσης του μετανεωτερικού καπιταλισμού. Ενός πολιτισμού κατακυριευμένου από τη διαφήμιση, τα ΜΜΕ και μία κανιβαλική ανταγωνιστικότητα μεταξύ των ατόμων. Η ευφυής επιλογή διατήρησης του μυθιστορηματικού σκηνικού της δεκαετίας του ’80, των χρόνων όπου ρίζωσε η νεοφιλελεύθερη ανασυγκρότηση μετά την κρίση του ‘70 και τέθηκαν οι βάσεις για το πολιτικοκοινωνικό κλίμα του μιλένιουμ, είναι ενδεικτική των προθέσεων των συντελεστών.

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Κινηματογράφος: «Fight Club» (1999)

FIGHT CLUB

«FIGHT CLUB»





    Σε μια ανώνυμη μεγαλούπολη των σύγχρονων ΗΠΑ, ο εξίσου ανώνυμος, εργένης, τριαντάχρονος πρωταγωνιστής (Έντουαρντ Νόρτον) εργάζεται ως στέλεχος σε μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία, υπεύθυνος για αποφάσεις ανάκλησης ελαττωματικών οχημάτων με βάση τον λόγο… κόστους προς φονικότητα. Πάσχοντας από αϋπνία και ανικανοποίητος με τη συμβατική ζωή του, ακολουθεί μία ιατρική συμβουλή και παρακολουθεί στον ελεύθερο χρόνο του ομάδες αλληλοϋποστήριξης καρκινοπαθών, αλκοολικών, ανάπηρων κλπ., υποκρινόμενος ότι συμπάσχει μαζί τους. Αντικρίζοντας μία φρίκη πολύ χειρότερη από το εσωτερικό του κενό, οι αϋπνίες του θεραπεύονται – ώσπου γνωρίζει στις ομάδες υποστήριξης τη λούμπεν νευρωτική Μάρλα (Έλενα Μπόναμ Κάρτερ), εξίσου υποκρίτρια μ’ αυτόν. Αδυνατώντας να απολαύσει πλέον τον πόνο των άλλων, αφού «δεν είναι ο μόνος τουρίστας εκεί», επιστρέφει στην τυρρανική κατάσταση της μόνιμης αϋπνίας. Μέχρι την ώρα που γνωρίζει τον Τάιλερ Ντέρντεν (Μπραντ Πιτ), έναν περιθωριακό, αινιγματικό άνδρα με επάγγελμα την παρασκευή σαπουνιού, αναρχικές ιδέες, μια ροπή προς τη φυσική βία και μία ασίγαστη οργή για την εκθήλυνση του άνδρα στη σύγχρονη δυτική κοινωνία…
    Ύστερα από το πρώιμο Παιχνίδι του 1997, ο Ντέιβιντ Φίντσερ υπογράφει ξανά μία ταινία με θέμα μία καθολική «επιστημολογική συνωμοσία», εξαιτίας της οποίας ο κεντρικός χαρακτήρας αδυνατεί να διακρίνει την πραγματικότητα από την ψευδαίσθηση και όπου η πλάνη του είναι απόλυτη, πανταχού παρούσα, κατανεμημένη, απολιτική, οδηγώντας τον στην αμφισβήτηση της μνήμης και της ταυτότητάς του. Τώρα όμως ο Αμερικανός δημιουργός ανεβάζει τον πήχυ βασίζοντας το σενάριο σε πετυχημένο μυθιστόρημα της περιόδου, κινηματογραφώντας μία σχεδόν επικής κλίμακας σκοτεινή και σατιρική αφήγηση κατά μήκος των μητροπολιτικών ΗΠΑ, υλοποιώντας ένα αψεγάδιαστο οπτικοακουστικό υπερθέαμα και αποσπώντας εξαιρετικές ερμηνείες από χολιγουντιανούς ηθοποιούς - αστέρες. Ταυτόχρονα συγχρονίζεται με τον παλμό της εποχής και κατασκευάζει το φιλμ του ως ακόμα έναν – πολύ σημαντικό – κρίκο στην αλυσίδα ταινιών «φιλοσοφικής συνωμοσίας» οι οποίες εμφανίστηκαν μετά το Παιχνίδι (Άνοιξε τα μάτια και Ο δικηγόρος του Διαβόλου το 1997, Ζωντανή μετάδοση και Σκοτεινή πόλη το 1998, Η έκτη αίσθηση, eXistenZ και Μάτριξ το 1999, Μεμέντο και American Psycho το 2000). Πιο συμβατικός και πρόωρος πρόδρομος αυτής της αφηγηματικής υποκατηγορίας είχε υπάρξει η Ολική επαναφορά (1990) του Πωλ Βερχόφεν – καθόλου τυχαία στηριγμένη σε διήγημα του συγγραφέα της αντικουλτούρας του ’60 Φίλιπ Ντικ.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Κινηματογράφος: «Σκοτεινή πόλη: Director's Cut» (1998 -> 2008)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
==> Κινηματογράφος: Σκοτεινή πόλη (1998 -> 2008, «Dark City») <==
Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9»)
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΟΛΗ: DIRECTOR'S CUT

«DARK CITY: DIRECTOR'S CUT»







     Ένας άνδρας (Ρούφους Σιούελ) ξυπνά με αμνησία και παγιδευμένος για μία σειρά τελετουργικών φόνων σε μία παράξενη πόλη όπου δεν ξημερώνει ποτέ. Μία ματωμένη πληγή στο μέτωπό του και ένα αινιγματικό, έξαλλο τηλεφώνημα από κάποιον ο οποίος ισχυρίζεται πως είναι ο ψυχίατρός του (Κίφερ Σάδερλαντ), τον ωθούν να πιστέψει πως ο ίδιος είναι ο Τζον Μέρντοκ – ατυχές και ψυχωτικό αποτέλεσμα ενός μυστηριώδους, αποτυχημένου πειράματος. Σύντομα ο Τζον συνειδητοποιεί πως καταδιώκεται όχι μόνο από την Αστυνομία και τον Επιθεωρητή Μπάμστεντ (Ουίλιαμ Χαρτ), αλλά και από τους ανεξιχνίαστης καταγωγής «Ξένους»: μυστηριώδεις, επικίνδυνους αλμπίνους με παραφυσικές ιδιότητες όπως ο «συντονισμός», κατά τη διάρκεια του οποίου ο χρόνος παγώνει ενώ η ίδια η Πόλη και η φυσική πραγματικότητα αλλάζουν μορφή με σχεδόν μαγικό τρόπο. Τη στιγμή που ο Τζον προσπαθεί να λύσει τον γρίφο του εαυτού του και της απόκοσμης μητρόπολης, η αποξενωμένη τραγουδίστρια σύζυγός του (Τζένιφερ Κόνελι) αντιλαμβάνεται πως πρέπει να βρει τον άντρα της πριν από όλους τους άλλους…
     Ατμοσφαιρική δημιουργία που το 1998 έφερε μία ανάσα φρεσκάδας στον κινηματογράφο του Φανταστικού, συνιστώντας ταυτόχρονα και φόρο τιμής στην έβδομη τέχνη, από τον σκηνοθέτη του γοτθικού Κορακιού (1994) Άλεξ Πρόγιας. Η Σκοτεινή πόλη φλερτάρει με τα πάντα μοιάζοντας με μεταμοντέρνο κολάζ δανείων από παλαιότερες ταινίες, μα στην καρδιά της είναι ένα φιλμ νουάρ: φόνοι, μοιραίες γυναίκες, άντρες σε αδιέξοδα, ντετέκτιβ, απανωτές ανατροπές, κακόφημα μπαρ, μακρές καπαρντίνες, μαύρα πλατύγυρα καπέλα, παλιομοδίτικα τηλέφωνα και αυτοκίνητα της δεκαετίας του ‘40. Συναντούμε όμως επίσης ισχυρά στοιχεία αυτοσυνείδησης – οι χαρακτήρες ρητά σχολιάζουν μία βασική σύμβαση του νουάρ, την αέναη νύχτα του αστικού φόντου η οποία εδώ ενσωματώνεται στην πλοκή, ενώ το σενάριο ενσυνείδητα αξιοποιεί κινηματογραφικά στερεότυπα με ειρωνικό τρόπο, τονίζοντας εμμέσως την πλαστότητά τους –, διακειμενικότητας – τα εκλεκτικιστικά σκηνικά παραπέμπουν σε δεκάδες προγενέστερα εγχειρήματα ή καλλιτεχνικές τάσεις – και ανάμειξης των αφηγηματικών ειδών – το σεναριακό υπόβαθρο πατά γερά στην επιστημονική φαντασία –, μετατοπίζοντας έτσι το φιλμ κατά πολύ στην επικράτεια του μεταμοντέρνου νεονουάρ. Τα υποβλητικά ντεκόρ και η σκοτεινή φωτογραφία με τις ισχυρές φωτοσκιάσεις, με μια υποτονική παλέτα ανάμεσα στα ψυχρά χρώματα της μούχλας και σε έναν χρυσοπράσινο εξπρεσιονισμό, καθιστούν τη θέαση του φιλμ οπτική απόλαυση. Το γεγονός αυτό ενισχύεται από τα λειτουργικά ψηφιακά ειδικά εφέ και από μία κάμερα βυθισμένη στη στυλιζαρισμένη αισθητική του σύγχρονου βιντεοκλίπ και της διαφήμισης, με κομψό και εντυπωσιακό καδράρισμα των στατικών πλάνων επηρεασμένο από τα κόμικς. Πρόκειται για μία μετρημένη, ισορροπημένη και πλήρη έκφραση των ιδιαιτεροτήτων του κινηματογράφου ως εικαστικού αφηγηματικού μέσου, με τη συνοδεία μίας δυναμικής, σχεδόν ακατάπαυστης μα διακριτικής ορχηστρικής μουσικής υπόκρουσης στην υπηρεσία ενός υποβλητικού και καθηλωτικού κλίματος.

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Δώδεκα πίθηκοι» (1995)

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΠΙΘΗΚΟΙ

«TWELVE MONKEYS»




     Το 1997 πέντε δισεκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν εξαιτίας ενός θανατηφόρου ιού, κατασκευασμένου σε εργαστήριο. Το 2035 μία ελίτ επιστημόνων οι οποίοι ελέγχουν μία υπόγεια κοινωνία επιζησάντων, αποστέλλει στο παρελθόν έναν κατάδικο ονόματι Τζέιμς Κόουλ (Μπρους Γουίλις), υποσχόμενη σε αντάλλαγμα αποφυλάκιση, με εντολή να βρει μία αγνή, μη μεταλλαγμένη εκδοχή του ιού πριν από τη διάδοσή του και να τους την επιστρέψει στο μέλλον, ώστε να κατασκευάσουν αντίδοτο και τα απομεινάρια της Ανθρωπότητας να ανακτήσουν την επιφάνεια του πλανήτη. Λόγω σφάλματος, ο Κόουλ – με ξυρισμένο κεφάλι και γραμμοκώδικα κρατουμένου σε τατουάζ – καταφθάνει στη Βαλτιμόρη του 1990 αντί για το 1996, συλλαμβάνεται, κρίνεται αποπροσανατολισμένος ψυχασθενής και καταλήγει σε άσυλο φρενοβλαβών. Εκεί γνωρίζεται με τον παράφρονα αντισπισιστή ακτιβιστή Τζέφρι Γκόινς (Μπραντ Πιτ) και με την ψυχίατρο Κάθριν Ράιλι (Μαντλίν Στόου), η οποία γοητεύεται από την αναζήτησή του για τη μυστηριώδη «Στρατιά των Δώδεκα Πιθήκων», μία οικοτρομοκρατική οργάνωση-φάντασμα υπεύθυνη – κατά τον Κόουλ – για τη μελλοντική εξάλειψη της Ανθρωπότητας το 1997…
     Το πειραματικό μικρού μήκους φιλμ Η προβλήτα (La Jetée) του Κρις Μαρκέρ (1962) αποτέλεσε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 την αφορμή για τη συγγραφή ενός ιδιόρρυθμου κατά παραγγελία σεναρίου, προοριζόμενου παραδόξως να μεταφερθεί στον κινηματογράφο από το χολιγουντιανό κύκλωμα. Από τον σεναριογράφο των Blade Runner και των Ασυγχώρητων Ντέιβιντ Πιπλς, από τον σκηνοθέτη του Μπραζίλ, του Μινχάουζεν και του Βασιλιά της μοναξιάς – καθώς και πάλαι ποτέ μέλος των Μόντι Πάιθον – Τέρι Γκίλιαμ, μα και με τη συμμετοχή γνωστών υπερατλαντικών αστέρων της βιομηχανίας στους πρωταγωνιστικούς ρόλους (Γουίλις, Στόου, Πιτ), το εγχείρημα αυτό έμεινε ως ένα από τα πιο κλασικά της κινηματογραφικής επιστημονικής φαντασίας του ‘90. Όχι το πιο βαθυστόχαστο ή περιεκτικό φιλμ του Γκίλιαμ, αλλά σίγουρα ένα από τα περισσότερο οπτικά εντυπωσιακά και προσεγμένα του. Το ζοφερό κλίμα παράνοιας και σαπίλας, οι υψηλές αξίες παραγωγής, το ρυθμικό σενάριο με τη γριφώδη και λαβυρινθώδη δομή, η νοσταλγική μουσική επένδυση σχεδιασμένη να ανακαλεί μνήμες ενός «χαμένου χρυσού παρελθόντος» (π.χ. Λούις Άρμστρονγκ και αργεντίνικο ταγκό), οι πολύ καλές ερμηνείες (υποψήφιος για Βραβείο Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου και κάτοχος Χρυσής Σφαίρας ο ανερχόμενος τότε Μπραντ Πιτ, η πιο αβανταδόρικη και πετυχημένη ερμηνεία του Γουίλις πριν από την Έκτη αίσθηση) και το γοητευτικά δυστοπικό όραμα του Γκίλιαμ κατέστησαν το αποτέλεσμα σημαντική καλλιτεχνική επιτυχία. Η συμμετοχή ηθοποιών δημοφιλών στο νεανικό κοινό, επιβεβλημένη από τους παραγωγούς ενώ ο σκηνοθέτης αρχικά σκεφτόταν τους Νικ Νόλτε και Τζεφ Μπρίτζες αντί για τους Γουίλις και Πιτ, το ευπρόσιτο του εγχειρήματος σε σχέση με το Μπραζίλ λόγω του πολύ συγκρατημένου σουρεαλιστικού τόνου, και η μεγάλη διαφημιστική καμπάνια του στούντιο της Universal – η ίδια εταιρεία με την οποία ο Γκίλιαμ είχε έρθει σε προστριβές μία δεκαετία νωρίτερα, για την τύχη του Μπραζίλ – διασφάλισαν την εμπορική απήχηση. Με κόστος 30 εκατομμυρίων δολαρίων, οι Δώδεκα πίθηκοι απέφεραν τελικά συνολικά έσοδα περισσότερα από 160 εκατομμύρια.

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Paranoia Agent» (2004)

PARANOIA AGENT

«PARANOIA AGENT»




     Σε μία περιοχή του σημερινού Τόκιο, ένας κινούμενος με πατίνια μυστηριώδης νεαρός, φορώντας καπέλο και κρατώντας ρόπαλο του μπέιζμπολ, χτυπά απρόσμενα και φαινομενικά τυχαία περαστικούς τις νύχτες. Παράνοια αρχίζει να διακατέχει τους πολίτες. Δύο αξιωματικοί της Αστυνομίας ερευνούν τη μυστηριώδη υπόθεση – γρήγορα αντιλαμβάνονται όχι μόνο ότι τα θύματα συνδέονται εμμέσως μεταξύ τους ακόμα και αν δεν γνωρίζονται προσωπικά, αλλά και ότι κάθε χτύπημα λαμβάνει χώρα σε μία στιγμή τέτοια, που απαλλάσσει το θύμα από ένα μεγάλο ψυχολογικό φορτίο σε μια στιγμή ατομικής κρίσης…
     Τηλεοπτικό ιαπωνικό άνιμε 13 επεισοδίων του Σατόσι Κον (Το τέλειο γαλάζιο, Η ηθοποιός της χιλιετίας, Πάπρικα), το οποίο συνθέτει σε ένα πρωτότυπο σύνολο στοιχεία κοινωνικού δράματος, ψυχολογικού θρίλερ και σάτιρας. Ο Κον αξιοποίησε αχρησιμοποίητες ιδέες από παλαιότερες κινηματογραφικές του ταινίες για τη συγγραφή του σεναρίου και σκηνοθέτησε δυναμικά το Paranoia Agent με σπιρτάδα και χάρη. Με πλοκή στηριγμένη σε φαινόμενα μαζικής υστερίας, αυθυποβολής και κρίσεων άγχους, αλλά και με σαφείς παραφυσικές προεκτάσεις, ο Κον στιγματίζει τον μοντέρνο τρόπο ζωής και τις πιέσεις τις οποίες ασκεί στο άτομο, την υπέρμετρη επιρροή των ΜΜΕ, τον καταναλωτισμό, την ψυχολογική τάση για αναζήτηση «εύκολων λύσεων» και ψευδών, φανταστικών απαντήσεων στα προβλήματα και στα ερωτήματα μιας πολύπλοκης κοινωνίας. Και – πράγματι – πόσο υπέροχα διαγράφεται αυτή η κοινωνία, ο κόσμος της σύγχρονης, μεταβιομηχανικής Ιαπωνίας, μέσα από έναν θίασο ποικιλόμορφων, ρεαλιστικά «γκρίζων» χαρακτήρων, με τη δική τους συμπεριφορά, υπόβαθρο και ψυχολογική κατάσταση, και με τόσες διαφορετικές όψεις του καθημερινού βίου στο Τόκιο να εκτίθενται; Η ιστορία του ασύλληπτου νεαρού ροπαλοφόρου είναι η αφορμή που ξεγυμνώνει τους χαρακτήρες φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με ένα θεμελιώδες ερώτημα: πώς αποκρίνεται κανείς στις προκλήσεις της πραγματικότητας; Αγκιστρώνοντας τον εαυτό του σ’ αυτήν και παλεύοντας, ή δραπετεύοντας σε μια φαντασίωση;

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Ίον Φλαξ» (1995)

ΙΟΝ ΦΛΑΞ

«AEON FLUX»




     Το κλίμα μεταξύ των γειτονικών εθνών της Μπρένια και της Μόνικα είναι ψυχροπολεμικό και ένα αυτοματοποιημένο ένοπλο τείχος διασχίζει τα σύνορά τους. Ο πανούργος, αυταρχικός και ιδιοφυής επιστήμονας Τρέβορ Γκουντσάιλντ έχει αναλάβει την ηγεσία της Μπρένια, μιας συγκεντρωτικής και τεχνοκρατικής αστικής κοινωνίας, ύστερα από την εξαφάνιση του παράφρονα προηγούμενου ηγέτη Κλάβιους. Η Ίον Φλαξ, μία ανεξάρτητη, σέξι και με εξαιρετικό ακροβατικό ταλέντο μυστική πράκτορας ειδικευμένη στη δολιοφθορά για λογαριασμό της αναρχικής επικράτειας της Μόνικα, διεισδύει τακτικά στην Μπρένια για να σαμποτάρει εργοστάσια ή ερευνητικά έργα του Γκουντσάιλντ. Ο Τρέβορ όμως όχι μόνο έχει μία νοσηρή εμμονή μαζί της, αλλά είναι και περιστασιακός εραστής της… Όλα αυτά σε ένα ακαθόριστο μέλλον υψηλής τεχνολογίας, όπου τα ήθη είναι πολύ πιο «απελευθερωμένα» και ο μέσος πολίτης ενδιαφέρεται κυρίως για την άμεση ικανοποίηση των ορμών του.
     Αυτό είναι το εκκεντρικό, δυστοπικό σκηνικό επιστημονικής φαντασίας όπου εκτυλίσσεται η εν λόγω πρωτοποριακή τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων, την οποία δημιούργησε ο Κορεάτης Πίτερ Τσανγκ στα μέσα της δεκαετίας του 1990 για λογαριασμό του καναλιού MTV. Με αφετηρία έξι μικρού μήκους και χωρίς καθόλου διάλογο φιλμάκια τα οποία είχαν προβληθεί στον σταθμό την περίοδο 1991 – ’92, το ’95 ο Τσανγκ ανέλαβε να υλοποιήσει έναν πλήρη και αυτοτελή κύκλο δέκα ημίωρων επεισοδίων, τελείως αυτοτελών, με κανονικό σπικάζ και διαλόγους. Με εμφανείς επιρροές από τα ιαπωνικά άνιμε αλλά και από τα γαλλικά κόμικς του Μόμπιους (διάσημου από τη συνεργασία του με τον Αλεχάνδρο Γιοντορόφσκι για το κόμικ Ίνκαλ, αλλά και από τη συμβολή του σε κινηματογραφικά φιλμ όπως το Alien, το Τρον, το Πέμπτο στοιχείο και η ανολοκλήρωτη διασκευή του Ντιουν από τον Γιοντορόφσκι), κυρίως όσον αφορά τις ελαφρώς νηματοειδείς ανθρώπινες φιγούρες με τα υπερτονισμένα χαρακτηριστικά και την ξεχωριστή χρωματική παλέτα, με ένα διάχυτο κλίμα μυστηρίου αφού ελάχιστο υπόβαθρο παρουσιάζεται για τον παράδοξο κόσμο της ιστορίας, με αφήγηση στηριγμένη στη δράση και με εξαιρετική αισθητική, η Ίον Φλαξ άφησε το δικό της στίγμα στον χώρο.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Λογοτεχνία: «Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας» (1973)

ΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΑΣ

«GRAVITY'S RAINBOW»



«…η ανθρώπινη συνείδηση, αυτή η φτωχή ανάπηρη, αυτή η παραμορφωμένη και καταδικασμένη ουσία, είναι έτοιμη να γεννηθεί. Αυτός είναι ο κόσμος πριν τους ανθρώπους. Πολύ έντονος και ορμητικός και ζωντανός και σε συνεχή ροή, τόσο που οι άνθρωποι δεν μπορούν να τον δουν γύρω τους. Μπορούν να τον δουν μόνο νεκρό, σε ακίνητα γεωλογικά στρώματα, αποσυντεθειμένο σε πετρέλαιο ή γαιάνθρακα. Ζωντανός, ήταν απειλή: ήταν οι Τιτάνες, ήταν μια κορύφωση της ζωής τόσο έντονη και έξαλλη, ένα φωτοστέφανο γύρω από το σώμα της Γης τόσο πράσινο, που έπρεπε να βρεθεί κάποιος καταστροφέας πριν τιναχτεί στον αέρα ολόκληρη η Δημιουργία. Έτσι σταλθήκαμε εμείς εδώ, οι ανάπηροι φύλακες, για να πολλαπλασιαστούμε, να κυριαρχήσουμε. Οι θεόσταλτοι καταστροφείς. Εμείς. Αντεπαναστάτες. Η αποστολή μας είναι να προωθούμε το θάνατο. Ο τρόπος που σκοτώνουμε, ο τρόπος που πεθαίνουμε, είναι μοναδικός σε όλα τα Πλάσματα. Ήταν κάτι που χρειάστηκε να βελτιώσουμε, ιστορικά και προσωπικά. Να το χτίσουμε από το μηδέν και να το φτάσουμε στη σημερινή του κατάσταση ως αντίδραση, σχεδόν με την ίδια δύναμη που έχει η ζωή, για να καταστείλουμε την πράσινη εξέγερση. Αλλά μόνο σχεδόν με την ίδια δύναμη.» (μετάφραση: Γιώργος Κυριαζής)



     Προς το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ το Λονδίνο σφυροκοπάται από γερμανικές ρουκέτες V-2 (τεχνολογικούς προδρόμους των διαστημικών πυραύλων), σε ένα πρώην άσυλο ψυχασθενών («Λευκή Οπτασία») έχει στηθεί μία συμμαχική επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου. Στόχος της είναι να διαχέει προπαγάνδα στη ναζιστική επικράτεια. Ταυτόχρονα, ο Αμερικανός Λοχαγός Ταϊρόν Σλόθροπ γίνεται αντικείμενο διακριτικής παρατήρησης από τους επικεφαλής της Λευκής Οπτασίας, όταν οι σεξουαλικές του περιπέτειες στο βομβαρδιζόμενο Λονδίνο καθιστούν αντιληπτό το παράδοξο γεγονός πως κάθε του στύση προηγείται χρονικά, κατά μερικές μέρες, της πρόσκρουσης ενός πυραύλου V-2 στο ακριβές εκείνο σημείο της πόλης. Αυτή είναι η αφετηρία μίας πολύμηνης περιπέτειας στην κατεστραμμένη, χαοτική, άνευ κρατικών συνόρων και υπό συμμαχική στρατιωτική κατοχή Ευρώπη της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου (τη «Ζώνη»), όπου για ελάχιστους μήνες τα πάντα μοιάζουν δυνατά και επιτρεπτά πριν η ήπειρος λάβει τη νέα της μορφή. Στόχος του να βρει μία μοναδική και μυστηριώδη Ρουκέτα τύπου V-2 με τον ακανόνιστο κωδικό παραγωγής 00000, που φαίνεται να περιέχει μία άγνωστη συσκευή κατασκευασμένη από το καινοτόμο συνθετικό πλαστικό «ιμιπόλεξ», ίδιο με αυτό στο οποίο είχε παλαιότερα εκτεθεί ακούσια ο Ταϊρόν ως νήπιο στο πλαίσιο πειραμάτων συμπεριφορικής ψυχολογίας… Την κεντρική ιστορία του Σλόθροπ συμπληρώνει ένας καμβάς από δεκάδες ακόμα ανάγλυφους χαρακτήρες, είτε επίσης περιπλανώμενους στη Ζώνη είτε επιφορτισμένους με την παρακολούθηση και παρατήρηση του ήρωα. Ορισμένοι από αυτούς έχουν παθιαστεί εξίσου με τη Ρουκέτα…
    Το 1973, ο απομακρυσμένος από τη δημοσιότητα Τόμας Πύνσον – συγγραφικός θρύλος σήμερα – παρέδωσε το αδιαμφισβήτητο magnum opus του, έχοντας ήδη εξελίξει το καθαρά προσωπικό του ύφος καθ’ όλη την προηγούμενη δεκαετία. Ο Πύνσον αποτελούσε επίγονο των μπίτνικ του ‘50, γνήσιο τέκνο της αντικουλτούρας του ’60, συνοδοιπόρο της Νέας Αριστεράς και καλλιτεχνικό προπομπό του μεταμοντέρνου αναρχισμού του ‘70. Το μυθιστόρημά του είναι ογκώδες, πολύπλοκο, πλούσιο, προκλητικό, αστείο, δυσανάγνωστο κι ωστόσο γοητευτικό. Παλεύοντας διανοητικά ενάντια σε κάθε όψη της νεωτερικής εμμονής με το Κέντρο και τον Έλεγχο, ο συγγραφέας αξιοποιεί μία εποχή ολικού πολιτισμικού μετασχηματισμού της Δύσης – τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – ως καμβά στον οποίον ζωγραφίζει ανάγλυφα με λέξεις την ατελείωτη μάχη ανάμεσα στη χειραφέτηση και την υποδούλωση, ανάμεσα στην Ελίτ και στους Ευτελείς, στους άρχοντες και στους αρχόμενους. Ως αλληγορικούς φορείς του Κέντρου και του Ελέγχου, το βιβλίο χρησιμοποιεί δύο βασικά θέματα: την παράνοια (τα πάντα διασυνδέονται) και τον μυστικισμό (τα πάντα είναι ένα). Η λύτρωση εντοπίζεται στη διαφυγή και από τα δύο, στην κατάρριψη των ορθολογικών υποστηριγμάτων της νεωτερικότητας και των καλλιτεχνικών τους αναλόγων, στην επαναμάγευση του κόσμου. Ο Πύνσον επαναδιαπραγματεύεται τα όρια ανάμεσα στο αποδεκτό και στο ανεπίτρεπτο, με το βλέμμα του στραμμένο στην αποδόμηση του Λευκού Ευρωπαίου Αρπακτικού και διεισδύοντας όχι στις συνωμοσίες της εξουσίας, αλλά στην εξουσία ως συνωμοσία.

Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «Οι ταινίες μικρού μήκους του Ντέιβιντ Λιντς» (1966 - 2010)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΤΟΥ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

«SIX MEN GETTING SICK»
«THE ALPHABET»
«THE GRANDMOTHER»
«THE COWBOY AND THE FRENCHMAN»
«LUMIERE»
«RABBITS»
«DUMBLAND»
«DARKENED ROOM»
«THE BOAT»
«LADY BLUE SHANGHAI»




     Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο κατόπιν πασίγνωστος Αμερικανός σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λιντς σπούδαζε ζωγραφική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Φιλαδέλφεια. Εκεί, το 1966, αξιοποίησε το εικαστικό του ταλέντο για την κατασκευή ενός μονόλεπτου κινουμένου σχεδίου με τίτλο Έξι άνδρες αρρωσταίνουν (Six Men Getting Sick), κατά τη διάρκεια του οποίου έξι χονδροειδείς και αλλόκοτες ανθρώπινες φιγούρες βλέπουν το στομάχι τους να μεγεθύνεται και αίμα να το κατακλύζει ώσπου πιάνουν φωτιά, ενώ ένας δυσάρεστος ήχος σειρήνας ακούγεται διαρκώς στο υπόβαθρο. Δεξιοτεχνικό μη αναπαραστατικό σχέδιο (χωρίς ομαλή κίνηση βεβαίως), επικείμενος αλλά ακαθόριστος κίνδυνος, βιολογικός εκφυλισμός – όλα αυτά διακρίνονται σε ένα φοιτητικό φιλμάκι ενός σπουδαστή ζωγραφικής ο οποίος «απλώς ήθελε να δει τους πίνακές του να κινούνται». Όχι σημαντικό από μόνο του αλλά σίγουρα προπομπός σπουδαιότερων πραγμάτων.
     Το 1968 ο Λιντς, με προτροπή της συζύγου του, προχώρησε τις εξερευνήσεις του συνθέτοντας κινούμενο σχέδιο με μαγνητοσκοπημένο φιλμ στο τετράλεπτο, έγχρωμο Αλφάβητο (The Alphabet). Εφιαλτικό και παράδοξο, μια συρραφή από παραισθητικές εικόνες σχετικές με τον τρόμο της ενηλικίωσης, την αδυσώπητη φύση του εκπαιδευτικού συστήματος και τα τέρατα της παιδικής ηλικίας, με ηχητική συνοδεία την τραγουδιστή απαγγελία της αλφαβήτας από ένα νήπιο. Τα πλάνα με τη νεαρή κοπέλα στο κρεβάτι είναι ανατριχιαστικά και μακάβρια, με έναν τρόπο αναγνωρίσιμο εκ των υστέρων ως «λυντσικό» – η συνταγή όμως δεν είναι πλήρης ακόμα και η ουσία μοιάζει να λείπει. Το 1970, ύστερα από τη συμβουλή ενός φίλου του και έχοντας κάποια μικρή φήμη, ο Λιντς ζήτησε χρηματοδότηση από το Αμερικανικό Κινηματογραφικό Ινστιτούτο (AFI) για να δημιουργήσει τη σχεδόν ημίωρη Γιαγιά (The Grandmother). Το έγχρωμο φιλμάκι συνδυάζει ξανά κινούμενο σχέδιο με μαγνητοσκοπημένο υλικό αλλά είναι πολύ πιο ώριμο, περιγράφοντας βωβά – χωρίς διαλόγους, μόνο με ηχητικά εφέ και μουσική – την ιστορία ενός ανώνυμου μικρού παιδιού το οποίο «σπέρνει», «ποτίζει» και τελικά «περισυλλέγει» μία ευαίσθητη γιαγιά, για να τον βοηθήσει να ξεπεράσει το άγχος της κακοποίησης και της αμέλειας από τους βίαιους, κτηνώδεις γονείς του. Με προσεγμένη εικαστική προσέγγιση κινούμενη μεταξύ ασπρόμαυρου και έγχρωμου εφιάλτη – η χρωματική παλέτα εσκεμμένα είναι περιορισμένη –, υπνωτιστική ροή, υπαινιγμούς διαστρεβλωμένης σεξουαλικής αφύπνισης, ασαφή αφήγηση και ιδιόρρυθμη, σκοτεινή ατμόσφαιρα – ο Λιντς έβαψε κατάμαυρο το εσωτερικό του σπιτιού του και το αξιοποίησε ως μινιμαλιστικό ντεκόρ –, πρόκειται ουσιαστικά για το πρώτο πλήρες κινηματογραφικό εγχείρημα του σκηνοθέτη. Τα θέματα της φρικώδους γέννησης, της κυκλικότητας της βιολογικής ζωής και της αλλόκοτης σεξουαλικότητας προοικονομούν ήδη το Eraserhead.

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «INLAND EMPIRE» (2006)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

INLAND EMPIRE

«INLAND EMPIRE»




     Τέταρτο και τελευταίο φιλμ του Ντέιβιντ Λιντς από την τρίτη περίοδο του κινηματογραφικού του έργου (από το προοίμιο του Υπόπτου κόσμου του Τουίν Πικς κι έπειτα) – εξαιρώντας τη «συμβατική» Αληθινή ιστορία ­–, δεν έχει την επιτυχία των προηγούμενων τριών αλλά σίγουρα προωθεί σε νέα, αδιανόητα άκρα τις μεθόδους και τις εμμονές του Αμερικανού σκηνοθέτη και σεναριογράφου, αντικαθιστώντας παράλληλα ορισμένες σταθερές των ταινιών του με νέες, δοκιμαζόμενες ιδέες και τεχνικές. Φαίνεται πως ο Λιντς και οι τακτικοί συνεργάτες του (όπως η επί δεκαπενταετία μοντέρ και πρώην σύζυγός του Μαίρη Σουίνι – εδώ και συμπαραγωγός), έχοντας τελειοποιήσει οριστικά το ύφος τους με την Οδό Μαλχόλαντ, αποφασίζουν να αλλάξουν ορισμένα πράγματα, να εγκαταλείψουν κάποια και να εφεύρουν άλλα, υποδεχόμενοι αισιόδοξα τον νέο αιώνα αλλά παραμένοντας πιστοί στη βασική συνταγή των προηγούμενων 15 ετών: κατακερματισμένη και μη γραμμική αφήγηση, θρυμματισμένες και εναλλασσόμενες ταυτότητες, διαπλεγμένοι υποκειμενικοί κόσμοι, πρωταγωνιστές στα όρια της ψύχωσης.
     Αυτή τη φορά το εύρημα της Χαμένης λεωφόρου και της Οδού Μαλχόλαντ δεν ισχύει πια. Αντί για έναν φανταστικό και έναν πραγματικό κόσμο οι οποίοι παρουσιάζονται στον θεατή ως εξίσου αληθινοί, ώσπου ο φανταστικός καταρρέει διαβρωνόμενος από το παράλογο και το εφιαλτικό στοιχείο (παραλλαγή της μη εμφανούς διάκρισης μεταξύ αληθινού κόσμου και κόσμου του ασυνειδήτου, στις πρώτες δύο περιόδους της λυντσικής φιλμογραφίας), έχουμε τώρα έναν καθαρά μεταμοντέρνο, αξεδιάλυτο ιστό στιγμών και ψυχικών καταστάσεων πλήρους υποκειμενισμού, χωρίς συγκεκριμένες, ευδιάκριτες σκηνές «μετάβασης» ή «μεταμόρφωσης» – οι εναλλαγές ταυτοτήτων, πραγματικοτήτων και υποπλοκών συμβαίνουν συνεχώς και απροειδοποίητα μετά την πρώτη από τις τρεις ώρες διάρκειας της ταινίας. Πριν από το μέσο του φιλμ, η αφήγηση έχει ενδοραγεί σε ένα αχανές, αχαρτογράφητο σύμπλεγμα αποσπασματικών και επαναλαμβανόμενων επεισοδίων το οποίο απεικονίζει τις περιπλανήσεις του νου της ηρωίδας κατά τη διάρκεια των συναισθηματικών της μεταβολών, χωρίς καμία χωροχρονική σύμβαση ή ίχνος αντικειμενισμού να διατηρείται. Για πρώτη φορά όλη η ταινία μοιάζει να εκτυλίσσεται στον μη-χώρο του ασυνειδήτου, αφορώντας θεματικά τις ψευδαισθήσεις που εκτρέφει η βιομηχανία του Χόλιγουντ, κατασκευάζοντας ταυτότητες και πλαστές εικόνες του εαυτού σε έναν κόσμο υπέρτατης κοινωνικής ανισότητας – οι νύχτες του Λος Άντζελες αποτελούν καταφύγιο της εξαθλίωσης, χώρο αστέγων και κακοποιούμενων ιερόδουλων. Εκεί είναι που η έκπτωτη, ετοιμοθάνατη πρωταγωνίστρια φτύνει αίμα στο πεζοδρόμιο με τις υπογραφές των αστέρων, αποτελώντας το αλληγορικό μέσον με το οποίο ο Λιντς φτύνει κατάμουτρα την ίδια τη βιομηχανία της διασκέδασης.