Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Λογοτεχνία: «Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας» (1973)

ΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΑΣ

«GRAVITY'S RAINBOW»



«…η ανθρώπινη συνείδηση, αυτή η φτωχή ανάπηρη, αυτή η παραμορφωμένη και καταδικασμένη ουσία, είναι έτοιμη να γεννηθεί. Αυτός είναι ο κόσμος πριν τους ανθρώπους. Πολύ έντονος και ορμητικός και ζωντανός και σε συνεχή ροή, τόσο που οι άνθρωποι δεν μπορούν να τον δουν γύρω τους. Μπορούν να τον δουν μόνο νεκρό, σε ακίνητα γεωλογικά στρώματα, αποσυντεθειμένο σε πετρέλαιο ή γαιάνθρακα. Ζωντανός, ήταν απειλή: ήταν οι Τιτάνες, ήταν μια κορύφωση της ζωής τόσο έντονη και έξαλλη, ένα φωτοστέφανο γύρω από το σώμα της Γης τόσο πράσινο, που έπρεπε να βρεθεί κάποιος καταστροφέας πριν τιναχτεί στον αέρα ολόκληρη η Δημιουργία. Έτσι σταλθήκαμε εμείς εδώ, οι ανάπηροι φύλακες, για να πολλαπλασιαστούμε, να κυριαρχήσουμε. Οι θεόσταλτοι καταστροφείς. Εμείς. Αντεπαναστάτες. Η αποστολή μας είναι να προωθούμε το θάνατο. Ο τρόπος που σκοτώνουμε, ο τρόπος που πεθαίνουμε, είναι μοναδικός σε όλα τα Πλάσματα. Ήταν κάτι που χρειάστηκε να βελτιώσουμε, ιστορικά και προσωπικά. Να το χτίσουμε από το μηδέν και να το φτάσουμε στη σημερινή του κατάσταση ως αντίδραση, σχεδόν με την ίδια δύναμη που έχει η ζωή, για να καταστείλουμε την πράσινη εξέγερση. Αλλά μόνο σχεδόν με την ίδια δύναμη.» (μετάφραση: Γιώργος Κυριαζής)



     Προς το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ το Λονδίνο σφυροκοπάται από γερμανικές ρουκέτες V-2 (τεχνολογικούς προδρόμους των διαστημικών πυραύλων), σε ένα πρώην άσυλο ψυχασθενών («Λευκή Οπτασία») έχει στηθεί μία συμμαχική επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου. Στόχος της είναι να διαχέει προπαγάνδα στη ναζιστική επικράτεια. Ταυτόχρονα, ο Αμερικανός Λοχαγός Ταϊρόν Σλόθροπ γίνεται αντικείμενο διακριτικής παρατήρησης από τους επικεφαλής της Λευκής Οπτασίας, όταν οι σεξουαλικές του περιπέτειες στο βομβαρδιζόμενο Λονδίνο καθιστούν αντιληπτό το παράδοξο γεγονός πως κάθε του στύση προηγείται χρονικά, κατά μερικές μέρες, της πρόσκρουσης ενός πυραύλου V-2 στο ακριβές εκείνο σημείο της πόλης. Αυτή είναι η αφετηρία μίας πολύμηνης περιπέτειας στην κατεστραμμένη, χαοτική, άνευ κρατικών συνόρων και υπό συμμαχική στρατιωτική κατοχή Ευρώπη της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου (τη «Ζώνη»), όπου για ελάχιστους μήνες τα πάντα μοιάζουν δυνατά και επιτρεπτά πριν η ήπειρος λάβει τη νέα της μορφή. Στόχος του να βρει μία μοναδική και μυστηριώδη Ρουκέτα τύπου V-2 με τον ακανόνιστο κωδικό παραγωγής 00000, που φαίνεται να περιέχει μία άγνωστη συσκευή κατασκευασμένη από το καινοτόμο συνθετικό πλαστικό «ιμιπόλεξ», ίδιο με αυτό στο οποίο είχε παλαιότερα εκτεθεί ακούσια ο Ταϊρόν ως νήπιο στο πλαίσιο πειραμάτων συμπεριφορικής ψυχολογίας… Την κεντρική ιστορία του Σλόθροπ συμπληρώνει ένας καμβάς από δεκάδες ακόμα ανάγλυφους χαρακτήρες, είτε επίσης περιπλανώμενους στη Ζώνη είτε επιφορτισμένους με την παρακολούθηση και παρατήρηση του ήρωα. Ορισμένοι από αυτούς έχουν παθιαστεί εξίσου με τη Ρουκέτα…
    Το 1973, ο απομακρυσμένος από τη δημοσιότητα Τόμας Πύνσον – συγγραφικός θρύλος σήμερα – παρέδωσε το αδιαμφισβήτητο magnum opus του, έχοντας ήδη εξελίξει το καθαρά προσωπικό του ύφος καθ’ όλη την προηγούμενη δεκαετία. Ο Πύνσον αποτελούσε επίγονο των μπίτνικ του ‘50, γνήσιο τέκνο της αντικουλτούρας του ’60, συνοδοιπόρο της Νέας Αριστεράς και καλλιτεχνικό προπομπό του μεταμοντέρνου αναρχισμού του ‘70. Το μυθιστόρημά του είναι ογκώδες, πολύπλοκο, πλούσιο, προκλητικό, αστείο, δυσανάγνωστο κι ωστόσο γοητευτικό. Παλεύοντας διανοητικά ενάντια σε κάθε όψη της νεωτερικής εμμονής με το Κέντρο και τον Έλεγχο, ο συγγραφέας αξιοποιεί μία εποχή ολικού πολιτισμικού μετασχηματισμού της Δύσης – τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – ως καμβά στον οποίον ζωγραφίζει ανάγλυφα με λέξεις την ατελείωτη μάχη ανάμεσα στη χειραφέτηση και την υποδούλωση, ανάμεσα στην Ελίτ και στους Ευτελείς, στους άρχοντες και στους αρχόμενους. Ως αλληγορικούς φορείς του Κέντρου και του Ελέγχου, το βιβλίο χρησιμοποιεί δύο βασικά θέματα: την παράνοια (τα πάντα διασυνδέονται) και τον μυστικισμό (τα πάντα είναι ένα). Η λύτρωση εντοπίζεται στη διαφυγή και από τα δύο, στην κατάρριψη των ορθολογικών υποστηριγμάτων της νεωτερικότητας και των καλλιτεχνικών τους αναλόγων, στην επαναμάγευση του κόσμου. Ο Πύνσον επαναδιαπραγματεύεται τα όρια ανάμεσα στο αποδεκτό και στο ανεπίτρεπτο, με το βλέμμα του στραμμένο στην αποδόμηση του Λευκού Ευρωπαίου Αρπακτικού και διεισδύοντας όχι στις συνωμοσίες της εξουσίας, αλλά στην εξουσία ως συνωμοσία.
    Ένα συγκαλυμμένο μανιφέστο του μεταμοντερνισμού σε κάθε του έκφανση, το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας αγγίζει σχεδόν κάθε όψη της γνώσης και της ύπαρξης, την περιπλέκει, την αποδομεί και την απεικονίζει μεταμορφωμένη στον αναγνώστη, προσπαθώντας να του μεταφέρει ένα αίσθημα επίγνωσης της εγγενώς παράλογης, αποδιοργανωμένης και ακατάληπτης φύσης του σύγχρονου κόσμου – ένα βιβλίο των πάντων με στόχο το τίποτα. Στις εκατοντάδες σελίδες του βιβλίου θα βρει κανείς υποπλοκές και αναφορές κυμαινόμενες από τον ναζιστικό αποκρυφισμό και τον εβραϊκό μυστικισμό μέχρι τη μαντεία των ταρώ, από τις εγκυκλοπαιδικές λεπτομέρειες εξισώσεων της οργανικής χημείας και της αεροδυναμικής μέχρι τεχνολογικές φαντασιώσεις με επιστημονική αφετηρία, από τη θρησκεία και την αίρεση μέχρι τα κόμικς υπερηρώων, από τη συνωμοσιολογία περί των Ιλουμινάτι μέχρι δολοπλοκίες και καρτέλ πολυεθνικών βιομηχανιών, από εξόριστους Αργεντινούς αναρχικούς μέχρι Σοβιετικούς κατασκόπους, από τη μαρξιστική διαλεκτική μέχρι τον Φρανκ Σινάτρα, από παιδόφιλους Ναζί μέχρι κοπρολάγνους Συμμάχους, από μαζοχίστριες πορνοστάρ μέχρι πανταχού παρόντες ρατσιστές. Σ’ αυτό το πολύχρωμο αφηγηματικό καλειδοσκόπιο, ο συγγραφέας έχει κεντήσει παράξενες ιστορίες δεύτερων χαρακτήρων, εξίσου γοητευτικές με τις ευφάνταστες περιπέτειες του Σλόθροπ στη Ζώνη. Όπως η πολύχρονη έχθρα του Σοβιετικού αξιωματικού Τσιτσέριν και του ετεροθαλούς αδερφού του Έντσιαν, ενός… Αφρικανού αξιωματικού των SS και «υποτακτικού» της Ρουκέτας, τα βάσανα της σοσιαλίστριας Λένι Πέκλερ στο μεσοπολεμικό Βερολίνο, ή η ταραχώδης ζωή του… ηλεκτρικού λαμπτήρα Μπάιρον.
    Το βιβλίο χαρακτηρίζουν οι τεράστιες αφηγηματικές παρεκβάσεις, η θρυμματισμένη σε δεκάδες νήματα μη γραμμική ιστορία με πολλαπλούς ανεξάρτητους αφηγητές, η απαιτητική, πυκνή και συνεχώς ελισσόμενη γραφή με περιόδους εκτεινόμενες σε παραγράφους, τα αμφίσημα λογοπαίγνια, οι εσωτερικοί μονόλογοι και οι ενότητες συνειρμικού τύπου. Ακόμα, οι σποραδικά και ανεξήγητα εμβόλιμοι στίχοι αλλοπρόσαλλων τραγουδιών που σχολιάζουν κωμικά τα δρώμενα, ένα τεράστιο και ετερόκλητο πλήθος χαρακτήρων οι περισσότεροι από τους οποίους εμφανίζονται ή αναφέρονται ελάχιστα, το περιοδικό γκρέμισμα του τέταρτου τοίχου με το κείμενο να απευθύνεται άμεσα στον αναγνώστη, τα σουρεαλιστικά ιντερμέδια, η τάση του συγγραφέα να συμπιέζει τα όρια μεταξύ φανταστικού και πραγματικού μέχρι εξαφάνισης, τα διάσπαρτα αποσπάσματα αφιερωμένα σε εξειδικευμένες τεχνικές λεπτομέρειες, οι συνεχείς αναφορές στη λαϊκή κουλτούρα της μεσοπολεμικής Γερμανίας, της Βρετανίας ή των ΗΠΑ, η δυναμική και αυτοτελής φύση της αφήγησης που μοιάζει κάποτε να «προσπαθεί» να παρατήσει την πλοκή ή τη μυθιστορηματική μορφή, η πλήρης αποσάθρωση της ιστορίας προς το φινάλε – συνοδευόμενη από εμφανώς παραισθητικά παραληρήματα – και ο γιγάντιος όγκος του (1000 σελίδες στην ελληνική έκδοση). Όλα αυτά, καθιστούν το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας ιδιαιτέρως δυσανάγνωστο και την κατανόησή του έναν μικρό άθλο – φαινόμενο που απαλύνεται μονάχα από τις διάσπαρτες χιουμοριστικές πινελιές. Αυτό φυσικά είναι και το μόνο – ωστόσο μοιραίο – ελάττωμα ενός μυθιστορήματος που ο συγγραφέας του κατέχει μία εξαιρετικά ευρεία γκάμα συγγραφικών μεθόδων και προσεγγίσεων. 
    Ο Πύνσον επιχειρεί να υπονομεύσει κάθε καλλιτεχνική σύμβαση όσον αφορά την πλοκή και την ανάπτυξη των χαρακτήρων, υπερβαίνοντας τους μοντερνιστές προδρόμους του των αρχών του 20ου αιώνα. Δίνει πληροφορίες και μετά τις αναιρεί, εισάγει χαρακτήρες και μετά τους αγνοεί, καταγράφει τις σκέψεις τους και μετά τις υπονομεύει από ουδέτερη σκοπιά. Στην πορεία καταρρίπτει και ανατρέπει κάθε επιβεβλημένο στην κοινωνία ταμπού ή κριτήριο καλού γούστου (όσον αφορά τη σεξουαλικότητα, τη βία, το ανθρώπινο σώμα, τις ψυχοτρόπες ουσίες), πνίγοντας γλαφυρά την αφήγηση σε κάθε τύπου σεξουαλική «διαστροφή», υβρεολόγιο ή νοσηρή βιαιότητα και περιγράφοντας περίπου κάθε χαρακτήρα – είτε με την πλευρά των Συμμάχων, είτε των Ναζί, είτε πρόσφυγα ή λιποτάκτη – ως ναρκομανή, σεξομανή, αλκοολικό, έκφυλο. Πεινασμένο όμως πάντα για μια αλήθεια, μια αγκαλιά ή μια αίσθηση του θαυμαστού μεγαλύτερη απ’ τον ίδιο, που θα φέρει στην επιφάνεια κάποια πολυπόθητη μετασχηματιστική και λυτρωτική ποιότητα. Έτσι, πέρα από τις λογοτεχνικές, κάθε άλλη σύμβαση ή προειλημμένη αντίληψη του αναγνώστη για τον Πόλεμο ή τα όρια του ηθικά επιτρεπτού αναιρείται σαρκαστικά από τον συγγραφέα, με τη σεξουαλική καταπίεση να συμπλέκεται με τη φροϋδική ορμή του θανάτου και να στηλιτεύεται ως πηγή κάθε δεινού και κάθε κυριαρχικής δομής: «Αλλά γιατί μας μαθαίνουν να νιώθουμε αντανακλαστική ντροπή όποτε προκύπτει αυτό το θέμα [ο σαδομαζοχισμός]; Γιατί το Σύστημα επιτρέπει όλες τις άλλες μορφές σεξουαλικής συμπεριφοράς εκτός από αυτήν; Διότι η υποταγή και η κυριαρχία είναι πρώτες ύλες που χρειάζεται για την επιβίωσή του. Δεν μπορούν να σπαταλιούνται σε ιδιωτικό σεξ. Σε οποιοδήποτε είδος σεξ. Χρειάζεται την υποταγή μας για να μπορεί να μείνει στην εξουσία. Χρειάζεται τους πόθους μας για κυριαρχία για να μπορεί να μας βάλει στο δικό του παιχνίδι εξουσίας. Δεν υπάρχει ηδονή σ’ αυτό, μόνο εξουσία. Να ‘σαι σίγουρος, αν ο σαδομαζοχισμός μπορούσε να επιβληθεί παγκόσμια, σε οικογενειακό επίπεδο, το Κράτος θα παρέλυε”. Αυτό είναι σαδοαναρχισμός, και ο Θάνατς είναι ο κορυφαίος θεωρητικός του στη Ζώνη αυτή την εποχή.» 
    Το δυσανάγνωστο του βιβλίου και η ασυνήθιστη δομή του συνιστούν εσκεμμένα χαρακτηριστικά του, ίσως έναν παραλληλισμό με την τερατώδη και τεχνητή πολυπλοκότητα ενός νεωτερικού κοινωνικού περιβάλλοντος ακατάληπτου για τον κοινό νου. Δεν είναι καθόλου συμπτωματικός ο περίπλοκος ιστός σχέσεων, εξαρτήσεων και παρασκηνιακών διασυνδέσεων μεταξύ πολυεθνικών εταιρειών, ερευνητών και κυβερνήσεων, ο οποίος αποκαλύπτεται σταδιακά στο υπόβαθρο της ιστορίας. Πρόκειται για έναν τρόπο σχολιασμού του μοντέρνου κόσμου, μίας ψευδούς μεγάλης αφήγησης συγκροτημένης από την εξουσία για τους ιδιοτελείς σκοπούς της, ώστε να κρυφθεί το απλό γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός είναι ερωτευμένος με τον θάνατο. Πολύτιμο βοήθημα στο έργο του συγγραφέα είναι η Επιστήμη της νεωτερικότητας, η σύγχρονη ιερή αφήγηση της Προόδου δια της τεχνολογίας, τόσο ως εργαλείο στην υπηρεσία του Ελέγχου όσο και ως μύθος νομιμοποιητικός του Κέντρου. Η φαλλική Ρουκέτα, σύμβολο της τεχνοκρατίας και της ανάπτυξης, δηλαδή της πεμπτουσίας του μοντέρνου εγχειρήματος, είναι το υπέρτατο σύμβολο της τεχνοεπιστήμης χάρη στην εγγενώς διπλή της φύση: μπορεί να ανοίξει στην Ανθρωπότητα τον δρόμο για τ’ αστέρια, αλλά και να καταστρέψει τον κόσμο σε μια φονική φωτιά.
    Από τον θεμελιώδη αυτόν συμβολισμό, μιας έννοιας και μιας αντίφασης που απλώνει τα δίχτυα της παντού στον 20ο αιώνα, προκύπτει τόσο η εμφανής παράνοια του ήρωα, αφού «τα πάντα συνδέονται με τα πάντα» σε ένα πλέγμα ύποπτων εξαρτήσεων και επιρροών με σκοτεινά κίνητρα το οποίο νιώθει αναγκασμένος να ξεδιαλύνει, όσο και η λατρεία της Ρουκέτας που διατρέχει το βιβλίο, οι εμμονές αρκετών χαρακτήρων μαζί της. Είδωλο της σχιζοφρένειας ενός πλανήτη βυθισμένου στη αχλή της «ορθολογικής» επιστήμης, του «αποτελεσματικού» κεντρικού σχεδιασμού, του «αποδοτικού» συγκεντρωτικού ελέγχου, των «καλοκουρδισμένων» μηχανιστικών συστημάτων, μα στην πραγματικότητα άλλης μιας παραπλανητικής μεγάλης αφήγησης. Ενός αντιπερισπασμού στοχευμένου να αποκρύπτει την παραφροσύνη, τον κατακερματισμό, την παράλογη ιεραρχική δόμηση του δυτικού πολιτισμού. Την συγκαλυμμένη λατρεία του για τον θάνατο και την καταστροφή, πηγή κάθε ισχύος και του πλούτου που αυτή επιφέρει. Τη σκοτεινή όψη της νεωτερικότητας, του νευρωτικού τέκνου του Διαφωτισμού, και των ελίτ που τη διαχειρίζονται («αυτή είναι η πιο καθαρή μορφή ευρωπαϊκής περιπέτειας»). Κι εμείς, για τον Πύνσον όπως και για κάθε μεταμοντέρνο, δεν κινούμαστε παρά μέσα στο άδοξο τέλος της Ιστορίας, μάρτυρες της βύθισής της σε μία σταδιακή και αναπόδραστη παγωμένη παρακμή, όπου τα πάντα απλώς ανακυκλώνονται και το νόημα χάσκει χαμένο για πάντα.
    Ο συγγραφέας, για να πετύχει τον στόχο του, συνθέτει τη φόρμα του ιστορικού μυθιστορήματος με κάποια αύρα επιστημονικής φαντασίας, διηγούμενος μία εναλλακτική, υπόγεια ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου εστιασμένη όχι τόσο στη σκιαγράφηση χαρακτήρων, όσο στην απόδοση μιας αίσθησης για τους θανατηφόρους, κρυφούς μηχανισμούς με τους οποίους λειτουργεί ο πολιτισμός μας στα παρασκήνια, ως συνολικό σύστημα: «Η ιστορία με τους Γερμανούς και τους Ιάπωνες ήταν μόνο μία, κάπως σουρεαλιστική, εκδοχή του πραγματικού Πολέμου. Ο πραγματικός Πόλεμος διεξάγεται σε μόνιμη βάση. Οι θάνατοι μειώνονται πού και πού. Αλλά ο Πόλεμος σκοτώνει ακόμα πολλούς ανθρώπους. Μόνο που τώρα τους σκοτώνει με πιο διακριτικούς τρόπους. Πολλές φορές, με τρόπους τόσο περίπλοκους που ακόμα κι εμείς, σ’ αυτό το επίπεδο, δεν μπορούμε να τους ανιχνεύσουμε. Αλλά πάντα πεθαίνουν οι σωστοί άνθρωποι, όπως και όταν μάχονται οι στρατοί. Αυτοί που, στη βασική εκπαίδευση, στέκονται στη μέση της διάταξης των πολυβόλων. Αυτοί που δεν έχουν εμπιστοσύνη στους λοχίες τους. Αυτοί που ολισθαίνουν και δείχνουν μια στιγμή αδυναμίας στον Εχθρό. Αυτοί είναι που ο Πόλεμος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει, κι έτσι πεθαίνουν. Και οι σωστοί επιζούν.» Ή ακόμα: «Όχι, δεν έχουμε ειρήνη. Κι αυτό προπαγάνδα είναι. Κάτι που διαδίδει η P.W.E. Λοιπόν κύριοι, όπως έχετε δει από τις μελέτες, η καλύτερη στιγμή είναι η 8η Μαΐου, λίγο πριν την παραδοσιακή μας έξοδο της Πεντηκοστής, τα σχολεία είναι κλειστά, οι προβλέψεις για τον καιρό μιλάνε για μια εξαιρετική εποχή για τις καλλιέργειες, η ζήτηση για κάρβουνο αρχίζει την εποχιακή της κάμψη, δίνοντάς μας έτσι μια περίοδο χάριτος αρκετών μηνών για να ορθοποδήσουν τα συμφέροντά μας στο Ρουρ – όχι, βλέπει μόνο τα ίδια ρεύματα εξουσίας, τις ίδιες ένδειες μέσα στις οποίες σφάδαζε από το ’39. Η κοπέλα του θα πρέπει να πάει στη Γερμανία, όπου μάλλον θα αποστρατευτεί όπως όλοι. Δεν υπάρχει κανένα κανάλι με αντίθετη φορά για να τους δώσει κάποια ελπίδα διαφυγής. Ακόμα κάτι γίνεται, μην το πείτε “πόλεμο” αν αυτό σας δημιουργεί νευρικότητα, ίσως το ποσοστό θανάτου έχει πέσει μια-δυο μονάδες, κυκλοφορεί και πάλι η μπύρα σε κουτάκια, και όντως υπήρχε πολύς κόσμος στην πλατεία Τραφάλγκαρ κάποια νύχτα τώρα πρόσφατα… αλλά η επιχείρησή Τους συνεχίζεται.» Και επίσης: «Μην ξεχνάς ότι το πραγματικό αντικείμενο του πολέμου είναι η αγορά και η πώληση. Ο φόνος και η βία είναι αυτό-αστυνόμευση, και μπορούν να ανατεθούν σε μη επαγγελματίες. Η μαζική φύση του θανάτου σε περίοδο πολέμου είναι χρήσιμη κατά πολλές έννοιες. Χρησιμεύει ως θέαμα, ως αντιπερισπασμός από τις πραγματικές κινήσεις του Πολέμου. Προμηθεύει πρώτη ύλη η οποία θα καταγραφεί στην Ιστορία, έτσι ώστε τα παιδιά να διδάσκονται την Ιστορία ως αλληλουχία βίας, μάχη με μάχη, και να προετοιμάζονται για τον κόσμο των μεγάλων. Και, το καλύτερο απ’ όλα, ο μαζικός θάνατος είναι ένα ερέθισμα για τον απλό κοσμάκη, τα ανθρωπάκια, για να προσπαθούν να αρπάξουν ένα κομμάτι από την πίτα όσο βρίσκονται εδώ για να το καταπιούν. Ο πραγματικός πόλεμος είναι ένα πανηγύρι αγορών. Οργανικές αγορές, που με πολλή προσοχή οι επαγγελματίες τιτλοφορούν “μαύρες”, ξεπηδούν παντού. Τα δολάρια, οι στερλίνες και τα μάρκα του ράιχ εξακολουθούν να κινούνται, αυστηρά σαν σε κλασικό μπαλέτο, μέσα στις αντισηπτικές μαρμάρινες αίθουσές τους. Εδώ έξω όμως, εδώ κάτω ανάμεσα στους ανθρώπους, γεννιούνται τα αληθινά νομίσματα. Έτσι, οι Εβραίοι γίνονται εμπορεύσιμοι. Τόσο εμπορεύσιμοι όσο τα τσιγάρα, το μουνί ή οι σοκολάτες Χέρσι.»
    Ο Πύνσον υπονομεύει την επίσημη εξουσιαστική αφήγηση περί του Πολέμου από τη σκοπιά των απόκληρων, των στερούμενων κάθε ισχύος και, επομένως, ικανών να διακρίνουν με σαφήνεια το διάχυτο, ασφυκτικά καθολικό πλέγμα των σχέσεων εξουσίας. Συνεπής με την αχρονική αντίληψη της ιστορικής ανακύκλωσης χωρίς προδιαγεγραμμένο προορισμό, προεκτείνει αυτόν του τον αντίλογο στο παρόν της συγγραφής (αρχές του ’70, όταν είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται η οριστική ήττα της αντικουλτούρας εν μέσω της αντεπανάστασης του Νίξον) μέσω διακριτικών παραλληλισμών. Οι τελευταίες 100 σελίδες κρύβουν το κλειδί της αποκρυπτογράφησης του κειμένου, με καβαλιστικές φλυαρίες του εβραϊκού μυστικισμού, ανακλώμενες και στην οργανωτική δομή του βιβλίου όπως έχει φέρει στο φως η ανάλυση του Weisenburger, να τονίζουν μία ανάγκη επιστροφής σε μία αρχέγονη καθολική ενότητα στον πυρήνα της ύπαρξης. Όλα δηλωτικά μιας ατέρμονης προσπάθειας για τον εντοπισμό κάποιου εγγενούς, κρυμμένου νοήματος στην επίγεια παρουσία μας, πολύ πριν ο Διαφωτισμός προσδώσει ορθολογικό χαρακτήρα σ’ αυτή την αναζήτηση: «Για παράδειγμα, κάποιοι από τους Θεμελιωτές της Αμερικής ήταν Μασόνοι. Κυκλοφορεί μια θεωρία ότι οι ΗΠΑ ήταν, και είναι ακόμα, μια γιγάντια μασονική συνωμοσία κάτω από τον έλεγχο μιας ομάδας γνωστής ως Ιλουμινάτι. Είναι δύσκολο να κοιτάς το παράξενο μοναδικό μάτι που στεγάζει την πυραμίδα που υπάρχει στο χαρτονόμισμα του ενός δολαρίου, και να μην αρχίσεις να πιστεύεις αυτή την ιστορία, έστω και λίγο. Πάρα πολλοί αναρχικοί στην Ευρώπη του 19ου αιώνα – ο Μπακούνιν, ο Προυντόν, ο Σαβέριο Φρίσα – ήταν Μασόνοι, και αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Οι εραστές των παγκόσμιων συνωμοσιών, που δεν είναι όλοι Καθολικοί, μπορούν πάντα να υπολογίζουν στους Μασόνους για να νιώσουν λίγο τρόμο και λίγο κενό, όταν όλα τα υπόλοιπα δεν επιδρούν πια… …Όταν ο Μπλαντ έγινε μέλος τους, οι Μασόνοι είχαν πια εδώ και πάρα πολύ καιρό εκφυλιστεί σε επιχειρηματική λέσχη. Είναι πράγματι κρίμα. Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες κάθε είδους, ανά τους αιώνες, είχαν κάνει να ατροφήσουν κάποιοι αισθητήριοι δέκτες και κάποιες περιοχές του ανθρώπινου εγκεφάλου, έτσι ώστε, για τους περισσότερους από τους συμμετέχοντες, οι σημερινές τελετουργίες δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια φτηνή μασκαράτα… …Η μαγεία σ’ αυτές τις μασονικές τελετές είναι πάρα πολύ παλιά. Και εκείνες τις εποχές λειτουργούσε. Καθώς περνούσε ο καιρός, και άρχισε να χρησιμοποιείται για θέαμα, για να στερεοποιήσει αυτό που ήταν απλά κοσμική μορφή εξουσίας, άρχισε να χάνει τη δραστικότητά της. Αλλά οι λέξεις, οι κινήσεις και ο μηχανισμός έχουν μεταφερθεί λίγο-πολύ πιστά μέσα στις χιλιετίες, μέσα από τον ζοφερό εξορθολογισμό του Κόσμου, κι έτσι η μαγεία υπάρχει ακόμα, αν και σε λανθάνουσα μορφή, και το μόνο που χρειάζεται για να ζωντανέψει είναι να αγγίξει το κατάλληλο ευαίσθητο μυαλό.»
    Στον αντίποδα, βρίσκει κανείς συνεχείς αναφορές στη διάλυση, την πολυδιάσπαση, την έλλειψη κεντρικής αρχής, βαθέως νοήματος και ενοποιητικής λειτουργίας: ένας κόσμος σε συνεχή μετασχηματισμό, με μυριάδες ασυντόνιστες εστίες αλλαγής χωρίς πραγματικό στόχο. Έτσι, το μοντέρνο εγχείρημα που στιγμάτισε τη νεωτερικότητα, φθάνοντας στην κορύφωσή του με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πνιγμένο στην επιστήμη, στον θετικισμό, στις τεχνολογίες του ελέγχου και στην καθολική υποταγή σε κάποιο άπιαστο ορθολογικό σχέδιο, παραλληλίζεται με μυστικιστικές ψευδαισθήσεις. Το νόημα είναι άφαντο, η ολιστική γνώση του κόσμου αδύνατη, η Πρόοδος ένας μύθος, η υπεσχημένη ουτοπία τίποτε άλλο από ένας ξερότοπος της Ιστορίας, πλασμένος από τα ψέματα της εξουσίας και ποτισμένος με αίμα: «Νομίζω πως υπάρχει μια τρομερή πιθανότητα τώρα, μέσα στον Κόσμο. Δεν μπορούμε να την παραμερίσουμε, πρέπει να την κοιτάξουμε κατάματα. Είναι πιθανό ότι Εκείνοι δεν θα πεθάνουν. Ότι είναι δυνατόν πλέον γι’ αυτούς να ζούνε αιώνια – αν και εμείς, φυσικά, θα συνεχίσουμε να πεθαίνουμε όπως πάντα. Ο Θάνατος ήταν πάντοτε η πηγή της δύναμής τους. Ήταν εύκολο για εμάς να το δούμε αυτό. Αν ερχόμαστε εδώ μόνο για μια φορά, τότε προφανώς έχουμε έρθει για να πάρουμε ό,τι μπορούμε για όσο μπορούμε. Αν Εκείνοι έχουν πάρει πολύ περισσότερα, όχι μόνο από τη Γη αλλά και από εμάς – γιατί να Τους φθονούμε, αφού είναι καταδικασμένοι να πεθάνουν, όπως κι εμείς; Είμαστε όλοι στο ίδιο καζάνι, και βράζουμε μαζί… ναι, ναι. Αλλά είναι αλήθεια αυτό; Ή μήπως είναι το καλύτερο και το πιο προσεκτικά διαδεδομένο απ’ όλα τα ψέματά Τους, γνωστά και άγνωστα; Πρέπει να συνεχίσουμε έχοντας υπόψη την πιθανότητα ότι πεθαίνουμε μόνο γιατί το θέλουν Εκείνοι: γιατί Εκείνοι έχουν ανάγκη για την επιβίωσή Τους τον δικό μας τρόμο. Εμείς είμαστε η σοδειά Τους…»
    Από το ξεγύμνωμα αυτό, το μόνο που μένει είναι ένα συνονθύλευμα αποκλινόντων αντιλήψεων, πάντα πιασμένων στην τεχνοεπιστημονική μέγγενη της νεωτερικής εξουσίας: «Η Ρουκέτα πρέπει να επιβιώσει από αιρέσεις ισχυρές, που δεν μπορούν να ανατραπούν… και θα υπάρξουν αιρετικοί: γνωστικοί που έχουν φτάσει μέσα σε μια ροή ανέμου και φωτιάς ως τους θαλάμους του Θρόνου της Ρουκέτας… Καββαλιστές που μελετούν τη Ρουκέτα σαν Τοράχ, γράμμα με γράμμα – καρφιά, καυστήρες και μπρούντζινες πυξίδες, το κείμενό της είναι στη διάθεσή τους για να το μεταλλάξουν και να το συνδυάσουν σε νέες αποκαλύψεις, που πάντα θα ξεδιπλώνονται… Μανιχαϊστές που βλέπουν δύο Ρουκέτες, μία καλή και μια κακή, που μιλούν μαζί στην ιερά ιδιόλεκτο των Αρχέγονων Διδύμων (κάποιοι λένε πως τα ονόματά τους είναι Έντσιαν και Μπλίτσερο), μιας καλής Ρουκέτας που θα μας πάει στ’ αστέρια και μιας κακής Ρουκέτας για την αυτοκτονία του Κόσμου, και οι δυο τους θα μάχονται αιώνια. Αλλά αυτοί οι αιρετικοί θα κυνηγηθούν και το κράτος της σιωπής θα μεγαλώσει καθώς θα σκοτώνονται ένας-ένας… όλοι θα κυνηγηθούν. Ο καθένας θα έχει την προσωπική του Ρουκέτα.» Η καθολική, αντικειμενική γνώση του κόσμου μέσω του ορθού λόγου, αυτό το άγιο δισκοπότηρο της διαφωτιστικής σκέψης, στιγματίζεται έτσι ως ένα άπιαστο όνειρο, ένα καθησυχαστικό παραμύθι των ισχυρών που προϋποθέτει την επιβολή της δικής τους αλήθειας ως μοναδικής, παγκόσμιας αλήθειας – οι αντιρρησίες όμως θα υπάρχουν για πάντα και δεν θα απαλλαγούν ποτέ από τους διώκτες τους.
    Η εντροπική φύση της σταδιακά αποσαθρωνόμενης αφήγησης αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτούς τους προβληματισμούς, σε μία σπάνια σύζευξη φόρμας και περιεχομένου. Το ίδιο και η εμμονή του συγγραφέα με τη σκιαγράφηση θετικιστών επιστημόνων ως τραγικών χαρακτήρων, όπως ο Ρότζερ Μέξικο ή ο Πόιντσμαν, οι οποίοι προσπαθούν να προδιαγράψουν την ίδια τους τη ζωή στα μοτίβα ελεγχόμενων εργαστηριακών πειραμάτων ή μαθηματικών μοντέλων με αφετηρία απλουστευτικές παραδοχές, αποτυγχάνοντας τελικά παταγωδώς. Ωστόσο, παρά την ολική κατάρρευση του θετικισμού όταν αυτός έρχεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα, η Επιστήμη συνεχίζει να κυριαρχεί – με κάθε αρνητική χροιά του εν λόγω ρήματος – γιατί αυτό συμφέρει την εξουσία. Ο συγγραφέας προσπαθεί, και πετυχαίνει, να μην υπάρχει αναγνώστης που θα τελειώσει το βιβλίο χωρίς να έχει έρθει ένα βήμα εγγύτερα στη συνειδητοποίηση του «πόσο πολύ το σύμβολο του διπλού ολοκληρώματος μοιάζει με το έμβλημα των SS».
    Η άλογη πολυδιάσπαση και συνύπαρξη πολλαπλών ασύμβατων στοιχείων αντικατοπτρίζεται στην ίδια τη φύση του βιβλίου, που μοιάζει να συμπεριλαμβάνει τα πάντα χωρίς ποτέ να τα συναρμολογεί σε κάποιο ενιαίο όλον – έστω κι αν περιοδικά υπονοείται πως ένα τέτοιο καθολικό όραμα υπάρχει και το περίγραμμά του μπορεί να αποκαλυφθεί ανά πάσα στιγμή, όπως ακριβώς υποσχόταν ο Διαφωτισμός. Η κεντρική συνωμοσία τελικά δεν ξεδιαλύνεται πλήρως, η μεγάλη εικόνα παραμένει εκτός εστίασης, οι συμβατικές αναγνωστικές μας προσδοκίες προσκρούουν στο συγγραφικό τείχος του επιστημολογικού σχετικισμού και χάνονται στον αφηγηματικό λαβύρινθο της εξάλειψης του νοήματος. Διαλύονται με τρόπο βασανιστικό, επίπονο, σαδιστικό σχεδόν για τον περιστασιακό αναγνώστη, μετατρέποντας την κάθε παράγραφο σε συναρπαστικό πεδίο μάχης και την ίδια τη σχέση μας με το μυθιστόρημα σε πόλεμο χωρίς βέβαιο νικητή.
    Τα περισσότερα νήματα της πλοκής, βεβαίως, αρχίζουν να συγκλίνουν ήδη μετά τα 2/3 του βιβλίου για λόγους αφηγηματικής οικονομίας. Όμως η σκοτεινή και αποτρόπαια κορύφωση του φινάλε – μία πολυαναμενόμενη αναδρομή στη στιγμή της χρησιμοποίησης της 00000 πριν τη λήξη του Πολέμου, την ημέρα του Πάσχα του 1945 – φθάνει πολύ μετά την ουσιαστική «εξαφάνιση» του πρωταγωνιστή Σλόθροπ από την ιστορία, τη διάλυση μιας προσωπικότητας τεχνητά συγκροτημένης και με κόπο συγκρατημένης (μέχρι τότε) ως ενιαίας. Ο Άνθρωπος της Ρουκέτας, ο μοντέρνος Άνθρωπος, ο Τρελός των ταρώ, ο αναζητητής του νοήματος, το γέννημα της Επιστήμης, ο ξεριζωμένος αντιήρωας με την κλεμμένη ταυτότητα και τους ακατανόητους στόχους, έχει ήδη κατακερματιστεί και το απρόσμενο τέλος γράφεται με τη «σταυρική» θυσία της αθωότητας. Όποιος αναγνώστης έχει αντέξει ως εκεί, με έναν πύραυλο στραμμένο πάνω του στην τελευταία σελίδα, ανταμείβεται με την πραγματική εικόνα της Δύσης – βγαλμένη από την Κόλαση. Όπως και το ίδιο αυτό το βιβλίο.