Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: «INLAND EMPIRE» (2006)

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΙΝΤΣ

Κινηματογράφος: Eraserhead (1977, «Eraserhead»)
Κινηματογράφος: Ντιουν (1984, «Dune»)

INLAND EMPIRE

«INLAND EMPIRE»




     Τέταρτο και τελευταίο φιλμ του Ντέιβιντ Λιντς από την τρίτη περίοδο του κινηματογραφικού του έργου (από το προοίμιο του Υπόπτου κόσμου του Τουίν Πικς κι έπειτα) – εξαιρώντας τη «συμβατική» Αληθινή ιστορία ­–, δεν έχει την επιτυχία των προηγούμενων τριών αλλά σίγουρα προωθεί σε νέα, αδιανόητα άκρα τις μεθόδους και τις εμμονές του Αμερικανού σκηνοθέτη και σεναριογράφου, αντικαθιστώντας παράλληλα ορισμένες σταθερές των ταινιών του με νέες, δοκιμαζόμενες ιδέες και τεχνικές. Φαίνεται πως ο Λιντς και οι τακτικοί συνεργάτες του (όπως η επί δεκαπενταετία μοντέρ και πρώην σύζυγός του Μαίρη Σουίνι – εδώ και συμπαραγωγός), έχοντας τελειοποιήσει οριστικά το ύφος τους με την Οδό Μαλχόλαντ, αποφασίζουν να αλλάξουν ορισμένα πράγματα, να εγκαταλείψουν κάποια και να εφεύρουν άλλα, υποδεχόμενοι αισιόδοξα τον νέο αιώνα αλλά παραμένοντας πιστοί στη βασική συνταγή των προηγούμενων 15 ετών: κατακερματισμένη και μη γραμμική αφήγηση, θρυμματισμένες και εναλλασσόμενες ταυτότητες, διαπλεγμένοι υποκειμενικοί κόσμοι, πρωταγωνιστές στα όρια της ψύχωσης.
     Αυτή τη φορά το εύρημα της Χαμένης λεωφόρου και της Οδού Μαλχόλαντ δεν ισχύει πια. Αντί για έναν φανταστικό και έναν πραγματικό κόσμο οι οποίοι παρουσιάζονται στον θεατή ως εξίσου αληθινοί, ώσπου ο φανταστικός καταρρέει διαβρωνόμενος από το παράλογο και το εφιαλτικό στοιχείο (παραλλαγή της μη εμφανούς διάκρισης μεταξύ αληθινού κόσμου και κόσμου του ασυνειδήτου, στις πρώτες δύο περιόδους της λυντσικής φιλμογραφίας), έχουμε τώρα έναν καθαρά μεταμοντέρνο, αξεδιάλυτο ιστό στιγμών και ψυχικών καταστάσεων πλήρους υποκειμενισμού, χωρίς συγκεκριμένες, ευδιάκριτες σκηνές «μετάβασης» ή «μεταμόρφωσης» – οι εναλλαγές ταυτοτήτων, πραγματικοτήτων και υποπλοκών συμβαίνουν συνεχώς και απροειδοποίητα μετά την πρώτη από τις τρεις ώρες διάρκειας της ταινίας. Πριν από το μέσο του φιλμ, η αφήγηση έχει ενδοραγεί σε ένα αχανές, αχαρτογράφητο σύμπλεγμα αποσπασματικών και επαναλαμβανόμενων επεισοδίων το οποίο απεικονίζει τις περιπλανήσεις του νου της ηρωίδας κατά τη διάρκεια των συναισθηματικών της μεταβολών, χωρίς καμία χωροχρονική σύμβαση ή ίχνος αντικειμενισμού να διατηρείται. Για πρώτη φορά όλη η ταινία μοιάζει να εκτυλίσσεται στον μη-χώρο του ασυνειδήτου, αφορώντας θεματικά τις ψευδαισθήσεις που εκτρέφει η βιομηχανία του Χόλιγουντ, κατασκευάζοντας ταυτότητες και πλαστές εικόνες του εαυτού σε έναν κόσμο υπέρτατης κοινωνικής ανισότητας – οι νύχτες του Λος Άντζελες αποτελούν καταφύγιο της εξαθλίωσης, χώρο αστέγων και κακοποιούμενων ιερόδουλων. Εκεί είναι που η έκπτωτη, ετοιμοθάνατη πρωταγωνίστρια φτύνει αίμα στο πεζοδρόμιο με τις υπογραφές των αστέρων, αποτελώντας το αλληγορικό μέσον με το οποίο ο Λιντς φτύνει κατάμουτρα την ίδια τη βιομηχανία της διασκέδασης.
     Κύρια ιδέα της πλοκής είναι η σύγχυση μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας στο μυαλό μιας περιθωριοποιημένης αστέρα του Χόλιγουντ, της Νίκι (Λώρα Ντερν), όταν αυτή πρωταγωνιστεί σε μια νέα ταινία («Θλιμμένα αύριο») ενός διάσημου σκηνοθέτη (Τζέρεμι Άιρονς). Η ταινία αφορά την εξωσυζυγική σχέση μεταξύ της Σούζαν και του Μπιλ, η οποία μοιάζει να αντανακλά τον εξωσυζυγικό ερωτικό δεσμό που αναπτύσσεται κατά τα γυρίσματα μεταξύ της Νίκι και του συμπρωταγωνιστή της Ντέβον (Τζάστιν Θερού). Συν τοις άλλοις, τα «Θλιμμένα αύριο» λέγεται πως είναι ριμέικ μίας πολωνογερμανικής παραγωγής ονόματι «47» η οποία δεν τελείωσε ποτέ, καθώς το σενάριο ήταν καταραμένο και οι πρωταγωνιστές δολοφονήθηκαν. Φόβοι περί της μοιχείας, περί του φόνου αλλά και περί της ερμηνευτικής της επάρκειας μοιάζουν να κυριεύουν τον νου της Νίκι, καθώς ταυτίζεται όλο και περισσότερο με τον ρόλο της Σούζαν και βυθίζεται μέσα του. Μετά την πρώτη ώρα του INLAND EMPIRE η μεταμυθοπλαστική αφήγηση βουτά στα ενδότερα του μυαλού της και δεν επιστρέφει ποτέ, καθώς παρακολουθούμε αποσπάσματα των «Θλιμμένων αύριο» ενώ γυρίζονται (χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ως θεατές ότι πρόκειται για μυθοπλασία, παρά μόνο προς το φινάλε), ανάκατα με φαντασιώσεις της και παράλληλες υποπλοκές – μυστηριώδεις και ανεξήγητες – όπου εμπλέκονται πρόσωπα της ζωής της Νίκι με αλλαγμένες και εναλλασσόμενες ταυτότητες, μα και μία θλιμμένη γυναίκα παγιδευμένη σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου η οποία παρακολουθεί στην τηλεόραση το INLAND EMPIRE (!) και θα μπορούσε να είναι η Πολωνέζα πρωταγωνίστρια του «47»…
     Τα μοτίβα της μοιχείας, του φόνου και της οικογενειακής διαταραχής διατρέχουν όλες αυτές τις ιστορίες, αλλά καμία συγκεκριμένη πλοκή δεν είναι ευδιάκριτη από ένα σημείο κι έπειτα· μάλλον δεν αποτελεί σύμπτωση το ότι το σενάριο γραφόταν ταυτόχρονα με τα γυρίσματα. Είναι προφανές ότι ο Λιντς αξιοποίησε τη Νίκι ως αφορμή και ως μινιμαλιστικό καμβά, πάνω στον οποίον «ζωγράφισε» ένα πλήθος από ιδέες και ετερογενή καλλιτεχνικά εγχειρήματα. Ταυτόχρονα – πέρα από την κριτική στη βιομηχανία του Χόλιγουντ – φαίνεται να εξυμνεί με αυτοαναφορικό τρόπο την εν δυνάμει λυτρωτική ισχύ της κινηματογραφικής εικόνας (ενδεικτική η σκηνή του εναγκαλισμού της ηρωίδας με την εγκλωβισμένη κοπέλα-τηλεθεατή στο φινάλε, οδηγώντας την τελευταία στην ευτυχή επανένωση με τον σύζυγό της), επιβεβαιώνοντας τη δυαδικότητα των πάντων κατά την κλασική λυντσική ηθική, ενώ παράλληλα σχολιάζονται διακριτικά οι στενές και απροσδόκητες σχέσεις μεταξύ θεατή και ηθοποιών, ηθοποιών και χαρακτήρων.
     Το σημαντικότερο στοιχείο του INLAND EMPIRE είναι ο τόνος του. Σκοτεινό, υπνωτιστικό, ανηλεές και αποπνικτικό, το φιλμ παραπέμπει στο εισαγωγικό ημίωρο της Χαμένης λεωφόρου και από τη σκοπιά της δομής λειτουργεί σαν ένας υπαρξιακός εφιάλτης με καθαρά ονειρική υφή, η οποία φέρνει στο μυαλό τη συνειρμική «αφήγηση» ενός διαδικτυακού υπερκειμένου. Έτσι δοκιμάζονται στο σινεμά αφηγηματικές μέθοδοι μεταμοντέρνων λογοτεχνών όπως ο Τόμας Πύνσον. Σποραδικά οι αιθέριες νότες (όχι του Μπανταλαμέντι, για πρώτη φορά από την εποχή του Ντιουν!) και τα τραγούδια της μουσικής επένδυσης, αλλά και ορισμένα εμβόλιμα χορευτικά νούμερα το διαποτίζουν με ίχνη αθωότητας και αναλαμπές φωτός, παραμένει όμως το πιο «δυσάρεστο» για τον θεατή δημιούργημα του Λιντς. Η αίσθηση αυτή επιτείνεται από την έλλειψη του απίστευτου ατμοσφαιρικού στυλιζαρίσματος στο οποίο μας είχαν συνηθίσει ο σκηνοθέτης και οι συνεργάτες του: εδώ δοκιμάζουν το μεσαίας ποιότητας ψηφιακό βίντεο τυπικής ανάλυσης και την ασταθή κάμερα στο χέρι, με αποτέλεσμα ψευδοντοκιμαντερίστικο ύφος και «βρώμικη», ακατέργαστη εικόνα με κόκκο η οποία – ειλικρινά – δεν είναι εύκολα ανεκτή επί ένα τρίωρο, αν και μοιάζει να τονίζει την εικονική φύση των δρώμενων και να αποκρύπτει εσκεμμένα οπτική πληροφορία από τον θεατή, προκειμένου να ερεθίσει τη φαντασία του.
     Σε συνδυασμό με τη μινιμαλιστική και υπέρμετρα κατακερματισμένη πλοκή και τους – κυριολεκτικά – θρυμματισμένους χαρακτήρες, το INLAND EMPIRE μάλλον θα επωφελούνταν από μία γενναία μείωση της διάρκειάς του κατά τουλάχιστον ένα ημίωρο. Ωστόσο ο οπαδός του Λιντς θα αντικρύσει γνώριμα στοιχεία του έργου του στο αντισυμβατικό μοντάζ, στα διάσπαρτα σουρεαλιστικά ευρήματα, στην πλούσια σκηνογραφία (δεν λείπουν φυσικά οι βελούδινες κουρτίνες και οι δυσλειτουργικοί ηλεκτρικοί λαμπτήρες) και στους αινιγματικούς χαρακτήρες με την παράξενη, ιδιόμορφη συμπεριφορά. Ξεχωριστή αναφορά απαιτείται στην εκπληκτική ερμηνεία της Λώρα Ντερν η οποία δείχνει ένα πολύ μεγάλο εύρος ικανοτήτων καθώς υποδύεται ουσιαστικά τελείως διαφορετικούς ρόλους, ένας εκ των οποίων αφορά μία επαγγελματία του Χόλιγουντ που έχει αναλάβει να διεκπεραιώσει μία εξαιρετικά απαιτητική ερμηνεία!
     Στην ταινία εμφανίζονται αρκετοί ηθοποιοί με προϊστορία συνεργασίας με τον σκηνοθέτη (η Ντερν, ο Θερού, αλλά και σε μικρούς ρόλους ο Χάρι Ντιν Στάντον, η Λώρα Χάρινγκ της Οδού Μαλχόλαντ και οι ερμηνεύτριες οι οποίες υποδύονταν τη μητέρα της Λώρα στον Ύποπτο κόσμο του Τουίν Πικς και τη μητέρα της ηρωίδας – πραγματική μητέρα της Ντερν – στην Ατίθαση καρδιά), ενώ κέρδισε βραβείο στο Φεστιβάλ της Βενετίας του 2006. Το φιλμ χρειάστηκε τρία χρόνια για να ολοκληρωθεί και είναι ίσως η πλέον πρωτοποριακή και αλλόκοτη ταινία του Ντέιβιντ Λιντς από την εποχή του Eraserhead, αποτελώντας σαφέστατα έναν κομβικό, μεταβατικό σταθμό στη συνολική του καριέρα. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι ο Αμερικανός δημιουργός καταφέρνει να κάνει κάθε προγενέστερο πειραματισμό άλλων σκηνοθετών με το ψηφιακό βίντεο να μοιάζει με παιδιαρίσματα…