Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξωγήινοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξωγήινοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Κινηματογράφος: «Σκοτεινή πόλη: Director's Cut» (1998 -> 2008)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
==> Κινηματογράφος: Σκοτεινή πόλη (1998 -> 2008, «Dark City») <==
Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9»)
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΟΛΗ: DIRECTOR'S CUT

«DARK CITY: DIRECTOR'S CUT»







     Ένας άνδρας (Ρούφους Σιούελ) ξυπνά με αμνησία και παγιδευμένος για μία σειρά τελετουργικών φόνων σε μία παράξενη πόλη όπου δεν ξημερώνει ποτέ. Μία ματωμένη πληγή στο μέτωπό του και ένα αινιγματικό, έξαλλο τηλεφώνημα από κάποιον ο οποίος ισχυρίζεται πως είναι ο ψυχίατρός του (Κίφερ Σάδερλαντ), τον ωθούν να πιστέψει πως ο ίδιος είναι ο Τζον Μέρντοκ – ατυχές και ψυχωτικό αποτέλεσμα ενός μυστηριώδους, αποτυχημένου πειράματος. Σύντομα ο Τζον συνειδητοποιεί πως καταδιώκεται όχι μόνο από την Αστυνομία και τον Επιθεωρητή Μπάμστεντ (Ουίλιαμ Χαρτ), αλλά και από τους ανεξιχνίαστης καταγωγής «Ξένους»: μυστηριώδεις, επικίνδυνους αλμπίνους με παραφυσικές ιδιότητες όπως ο «συντονισμός», κατά τη διάρκεια του οποίου ο χρόνος παγώνει ενώ η ίδια η Πόλη και η φυσική πραγματικότητα αλλάζουν μορφή με σχεδόν μαγικό τρόπο. Τη στιγμή που ο Τζον προσπαθεί να λύσει τον γρίφο του εαυτού του και της απόκοσμης μητρόπολης, η αποξενωμένη τραγουδίστρια σύζυγός του (Τζένιφερ Κόνελι) αντιλαμβάνεται πως πρέπει να βρει τον άντρα της πριν από όλους τους άλλους…
     Ατμοσφαιρική δημιουργία που το 1998 έφερε μία ανάσα φρεσκάδας στον κινηματογράφο του Φανταστικού, συνιστώντας ταυτόχρονα και φόρο τιμής στην έβδομη τέχνη, από τον σκηνοθέτη του γοτθικού Κορακιού (1994) Άλεξ Πρόγιας. Η Σκοτεινή πόλη φλερτάρει με τα πάντα μοιάζοντας με μεταμοντέρνο κολάζ δανείων από παλαιότερες ταινίες, μα στην καρδιά της είναι ένα φιλμ νουάρ: φόνοι, μοιραίες γυναίκες, άντρες σε αδιέξοδα, ντετέκτιβ, απανωτές ανατροπές, κακόφημα μπαρ, μακρές καπαρντίνες, μαύρα πλατύγυρα καπέλα, παλιομοδίτικα τηλέφωνα και αυτοκίνητα της δεκαετίας του ‘40. Συναντούμε όμως επίσης ισχυρά στοιχεία αυτοσυνείδησης – οι χαρακτήρες ρητά σχολιάζουν μία βασική σύμβαση του νουάρ, την αέναη νύχτα του αστικού φόντου η οποία εδώ ενσωματώνεται στην πλοκή, ενώ το σενάριο ενσυνείδητα αξιοποιεί κινηματογραφικά στερεότυπα με ειρωνικό τρόπο, τονίζοντας εμμέσως την πλαστότητά τους –, διακειμενικότητας – τα εκλεκτικιστικά σκηνικά παραπέμπουν σε δεκάδες προγενέστερα εγχειρήματα ή καλλιτεχνικές τάσεις – και ανάμειξης των αφηγηματικών ειδών – το σεναριακό υπόβαθρο πατά γερά στην επιστημονική φαντασία –, μετατοπίζοντας έτσι το φιλμ κατά πολύ στην επικράτεια του μεταμοντέρνου νεονουάρ. Τα υποβλητικά ντεκόρ και η σκοτεινή φωτογραφία με τις ισχυρές φωτοσκιάσεις, με μια υποτονική παλέτα ανάμεσα στα ψυχρά χρώματα της μούχλας και σε έναν χρυσοπράσινο εξπρεσιονισμό, καθιστούν τη θέαση του φιλμ οπτική απόλαυση. Το γεγονός αυτό ενισχύεται από τα λειτουργικά ψηφιακά ειδικά εφέ και από μία κάμερα βυθισμένη στη στυλιζαρισμένη αισθητική του σύγχρονου βιντεοκλίπ και της διαφήμισης, με κομψό και εντυπωσιακό καδράρισμα των στατικών πλάνων επηρεασμένο από τα κόμικς. Πρόκειται για μία μετρημένη, ισορροπημένη και πλήρη έκφραση των ιδιαιτεροτήτων του κινηματογράφου ως εικαστικού αφηγηματικού μέσου, με τη συνοδεία μίας δυναμικής, σχεδόν ακατάπαυστης μα διακριτικής ορχηστρικής μουσικής υπόκρουσης στην υπηρεσία ενός υποβλητικού και καθηλωτικού κλίματος.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Περιοχή Εννέα» (2009)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
==> Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9») <==
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΠΕΡΙΟΧΗ ΕΝΝΕΑ

«DISTRICT 9»




     Το 1982 ένα γιγάντιο διαστημόπλοιο με ένα εκατομμύριο εξαθλιωμένους και πεινασμένους νοήμονες εξωγήινους («Γαρίδες», ομοιάζουσες με δίμετρα δίποδα έντομα), πρόσφυγες από μια άγνωστη καταστροφή, σταματά πάνω από το Γιοχάνεσμπουργκ της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης. Η κυβέρνηση τους περιορίζει σε μία περιφραγμένη επικράτεια υπό μορφή παραγκούπολης, την «Περιοχή 9» όπου ανθεί το έγκλημα, η πορνεία και το λαθρεμπόριο, ενώ ο υπόλοιπος πλανήτης παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα. Για τις επόμενες τρεις δεκαετίες καμία εξέλιξη δεν συμβαίνει: το διαστημόπλοιο παραμένει διαρκώς αμετακίνητο στον ουρανό του Γιοχάνεσμπουργκ και οι εξωγήινοι αναγκάζονται να αναζητούν το φαγητό τους στα σκουπίδια, ενόσω οι κάτοικοι της περιβάλλουσας επικράτειας παραπονιούνται για την παρουσία της Περιοχής 9. Μία ιδιωτική πολυεθνική εταιρεία, η Multi-National United (MNU) έχει αναλάβει τη φύλαξη των εξωγήινων αλλά και την εκμετάλλευση της ιδιόρρυθμης και προχωρημένης οπλικής τεχνολογίας τους – ενεργοποιούμενης μόνο μέσω επαφής με δικό τους DNA και άρα όχι άμεσα αξιοποιήσιμης από συνηθισμένους Ανθρώπους. Το 2010 η MNU εκκινεί ένα πρόγραμμα βίαιης μετακίνησης των Γαρίδων στην πολύ πιο απομακρυσμένη «Περιοχή 10», όμως η κατασκευή ενός παράξενου υγρού από κάποιον εκ των εξωγήινων το οποίο έχει τη δυνατότητα να μετατρέπει σταδιακά έναν Άνθρωπο σε Γαρίδα τροποποιώντας το DNA του, παρεμβαίνει απρόβλεπτα στα γεγονότα.
     Ουσιαστικά δεν έχουμε παρά ένα ευφάνταστο και βίαιο b-movie με μία προφανή αντιρατσιστική αλληγορία στρεφόμενη κατά του απαρτχάιντ (το φιλμ έχει Νοτιοαφρικανούς συντελεστές και έχει κινηματογραφηθεί στη Νότια Αφρική), σαφώς επηρεασμένο σεναριακά σε …ύποπτο βαθμό από την ταινία Alien Nation του 1988, αλλά με υψηλό προϋπολογισμό 30 εκατομμυρίων δολαρίων και τον Πίτερ Τζάκσον στην παραγωγή. Η ταινία εμπνέεται από αληθινό περιστατικό του 1966 (χωρίς εξωγήινους φυσικά), στηρίζεται σε ένα παλαιότερο φιλμάκι μικρού μήκους του νεαρού σκηνοθέτη Μπλόμκαμπ, ενώ προέκυψε μετά την αποτυχία του Τζάκσον να εξασφαλίσει την κινηματογραφική μεταφορά του ηλεκτρονικού παιχνιδιού Halo (το οποίο αφηγείται έναν πόλεμο μεταξύ ανθρώπων και εξωγήινων). Κατά τ’ άλλα ο δημιουργός δήλωσε πως έχει επηρεαστεί από τις σκληροπυρηνικές χολιγουντιανές περιπέτειες δράσης και επιστημονικής φαντασίας της δεκαετίας του 1980 (π.χ. Εξολοθρευτής, Aliens, Ο Κυνηγός, Ρόμποκοπ κλπ) και δεν έχει άδικο – το τελευταίο ένα τρίτο του φιλμ (με τη μάχη μεταξύ του ποικιλοτρόπως «ενισχυμένου» πρωταγωνιστή και ενός στρατιωτικού αποσπάσματος) θα μπορούσε να αποτελεί έργο του Τζέιμς Κάμερον. Στα πρώτα δύο τρίτα της ταινίας ωστόσο η προσέγγιση είναι διαφορετική και πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Κινηματογράφος: «Στάργκεϊτ» (1994)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

==> Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate») <==
Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9»)
Κινηματογράφος: Beyond the Black Rainbow (2010)

ΣΤΑΡΓΚΕΙΤ

«STARGATE»




     Στην Αίγυπτο του 1928 μία αρχαιολογική ανασκαφή ανακαλύπτει θαμμένο κάτω από ερείπια ένα περίτεχνο προϊστορικό τεχνούργημα, έναν μεγάλης διαμέτρου δακτύλιο ο οποίος δεν φαίνεται να έχει κατασκευαστεί από ανθρώπινη τεχνολογία. Σε μια απόρρητη κυβερνητική εγκατάσταση των σημερινών ΗΠΑ υπό τον έλεγχο του Στρατού, ένας αδέξιος και ακαδημαϊκά περιθωριοποιημένος αιγυπτιολόγος ονόματι Ντάνιελ Τζάκσον (Τζέιμς Σπέιντερ), διαβόητος για τη θεωρία του πως οι Πυραμίδες της Γκίζας είναι κατά πολύ παλαιότερες από τις συμβατικές παραδοχές της επιστημονικής κοινότητας, ηγείται μίας προσπάθειας αποκρυπτογράφησης των ιερογλυφικών συμβόλων επάνω στο καλά κρυμμένο και παμπάλαιο τεχνούργημα. Όταν τα καταφέρνει, αποκαλύπτεται πως το τελευταίο είναι μία Αστροπύλη η οποία ανοίγει μία σκουληκότρυπα προς έναν γήινου τύπου πλανήτη σε έναν απόμακρο γαλαξία. Ένα στρατιωτικό απόσπασμα με επικεφαλής των αξιωματικό των Ειδικών Δυνάμεων Συνταγματάρχη Τζακ Ο’ Νηλ (Κερτ Ράσελ) – καταθλιπτικό με τάσεις αυτοκτονίας, μετά το δυστύχημα το οποίο του κόστισε τον θάνατο του μικρού του γιου – και με τη συνοδεία του Τζάκσον, διαβαίνει την Αστροπύλη και βρίσκεται σε έναν πλανήτη με ερημικό κλίμα και τοπίο, όπου ένα παρακλάδι του αρχαίου αιγυπτιακού πολιτισμού συνεχίζει ακόμα να κυβερνάται τυραννικά ως πάμφθηνο εργατικό δυναμικό από πανίσχυρους εξωγήινους, μεταμφιεσμένους στους θεούς των αιγυπτιακών μύθων...
     Το 1994, ο σεναριογράφος Ντην Ντέβλιν και ο σκηνοθέτης ταινιών δράσης Ρόλαντ Έμεριχ (γνωστός για φιλμ όπως ο Παγκόσμιος στρατιώτης και τα μεταγενέστερα Μέρα ανεξαρτησίας, Γκοτζίλα, Μετά την επόμενη μέρα) παρέδωσαν μέσω του χολιγουντιανού στούντιο της MGM το Στάργκεϊτ. Σεναριακά, πρόκειται για ένα μείγμα του Ντιουν, του Πολέμου των άστρων, των Κυνηγών της Χαμένης Κιβωτού και ψευδεπιστημονικών θεωριών περί «αρχαίων αστροναυτών» και εξωγήινης καταγωγής του ανθρώπινου πολιτισμού, όπως αυτές τις οποίες κατέστησε δημοφιλείς κατά τη δεκαετία του 1970 ο Έριχ φον Ντένικεν. Στιλιστικά, πρόκειται για μία απλοϊκή αλλά ειλικρινέστατη χολιγουντιανή ταινία δράσης, όπου σχεδόν περιμένει κανείς από στιγμή σε στιγμή να δει τις «φίλιες δυνάμεις» του ΝΑΤΟ να «διασώζουν» τους Άραβες γηγενείς από «δαιμονικούς» δικτάτορες σαν τον Σαντάμ Χουσεΐν και τον Μουαμάρ Καντάφι – το σκηνικό επιστημονικής φαντασίας μοιάζει σχεδόν δευτερεύον. Τα δάνεια από τις προαναφερθείσες κινηματογραφικές παραγωγές είναι εμφανέστατα, κυρίως στην εισαγωγική σεκάνς και στην απεικόνιση της καυτής ερήμου σε σκηνές μάχης ή «εξερεύνησης», ενώ οι δειλές απόπειρες για ανάπτυξη χαρακτήρων όχι μόνο αποτυγχάνουν παταγωδώς αλλά αποπροσανατολίζουν το εγχείρημα: η υποπλοκή με τις… τάσεις αυτοκτονίας του Ο’ Νηλ, τη στοργή που αναπτύσσει για έναν νεαρό γηγενή ο οποίος του θυμίζει τον νεκρό του γιο και την πυρηνική βόμβα που έχει κρυφά φέρει μαζί του, θα ήταν προτιμότερο να έχει αφαιρεθεί. Έτσι κι αλλιώς η υπονοούμενη διένεξη μεταξύ «δημιουργικότητας» / επιστήμης και «καταστροφής» / στρατιωτικών, η οποία χαρωπά και αφελώς επιλύεται στο φινάλε, είναι ένα περιεχόμενο στο οποίο δεν δίνεται καμία εμβάθυνση. Οι διεκπεραιωτικές ερμηνείες, τα μιλιταριστικά κλισέ, το στερεοτυπικό χιούμορ και η τυποποιημένη ανέλιξη της πλοκής μετά το μέσον της, αποδυναμώνουν περαιτέρω την ταινία.

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Ζουν ανάμεσά μας» (1988)




     Σε ένα υπερσύγχρονο Λος Άντζελες ρημαγμένο από την ανεργία και την ταξική διαίρεση – αλλά πάντα ηλιόλουστο – ένας γεροδεμένος, απολυμένος εργάτης από την επαρχία αναζητά μάταια μια θέση εργασίας σε οικοδομές και τις νύχτες κοιμάται σ’ έναν καταυλισμό αστέγων. Συνεχίζει ωστόσο να πιστεύει στο σύστημα, να πιστεύει «στην Αμερική», να περιμένει τη μέρα που τα πράγματα «θα διορθωθούν». Όταν αντιλαμβάνεται πως ο χριστιανικός ναός δίπλα στον καταυλισμό αποτελεί απλώς τη βιτρίνα για μια μυστική οργάνωση διωκόμενη από την Αστυνομία, βιώνοντας ως αποτέλεσμα στο πετσί του την κρατική καταστολή μέσω μιας νυχτερινής εκκαθαριστικής επιχείρησης διάλυσης του παράνομου καταυλισμού, αρχίζει να συνειδητοποιεί μια κρυμμένη, τρομακτική αλήθεια. Ένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου από τα ερείπια της εκκλησίας – τμήμα ενός φορτίου το οποίο η οργάνωση σύντομα επρόκειτο να διαθέσει στην κυκλοφορία – επιτρέπει σε όποιον τα φορά να βλέπει την πραγματική εικόνα του αστικού περιβάλλοντος: η άρχουσα τάξη και ένα ποσοστό των αστυνομικών είναι εξωγήινοι εισβολείς με τερατώδη μορφή, ενώ οι τηλεοπτικές εικόνες, τα περιοδικά έντυπα και οι διαφημιστικές πινακίδες περιέχουν κρυμμένα υποσυνείδητα μηνύματα κατασκευασμένα ώστε να προτρέπουν τον πληθυσμό στην υπακοή και στην υπερκατανάλωση. Η Γη έχει εδώ και καιρό αποικιστεί από διαπλανητικούς εμπόρους που βρήκαν στον πλανήτη μας έναν γαλαξιακό Γ’ Κόσμο... Η πραγματικότητα αυτή παραμένει συσκοτισμένη χωρίς τα γυαλιά, εξαιτίας ενός μόνιμου υποσυνείδητου σήματος που εκπέμπεται από κάποιον κεντρικό σταθμό και παραμορφώνει την αντίληψη των ανθρώπων μέσω συστηματικής πλύσης εγκεφάλου…
     Ο Τζον Κάρπεντερ, στην κορύφωση ενός μακρού δημιουργικού σερί καταμεσής της δεκαετίας του 1980, συνεχίζει με ανεξάρτητη χρηματοδότηση έξω από το μεγάλο χολιγουντιανό κύκλωμα και το 1988 συγγράφει, σκηνοθετεί και συνθέτει μουσική για ένα – κλασικό σήμερα – b-movie, μια παρανοϊκή σάτιρα με ισόποσα στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, δράσης και μαύρης κωμωδίας. Κατορθώνει ταυτόχρονα να εμποτίσει το Ζουν ανάμεσά μας με αριστερόστροφο πολιτικό σχολιασμό ενάντια στις επικρατούσες τότε πολιτικές της κυβέρνησης Ρήγκαν, χωρίς ίχνος ωστόσο διδακτισμού, στο πλαίσιο μίας εμπνευσμένης και επίκαιρης αλλά καθόλου υπαινικτικής αλληγορίας περί της ταξικής ιεράρχησης της κοινωνίας. Κι όλα αυτά σε μία περίοδο ακμής των γιάπηδων, του χρηματοπιστωτικού μεταβιομηχανικού καπιταλισμού, του ρηγκανικού / θατσερικού προγράμματος και – ταυτόχρονα – γιγάντωσης των κοινωνικών ανισοτήτων στη Δύση. Με φόντο μία λαμπερή μητρόπολη βυθισμένη στην αστική παρακμή ύστερα από τη λήξη της μεταπολεμικής «ευημερίας», με πρώτη ύλη μία σχετικά άγνωστη λογοτεχνική πηγή (ένα διήγημα του 1963), με πρωταγωνιστικό χαρακτήρα καταγόμενο από τα σπαγγέτι γουέστερν και αξιοποιώντας τακτικούς συνεργάτες του (π.χ. ηθοποιούς από την Απειλή του 1982 και τον Πρίγκιπα του σκότους του 1987), ο Κάρπεντερ σφυρηλατεί μία διασκεδαστική περιπέτεια με έμφαση στη φυσική δράση και με διάχυτο χιούμορ.

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Στάρμαν» (1984)




     Στον απόηχο της αναζωπύρωσης της έρευνας για εξωγήινη νοημοσύνη κατά τη δεκαετία του ‘70, με την εκλαΐκευση του έργου του Καρλ Σαγκάν και την καθιέρωση του Προγράμματος SETI, ένας προηγμένος διαστημικός πολιτισμός αναχαιτίζει το «Βόγιατζερ II» (διαστημικό σκάφος το οποίο πράγματι εκτοξεύτηκε από τη Γη το 1977, μεταφέροντας στα πέρατα του Σύμπαντος μηνύματα απευθυνόμενα σε τυχόν ευφυή πλάσματα) και αποστέλλει έναν πρεσβευτή στον πλανήτη μας εν έτη 1984. Το όχημά του ωστόσο καταρρίπτεται από την Αεράμυνα των ΗΠΑ και ο επισκέπτης από τ’ άστρα καταφεύγει στο απομονωμένο επαρχιακό σπίτι της Τζένι Χέιντεν (Κάρεν Άλεν), χήρας ακόμα ερωτευμένης με τον νεκρό σύζυγό της (Τζεφ Μπρίτζες), οικειοποιούμενος το DNA του τελευταίου και λαμβάνοντας τη μορφή του προκειμένου να κερδίσει τη συμπάθεια και τη βοήθεια της Τζένι. Στόχος του να διασχίσει τη μισή έκταση των ΗΠΑ ώστε σε τρεις μέρες να βρίσκεται σε ένα προκαθορισμένο σημείο συνάντησης στην έρημο της Αριζόνα, όπου ένα διαστημόπλοιο θα τον παραλάβει για να επιστρέψει στον πλανήτη του. Ταξιδεύοντας οδικά με τη συνοδεία της Τζένι έρχεται σε επαφή με την ανθρώπινη κοινωνία και φύση με απρόσμενα αποτελέσματα, ενώ κυβερνητικοί πράκτορες και στελέχη του Στρατού έχουν εντολή να εντοπίσουν και να συλλάβουν τον εξωγήινο για λόγους «εθνικής ασφάλειας»…
     Ο Κάρπεντερ συνεχίζει το δημιουργικό «σερί» του στα μέσα της πιο παραγωγικής του δεκαετίας με την προτελευταία του στουντιακή παραγωγή, με χρηματοδότηση του ηθοποιού και αστέρα του Χόλιγουντ Μάικλ Ντάγκλας, βουτώντας στα νερά του εμπορικού σινεμά υψηλού προϋπολογισμού αλλά χωρίς να χάνει τα στοιχεία του μοναδικού του ύφους και τις αποδείξεις του ταλέντου του. Οι συντελεστές κινηματογραφούν μία ενήλικη εκδοχή του ET, ο εξωγήινος, αντικαθιστώντας την παιδική αθωότητα με το ρομάντζο και ποντάροντας σε μια «καταδικασμένη» ιστορία αγάπης. Ο Κάρπεντερ ζωγραφίζει στην οθόνη τη διπλή φύση της Ανθρωπότητας τονίζοντας την αντίθεση μεταξύ ανεκτικότητας – κατανόησης και μισαλλοδοξίας – εγωκεντρικής αλαζονείας, αξιοποιώντας ταυτόχρονα στο έπακρο τα «παιχνίδια» τα οποία του παρέχει ο υψηλός προϋπολογισμός (π.χ. με εντυπωσιακές, επιβλητικές σκηνές συγκρούσεων ή καταδιώξεων με φορτηγά και ελικόπτερα, ή με προσεγμένα μηχανικά και προσθετικά εφέ υπό την επίβλεψη του «μάγου» Σταν Γουίνστον) και στήνοντας διαρκώς εξαιρετικά, αρμονικά καδραρισμένα και ατμοσφαιρικά φωτισμένα μακρόστενα και ευρυγώνια στατικά νυχτερινά πλάνα, βγαλμένα θαρρείς από ευφάνταστες τοιχογραφίες. Οι ερμηνείες είναι πολύ καλές και ο Τζεφ Μπρίτζες μοιάζει απολαυστικός όσο υποδύεται έναν ξένο οργανισμό ο οποίος προσπαθεί άτσαλα να προσαρμοστεί στα δεδομένα ενός ανθρώπινου σώματος και του γήινου περιβάλλοντος, παρέχοντας έτσι και διάσπαρτα στιγμιότυπα πετυχημένου χιούμορ. Η γλυκιά μεταστροφή της Άλεν από απελπισμένο θύμα απαγωγής σε εκ νέου ερωτευμένη γυναίκα που ανακαλύπτει ξανά την αξία της ζωής και τα θετικά στοιχεία της Ανθρωπότητας, κερδίζει εύκολα τους θεατές. Το κύριο πρόβλημα του εγχειρήματος έγκειται στο τυποποιημένο σενάριο με την αναμενόμενη ανέλιξη, τις επαναλαμβανόμενες κλισέ καταστάσεις και διάρκεια περίπου ένα τέταρτο της ώρας μεγαλύτερη απ’ όσο θα έπρεπε.

Κινηματογράφος: «Η απειλή» (1982)

«THE THING»



     Στην Ανταρκτική του 1982, καταμεσής μίας χιονοθύελλας η οποία έχει διακόψει επί εβδομάδες τις ραδιοεπικοινωνίες, μία αποκομμένη ομάδα επιστημόνων και εργατών στην πολική βάση των ΗΠΑ «Φυλάκιο 31» έρχεται απρόοπτα αντιμέτωπη με έναν εξωγήινο οργανισμό, παγωμένο στο χιόνι επί εκατό χιλιετίες, ο οποίος έχει ήδη μολύνει το προσωπικό μίας γειτονικής νορβηγικής ερευνητικής εγκατάστασης οδηγώντας στην καταστροφή της. Ο παρασιτικός αυτός οργανισμός (το «Πράγμα») κατέπεσε και συνετρίβη στη Γη με διαστημόπλοιο προ αμνημονεύτων ετών και μπορεί να αφομοιώνει βιολογικά πλάσματα κάθε τύπου, οικειοποιούμενο πλήρως τη μορφή και λειτουργία τους κατά βούληση. Κάθε κύτταρο και κάθε αντίτυπό του είναι τουλάχιστον στοιχειωδώς «ευφυές», με κύριο γνώμονα της συμπεριφοράς του την αυτοπροστασία του. Όντας πανούργο, τα πλήρη αντίτυπά του προσπαθούν να κρύψουν τη φύση και τις δραστηριότητές τους ώστε να περάσουν απαρατήρητα. Η ομάδα των δώδεκα ανδρών πρέπει τώρα όχι μόνο να κατανοήσει τι συμβαίνει, αλλά και να αντιμετωπίσει την υποψία ότι τουλάχιστον ένας ανάμεσά τους έχει δολοφονηθεί κι έχει αντικατασταθεί κρυφά από εξωγήινη απομίμηση…
     Ο Τζον Κάρπεντερ, διάσημος και αγαπημένος δημιουργός πλέον των χολιγουντιανών στούντιο εν έτη 1982, διασκευάζει για τη μεγάλη οθόνη μία παλιά νουβέλα επιστημονικής φαντασίας (Ποιος είναι εκεί;, 1938), δημιουργώντας έτσι ένα κατά πολύ πιστότερο στη λογοτεχνική πηγή ριμέικ της αγαπημένης ταινίας των παιδικών του χρόνων Το πράγμα απ’ τον άλλο κόσμο (1951), παλιότερη κινηματογραφική διασκευή της νουβέλας κινούμενη σε καθαρά ψυχροπολεμική λογική. Ταυτόχρονα, οι συντελεστές (συμπεριλαμβανομένης μίας μικρής συμβολής από τον «μάγο των εφέ» Σταν Γουίνστον), με αφετηρία την παιδική απογοήτευση του σκηνοθέτη από τις αφελείς απεικονίσεις τεράτων στην κλασική επί της μεγάλης οθόνης επιστημονική φαντασία (συνήθως τίποτα περισσότερο από έναν μεταμφιεσμένο ηθοποιό), εκμεταλλεύονται στο έπακρο τις συσσωρευόμενες εξελίξεις στις μεθόδους και στις τεχνολογίες του προσθετικού μακιγιάζ και των μηχανικών ειδικών εφέ περί τα τέλη της δεκαετίας του 1970, πλάθοντας έναν κόσμο όπου ο σωματικός τρόμος των μεταλλασσόμενων οργανισμών και των εκφυλιζόμενων ιστών αποκτά μια εφιαλτική αληθοφάνεια: το «Πράγμα» διαρκώς μεταμορφώνεται, επεκτείνεται, μιμείται, σαρώνει στο διάβα του καθετί βιολογικό και γεννά μέσα από σώματα θηλαστικών αποκρουστικά τερατόμορφα πλάσματα – με πλοκάμια και αραχνοειδή πόδια, ανακατεμένα με εντόσθια. Κάθε είκοσι λεπτά της φιλμικής διάρκειας κρύβουν μία νέα, φρικώδη έκπληξη για τον θεατή.