Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Σκοτεινό αστέρι» (1974)

ΤΖΟΝ ΚΑΡΠΕΝΤΕΡ

==> Κινηματογράφος: Σκοτεινό αστέρι (1974, «Dark Star») <==

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΣΤΕΡΙ

«DARK STAR»




     Στο απώτερο μέλλον, το τετραμελές πλήρωμα ενός αποκομμένου από τη Γη διαστημοπλοίου ονόματι «Σκοτεινός Αστέρας» – ευρισκόμενου σε πολυετή αποστολή στα πέρατα του Γαλαξία και υπεύθυνου για την ανατίναξη πλανητών, η τροχιά των οποίων απειλεί τη σταθερότητα αστρικών συστημάτων προορισμένων για αποικισμό από την Ανθρωπότητα – δαπανά βαριεστημένα, ράθυμα και ανιαρά τον χρόνο του χωρίς να αναπτύσσει πραγματικές ανθρώπινες σχέσεις. Αδιάφοροι για τα πάντα, έχουν φθάσει σε σημείο να μην μπορούν να ανακαλέσουν τα μικρά τους ονόματα αφού αποκαλούνται με τα επίθετα. Μόνο ένας ελάχιστα ευφυής εξωγήινος σε σχήμα… μεγάλης σφαίρας με πόδια (!) και ο πανταχού παρών υπολογιστής του πλοίου με την αισθησιακή γυναικεία φωνή τους κρατούν συντροφιά, ενώ ένα πλήθος μηχανικών βλαβών θέτουν την αποστολή σε κίνδυνο...
     Το β’ διαλογής αυτό φιλμ είναι κατ’ ουσία μία πάμφθηνη και χαμηλών αξιών παραγωγής φοιτητική εργασία του Τζον Κάρπεντερ, σπουδαστή κινηματογράφου στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η οποία στη συνέχεια βρήκε χορηγούς από το Χόλιγουντ και – μετά το φιλμάρισμα και την προσθήκη ενός σαραντάλεπτου πρόσθετου υλικού – μετατράπηκε σε πλήρες κινηματογραφικό εγχείρημα. Είναι η ταινία η οποία εκκίνησε την καριέρα του Αμερικανού «βασιλιά των b-movies» και δεν πρόκειται στην ουσία παρά για μία μαύρη κωμωδία επιστημονικής φαντασίας, μία εμπνευσμένη παρωδία του αριστουργηματικού 2001: Η Οδύσσεια του διαστήματος (1968). Αντί για τους μηχανοποιημένους, ψυχρούς και ανιαρούς αστροναύτες του 2001, εδώ πρωταγωνιστούν βαριεστημένοι, στο όρια της λοβοτομής… μελλοντικοί χίπηδες! Αντί για το αποστειρωμένο, φουτουριστικό και μινιμαλιστικό «Ντισκάβερι 1» του 2001 – α λα «Έντερπραϊζ» του Σταρ Τρεκ – εδώ έχουμε το ακατάστατο, βρώμικο, σχεδόν βιομηχανικό περιβάλλον του «Σκοτεινού Αστέρα» που αποπνέει απόγνωση και παρακμή (προπομπός της ανάλογης μελλοντολογικής αισθητικής του Πολέμου των άστρων και του Alien). Αντί για τον δυσλειτουργικό υπολογιστή HAL 9000 του 2001 εδώ έχουμε μια ευφυή θερμοπυρηνική βόμβα (υπεύθυνη για την καταστροφή των πλανητών σύμφωνα με το σχέδιο της αποστολής) με ικανότητα λόγου, αυτενέργεια, ξεροκέφαλο πείσμα και… φιλοσοφικές ανησυχίες! Αντί για την κλασική ορχηστρική μουσική του 2001 εδώ έχουμε ξεσηκωτικό ροκ του ‘60. Αντί για το μεταφυσικό ταξίδι του βασικού ήρωα «πέρα από το άπειρο» στο φινάλε του 2001, εδώ έχουμε τη στιλάτη και χιουμοριστική αυτοκτονία του πρώην σέρφερ ως λύτρωση από την ανία της καθημερινότητας. Αντί για τη θεαματική, μυστικιστική ξενάγηση στα κοσμικά μυστήρια του 2001, εδώ έχουμε μια μηδενιστική, «φτηνιάρικη» ματιά στη ματαιότητα της μοντέρνας ύπαρξης και στη ρουτινιάρικη ανία του βιομηχανικού πολιτισμού.
     Ο σκηνοθέτης, παραγωγός και σεναριογράφος δεν ενδιαφέρεται για «βαθιά νοήματα» και πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης, αν και είναι εμφανής η επιρροή από το πολιτικό κλίμα της εποχής στις ΗΠΑ (πόλεμος του Βιετνάμ, σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, ψυχεδελική αντικουλτούρα). Η επεισοδιακή δομή της προσχηματικής πλοκής, η διεκπεραιωτική φωτογραφία, οι μάλλον άσχημες ερμηνείες και τα ερασιτεχνικά ειδικά εφέ ίσως δυσαρεστήσουν μέρος του κοινού. Ήδη από το ντεμπούτο του όμως ο Κάρπεντερ φανερώνει τη δημιουργικότητά του και τη λατρεία του για το Φανταστικό ενώ εκθέτει τις ευαισθησίες του, ντύνοντάς τες με απρόσμενες γωνίες λήψης, πλάνα κομψά καδραρισμένα και κλειστοφοβικά μονταρισμένα, μινιμαλιστική ηλεκτρονική μουσική με συνθεσάιζερ από τον ίδιο, πανέξυπνη διαχείριση του περιορισμένου υλικού (ξεχωρίζει η στιλάτη οικοδόμηση του φινάλε – αστείου, ευρηματικού και απόκοσμου ταυτόχρονα – αλλά και η αγωνιώδης καταδίωξη του κωμικού εξωγήινου στους στενούς, δαιδαλώδεις διαδρόμους του σκάφους) και φτηνά αλλά εμπνευσμένα ειδικά εφέ, συμβατά με τον χαμηλό προϋπολογισμό – όχι περισσότερα από 60000 δολάρια. Τα βασικά χαρακτηριστικά του κατοπινού καρπεντερικού έργου εμφανίζονται από τώρα στην αρχική τους μορφή, αν και το πικρό ή το παράλογο χιούμορ σε τέτοιες ποσότητες δεν παραπέμπει καθόλου στις – περισσότερο προσανατολισμένες στη φυσική δράση και στην αγωνία – μελλοντικές παραγωγές του. Εντύπωση εδώ, με σαφές κωμικό αποτέλεσμα λόγω αντίθεσης με τα συμφραζόμενα, προκαλεί το όμορφο κάντρι μουσικό κομμάτι των τίτλων έναρξης και τέλους («Benson, Arizona»). Μειονέκτημα συνιστά ο προβληματικός ρυθμός της αφήγησης σε ορισμένα σημεία πριν τα μέσα της ταινίας, γεγονός το οποίο ο Κάρπεντερ διόρθωσε μια εικοσιπενταετία μετά με μία «Ειδική Έκδοση» του Σκοτεινού αστεριού – εκεί έχουν περικοπεί περίπου δέκα λεπτά από το αρχικά 80λεπτο φιλμ και έχουν βελτιωθεί ορισμένα οπτικά εφέ.
     Σημειωτέον πως έναν από τους αστροναύτες του «Σκοτεινού Αστέρα» τον υποδύεται ο συν-σεναριογράφος Νταν Ο’ Μπάνον, ο οποίος μια πενταετία μετά θα αναπτύξει περαιτέρω ένα μέρος της πλοκής αυτού του φιλμ, μετατρέποντάς την από κωμωδία σε τρόμο και παραδίδοντας έτσι το σενάριο του εμβληματικού Alien του Ρίντλεϊ Σκοτ (1979). Τη δεκαετία του ‘90 θα γράψει και το σενάριο της Ολικής επαναφοράς. Εδώ ο Ο’ Μπάνον είναι επίσης υπεύθυνος και για ορισμένα από τα ειδικά εφέ, ενώ ο εικαστικός σχεδιασμός του σκάφους οφείλεται στον Ρον Κομπ – καθόλου τυχαία ο Κομπ θα εργαστεί κατά τις επόμενες δεκαετίες και σε φιλμ όπως Ο πόλεμος των άστρων, Alien, Κόναν ο βάρβαρος, Επιστροφή στο μέλλον, Aliens, Η άβυσσος, Ολική επαναφορά και Αληθινά ψέματα.