Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Η απειλή» (1982)

«THE THING»



     Στην Ανταρκτική του 1982, καταμεσής μίας χιονοθύελλας η οποία έχει διακόψει επί εβδομάδες τις ραδιοεπικοινωνίες, μία αποκομμένη ομάδα επιστημόνων και εργατών στην πολική βάση των ΗΠΑ «Φυλάκιο 31» έρχεται απρόοπτα αντιμέτωπη με έναν εξωγήινο οργανισμό, παγωμένο στο χιόνι επί εκατό χιλιετίες, ο οποίος έχει ήδη μολύνει το προσωπικό μίας γειτονικής νορβηγικής ερευνητικής εγκατάστασης οδηγώντας στην καταστροφή της. Ο παρασιτικός αυτός οργανισμός (το «Πράγμα») κατέπεσε και συνετρίβη στη Γη με διαστημόπλοιο προ αμνημονεύτων ετών και μπορεί να αφομοιώνει βιολογικά πλάσματα κάθε τύπου, οικειοποιούμενο πλήρως τη μορφή και λειτουργία τους κατά βούληση. Κάθε κύτταρο και κάθε αντίτυπό του είναι τουλάχιστον στοιχειωδώς «ευφυές», με κύριο γνώμονα της συμπεριφοράς του την αυτοπροστασία του. Όντας πανούργο, τα πλήρη αντίτυπά του προσπαθούν να κρύψουν τη φύση και τις δραστηριότητές τους ώστε να περάσουν απαρατήρητα. Η ομάδα των δώδεκα ανδρών πρέπει τώρα όχι μόνο να κατανοήσει τι συμβαίνει, αλλά και να αντιμετωπίσει την υποψία ότι τουλάχιστον ένας ανάμεσά τους έχει δολοφονηθεί κι έχει αντικατασταθεί κρυφά από εξωγήινη απομίμηση…
     Ο Τζον Κάρπεντερ, διάσημος και αγαπημένος δημιουργός πλέον των χολιγουντιανών στούντιο εν έτη 1982, διασκευάζει για τη μεγάλη οθόνη μία παλιά νουβέλα επιστημονικής φαντασίας (Ποιος είναι εκεί;, 1938), δημιουργώντας έτσι ένα κατά πολύ πιστότερο στη λογοτεχνική πηγή ριμέικ της αγαπημένης ταινίας των παιδικών του χρόνων Το πράγμα απ’ τον άλλο κόσμο (1951), παλιότερη κινηματογραφική διασκευή της νουβέλας κινούμενη σε καθαρά ψυχροπολεμική λογική. Ταυτόχρονα, οι συντελεστές (συμπεριλαμβανομένης μίας μικρής συμβολής από τον «μάγο των εφέ» Σταν Γουίνστον), με αφετηρία την παιδική απογοήτευση του σκηνοθέτη από τις αφελείς απεικονίσεις τεράτων στην κλασική επί της μεγάλης οθόνης επιστημονική φαντασία (συνήθως τίποτα περισσότερο από έναν μεταμφιεσμένο ηθοποιό), εκμεταλλεύονται στο έπακρο τις συσσωρευόμενες εξελίξεις στις μεθόδους και στις τεχνολογίες του προσθετικού μακιγιάζ και των μηχανικών ειδικών εφέ περί τα τέλη της δεκαετίας του 1970, πλάθοντας έναν κόσμο όπου ο σωματικός τρόμος των μεταλλασσόμενων οργανισμών και των εκφυλιζόμενων ιστών αποκτά μια εφιαλτική αληθοφάνεια: το «Πράγμα» διαρκώς μεταμορφώνεται, επεκτείνεται, μιμείται, σαρώνει στο διάβα του καθετί βιολογικό και γεννά μέσα από σώματα θηλαστικών αποκρουστικά τερατόμορφα πλάσματα – με πλοκάμια και αραχνοειδή πόδια, ανακατεμένα με εντόσθια. Κάθε είκοσι λεπτά της φιλμικής διάρκειας κρύβουν μία νέα, φρικώδη έκπληξη για τον θεατή.
     Έχοντας συγγράψει το σενάριο από κοινού με τον Μπιλ Λάνκαστερ και έχοντας συγκεντρώσει μία κατάλληλη ομάδα συνεργατών, ο Κάρπεντερ συντόνισε τα τρίμηνα γυρίσματα μέρος των οποίων έλαβε χώρα επιτόπου, σε πραγματικά παγωμένες εκτάσεις του Καναδά και σε κτήρια οικοδομημένα για το φιλμ καταμεσής της χιονισμένης, ορεινής ερημιάς. Με πρωταγωνιστή ξανά τον Κερτ Ράσελ, ήδη αναδεδειγμένο σε ερμηνευτική «μούσα» του σκηνοθέτη και αποδίδοντας εδώ μια πιο «καθημερινή» εκδοχή του Σνέικ Πλίσκεν (ήρωα της Απόδρασης από τη Νέα Υόρκη), αλλά και με αξιόλογο υποστηρικτικό καστ αποτελούμενο αποκλειστικά από άνδρες, το φιλμ πετυχαίνει να απεικονίσει μια δυναμική παράνοιας και κλειστοφοβικού εγκλεισμού, στο πλαίσιο ενός απομονωμένου περιβάλλοντος και υπό το βάρος μίας αλλόκοτης, πρωτόγνωρης απειλής. Η έλλειψη εμπιστοσύνης, η επιφυλακτικότητα, η καχυποψία και οι  αλληλοκατηγορίες διαβρώνουν γρήγορα τη μικρή «κοινότητα» και καταλύουν τους όποιους δεσμούς αλληλεγγύης.
     Το σενάριο όμως δεν καταφεύγει σε εύκολο διδακτισμό όσον αφορά τις προφανείς αλληγορικές προεκτάσεις, χειρίζεται υποδειγματικά τις αλληλεπιδράσεις των – επαρκώς ανάγλυφων, αν και δυστυχώς πολύ στερεότυπων – χαρακτήρων υπό τέτοιες συνθήκες τρόμου εμπρός στο άγνωστο, ενώ η σκηνοθεσία τονίζει το σασπένς και κινηματογραφεί συγκρατημένα τα στιγμιότυπα φυσικής δράσης (αναζητήσεις στη χιονοθύελλα και σε λαβυρινθώδεις σκοτεινούς διαδρόμους, αναμετρήσεις μεταξύ των ηρώων ή με τον εξωγήινο – συνήθως με φλογοβόλα και εκρηκτικά). Με επιρροές ίσως από το σινεμά του Κρόνενμπεργκ, η απειλή μοιάζει σαν να εκπορεύεται από τα ψυχικά «ενδότερα» και απλώς να εκδηλώνεται βιολογικά, θέτοντας το σώμα ενάντια στον νου. Ο ταλαντούχος δημιουργός υπερβαίνει έτσι οριστικά τις «φτηνιάρικες» καταβολές του από τον χώρο των b-movies και παραδίδει στο κοινό τη σπουδαιότερη ίσως ταινία του, ένα κλασικό πλέον φιλμ τρόμου και επιστημονικής φαντασίας, με επιρροές από το αριστουργηματικό Alien (1979). Στοιχεία από το προσωπικό του ύφος, όπως τα διάσπαρτα ψήγματα σάτιρας στις φιγούρες της εξουσίας ή τα όμορφα και γεωμετρικά αρμονικά μακρόστενα κάδρα της κάμερας, καθιστούν απλώς το εγχείρημα ακόμα ελκυστικότερο.
     Στο πρώτο ήμισυ του φιλμ επικρατούν μαεστρικά ενορχηστρωμένα υπονοούμενα σχετικά με το τι συμβαίνει, ενισχυμένα από κατάλληλα υπαινικτικό μοντάζ και με την αγωνία να κλιμακώνεται ομαλά. Έξυπνες προοικονομίες (π.χ. η ήττα του ήρωα στο παιχνίδι σκάκι με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, συνοδευόμενη από την εκδικητική αλλά χιουμοριστική κατάβρεξη του υπολογιστή με ουίσκι, συνιστά κλειδί για την ορθή κατανόηση του φινάλε;) και απότομες αλλά μη ρητά ανακοινωμένες στον θεατή χρονικές μεταβάσεις περνούν σχεδόν απαρατήρητες κατά την πρώτη θέαση, κατορθώνοντας με μια προσεκτική εξέταση να μεγεθύνουν το μυστήριο και την αμφισημία των δρώμενων. Στο δεύτερο ήμισυ η ταινία «στολίζει» τα εν λόγω στοιχεία με ευρήματα απίστευτης φρίκης, σκηνές ανείπωτου σωματικού τρόμου και «έντεχνου» σπλάτερ, μέσω εκπληκτικών για την εποχή ειδικών εφέ. Σε όλο το φιλμ επικρατεί σφιχτός ρυθμός και προσεγμένες γωνίες λήψης της κάμερας, που αποκρύπτουν από τους χαρακτήρες πράγματα ορατά στους θεατές. Ο ατμοσφαιρικός φωτισμός αντιπαραβάλλει τακτικά την «καθαρτική» λάμψη ηλεκτρικών λαμπτήρων, φλογοβόλων ή εκρηκτικών με το περιρρέον μουντό τοπίο της Ανταρκτικής, όπου επικρατούν το απειλητικό λευκό του πάγου και το ψυχρό γαλάζιο – μια απόκοσμη, παγωμένη κόλαση διαποτισμένη από σποραδικές εκφάνσεις ανθρώπινης δραστηριότητας. Η μουσική επένδυση, απρόσμενα όχι του σκηνοθέτη μα γνωστού μουσικοσυνθέτη (του Ένιο Μορικόνε), κινείται απροσδόκητα κοντά στο αναγνωρίσιμο ύφος του Κάρπεντερ (λιτές μα ρυθμικές ηλεκτρονικές μελωδίες από ατμοσφαιρικά συνθεσάιζερ και μπάσα με δυσοίωνη χροιά).
     Δυστυχώς, οι χαρακτήρες είναι ρηχοί και στερεότυποι, με αποτέλεσμα το φιλμ να στηρίζεται αποκλειστικά στις ερμηνείες, στην αγωνία και στην ατμόσφαιρα για να συγκρατήσει τον θεατή. Καθώς σταδιακά αποκαλύπτεται η αλήθεια και ενώ η ομάδα αποδεκατίζεται βαθμιαία, η απόγνωση και η αίσθηση του αναπόφευκτου εξαπλώνονται μεταξύ των χαρακτήρων αφού γρήγορα γίνεται εμφανές πως δεν πρόκειται να διαφύγουν ζωντανοί από την περιπέτειά τους και δεν πρέπει να αφήσουν το παρασιτικό πλάσμα να έρθει σε επαφή με την Ανθρωπότητα. Όμως ούτε οι ήρωες ούτε ο θεατής είναι πάντα βέβαιοι για το ποιος είναι μολυσμένος / απομίμηση και ποιος όχι, συμπεριλαμβανομένου του κεντρικού χαρακτήρα, γεγονός που γιγαντώνει το κλίμα παράνοιας στο κλειστοφοβικό σκηνικό. Προς το τέλος κάθε ίχνος ψυχραιμίας εξαφανίζεται και η πλοκή οδηγείται σε μία δυνατή, αποκαλυπτική κορύφωση, συνοδευόμενη από ένα νεφελώδες, κυνικό και μαεστρικά διφορούμενο φινάλε, με δεκάδες δυνατές αναγνώσεις, πνιγμένο στα υπαινικτικά βλέμματα και στη δυσπιστία, τελείως διαφορετικό τόσο από της νουβέλας όσο και από της παλιότερης ταινίας και χαρακτηριζόμενο από πολλούς ως πεσιμιστικά μηδενιστικό.
     Η διανομή της ταινίας στις σκοτεινές αίθουσες συνέπεσε με αυτήν του Blade Runner και του ET, ο εξωγήινος, γεγονός που ίσως συνέβαλε στην – τότε – χλιαρή αποδοχή της από κοινό και κριτικούς (με κόστος παραγωγής 15 εκατομμύρια δολάρια, απέφερε έσοδα στις ΗΠΑ μικρότερα των 20 εκατομμυρίων). Με το πέρασμα του χρόνου το εγχείρημα επανεκτιμήθηκε και έχει πλέον αποκτήσει καλτ διάσταση, με πλούσιες εκδόσεις του σε οικιακά μέσα (βιντεοκασέτες, DVD, Blu-Ray) να γίνονται ανάρπαστες. Ο Τζον Κάρπεντερ έχει δηλώσει πως θεωρεί την Απειλή ως το πρώτο μέρος της θεματικής αποκαλυπτικής τριλογίας του περί του «τέλους του κόσμου», στο οποίο (σε αντίθεση με τα δύο επόμενα φιλμ) ο φορέας του αφανισμού της Ανθρωπότητας απεικονίζεται τελείως απομονωμένος και το διφορούμενο τέλος αφήνει αδιευκρίνιστη την έκβαση της ιστορίας. Συνέχειες της πλοκής κυκλοφόρησαν ως κόμικς κατά τη δεκαετία του 1980 αλλά και ως ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι δράσης / τρόμου και επιβίωσης τρίτου προσώπου το 2002, ενώ το 2011 διανεμήθηκε στις σκοτεινές αίθουσες ένα κινηματογραφικό προοίμιο με τον ίδιο τίτλο, από διαφορετικούς συντελεστές. Ισορροπώντας στην πραγματικότητα μεταξύ άμεσου προοιμίου με έμφαση στη φυσική δράση και μιμητικής ανακατασκευής του φιλμ του Κάρπεντερ, η νεότερη Απειλή του 2011 με την πιστή αναπαράσταση της νορβηγικής βάσης, τα εκσυγχρονισμένα ειδικά εφέ (τώρα ψηφιακά υποβοηθούμενα, εγείροντας αναπόφευκτες εις βάρος της συγκρίσεις μεταξύ των εμφανώς «πλαστών» γραφικών υπολογιστή και των εμπνευσμένων «χειροποίητων» εφέ του 1982) και τα ισχυρότερα δάνεια από το Alien – κυρίως ως προς τον χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας και τη σεκάνς του φινάλε – κατάφερε να ζωντανέψει ξανά το κλίμα αγωνίας και να κλέψει με αξιοπρέπεια κάτι απ’ τη μαγεία του Αμερικανού σκηνοθέτη, χωρίς μεν να μοιάζει παράταιρη, αποδεικνυόμενη δε πιο άνευρη, καθόλου αμφίσημη ή κλειστοφοβική και περισσότερο συμβατική δημιουργία.