Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Απόδραση από το Λος Άντζελες» (1996)




     2013. Οι ΗΠΑ είναι μία νεοσυντηρητική θεοκρατική χώρα, κυβερνώμενη αυταρχικά από έναν ισόβιο Πρόεδρο στηριγμένο στην κρατική καταστολή. Το Λος Άντζελες, ύστερα από τον καταστρεπτικό σεισμό του 2000, έχει ισοπεδωθεί, έχει αποκοπεί από την ενδοχώρα της Καλιφόρνια και έχει μετατραπεί σε νησί-φυλακή, όπου η κυβέρνηση εξορίζει ως εγκληματίες όσους παραβαίνουν τον νόμο ή τον αυστηρό ηθικό κώδικα  και τους κανόνες πολιτικής ορθότητας του θρησκευόμενου Προέδρου: άθεοι, μουσουλμάνοι, πόρνες, χρήστες ψυχοτρόπων ουσιών, καπνιστές και κρεατοφάγοι. Εκεί οι κατάδικοι ζουν ανεπιτήρητοι, διασπασμένοι σε αντίπαλες συμμορίες και χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Ο πάλαι ποτέ βετεράνος των Ειδικών Δυνάμεων Σνέικ Πλίσκεν (Κερτ Ράσελ) έχει συλληφθεί για άλλη μια φορά και καταλήγει έτοιμος για μεταφορά στο Λος Άντζελες, μα ο ίδιος ο Πρόεδρος τον στρατολογεί με μία προσφορά: θα λάβει πλήρη χάρη αν διεισδύσει στην κατεστραμμένη πόλη, ανακτήσει ένα μυστικό υπερόπλο το οποίο έχει καταπέσει στο νησί και το επιστρέψει στις Αρχές των ΗΠΑ.
     Το όπλο δεν είναι παρά το τηλεχειριστήριο για ένα παγκόσμιο δίκτυο στρατιωτικών τεχνητών δορυφόρων (με κωδικό όνομα «Δαμόκλειος Σπάθη»), ικανό να πλήξει οποιαδήποτε περιοχή του πλανήτη με ηλεκτρομαγνητικό παλμό και να καταστρέψει άμεσα κάθε ηλεκτρονική συσκευή στην εμβέλειά του, ενώ η κλοπή του οφείλεται στην ίδια την κόρη του προέδρου (ονόματι… Ουτοπία) όταν αυτή προσηλυτίστηκε στις ιδέες του Κουέρβο Τζόουνς, αυταρχικού Περουβιανού αντάρτη και αρχισυμμορίτη του Λος Άντζελες. Ο Τζόουνς σκοπεύει να αξιοποιήσει τη Δαμόκλειο Σπάθη ώστε να καταστρέψει τον αμυντικό μηχανισμό των ΗΠΑ, διευκολύνοντας έτσι μία επικείμενη εκδικητική εισβολή λατινοαμερικανικών χωρών του Γ’ Κόσμου στη Β. Αμερική, αλλά ο Πλίσκεν δεν έχει ούτε τη διάθεση ούτε την πολυτέλεια να επιλέξει στρατόπεδο: οι υπάλληλοι του Προέδρου τον μολύνουν με έναν θανατηφόρο ιό και υπόσχονται να του δώσουν το αντίδοτο μόνο αν ανακτήσει με επιτυχία το τηλεχειριστήριο μες στις επόμενες δέκα ώρες…
     Ο Τζον Κάρπεντερ, μετά την παταγώδη αποτυχία του ριμέικ του στο κλασικό φιλμ Το χωριό των καταραμένων (1995), επιστρέφει με ένα ριμέικ δικής του πολυαγαπημένης ταινίας. Δεκαπέντε έτη ύστερα από το δυστοπικό, σχεδόν μεταποκαλυπτικό b-movie δράσης Απόδραση από τη Νέα Υόρκη ο Σνέικ Πλίσκεν επανεμφανίζεται στη μεγάλη οθόνη, με ένα σενάριο στο οποίο συνεργάστηκαν ο σκηνοθέτης, ο πρωταγωνιστής Κερτ Ράσελ και η Ντέμπρα Χιλ – επί σειρά ετών παραγωγός των ταινιών του Κάρπεντερ. Αν και τυπικά πρόκειται για συνέχεια, στην πραγματικότητα εδώ έχουμε μία εκσυγχρονισμένη ανακατασκευή του κλασικού φιλμ, με πανομοιότυπα ευρήματα, χαρακτήρες και αισθητική. Εκεί που διαφοροποιείται η Απόδραση από το Λος Άντζελες είναι στη φυσική δράση και στα ειδικά εφέ – με τη βοήθεια ψηφιακών γραφικών υπολογιστών και ενός πολύ υψηλότερου προϋπολογισμού (50 εκατομμύρια δολάρια) αυτά τα στοιχεία εδώ έχουν κλιμακωθεί προς τα πάνω, με εμφανή στόχο την απόσπαση του θαυμασμού των θεατών. Δυστυχώς, ως παρενέργεια, η ατμόσφαιρα του παλαιού εγχειρήματος σχεδόν χάνεται, με τα σκηνικά να μοιάζουν ψεύτικα και όχι τόσο εντυπωσιακά κινηματογραφημένα παρά τα κολασμένα τοπία του μεταποκαλυπτικού Λος Άντζελες, ενώ ό,τι έμοιαζε καινοτόμο και συναρπαστικό το 1981 μοιάζει κλισέ και ανέμπνευστο το 1996, εφόσον επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσιο. Η αίσθηση του φτηνού b-movie, παρά τις ανεβασμένες αξίες παραγωγής, είναι διάχυτη στα καρέ του φιλμ και το σκηνοθετικό ταλέντο του Κάρπεντερ αδυνατεί να λάμψει για να σώσει την κατάσταση.
     Οι περισσότεροι χαρακτήρες είναι παντελώς μονοδιάστατοι και στοχεύουν αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση της πλοκής, η οποία για το μεσαίο ένα τρίτο της ταινίας μοιάζει με συρραφή ασύνδετων επεισοδίων ενώ τα λογικά κενά της είναι πολύ μεγαλύτερα από της Νέας Υόρκης. Ακόμα και τα ψηφιακά εφέ μοιάζουν ψεύτικα, ενώ οι δεύτεροι ρόλοι περνούν απαρατήρητοι παρά το ενδιαφέρον καστ (Στιβ Μπουσέμι, Παμ Γκρίερ, Πίτερ Φόντα, Μπρους Κάμπελ). Ο μονόφθαλμος Πλίσκεν βεβαίως είναι όπως πάντα γεροδεμένος, λακωνικός, εφευρετικός, διασκεδαστικά σαρκαστικός, απερίσκεπτος και αλαζόνας, μηδενιστής, υποδόρια οργισμένος και σαρωτικός, εφόσον παλεύει ενάντια στον χρόνο για την επιβίωσή του – είναι όμως αδύνατον να στηριχθεί όλο το φιλμ επάνω του, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες ενός Κερτ Ράσελ ο οποίος έχει δηλώσει πως πρόκειται για τον αγαπημένο του ρόλο και υπήρξε ο βασικός υποστηρικτής του εγχειρήματος όσο αυτό ήταν ακόμα υπό συζήτηση. Στα θετικά της ταινίας συγκαταλέγονται το διάχυτο χιούμορ και η σατιρική διάθεση διακωμώδησης του χολιγουντιανού «υπερθεάματος», την οποία μπορεί εύκολα να ανιχνεύσει κανείς στις τελείως υπερβολικές και αναληθοφανείς – αν και ρυθμικές – σκηνές δράσης (π.χ. το στιγμιότυπο του σερφ στο τσουνάμι, το γεγονός ότι ο αντιήρωας Πλίσκεν μοιάζει απρόσβλητος από τις σφαίρες κοκ). Σ’ αυτό το πλαίσιο, το σενάριο δεν χάνει ευκαιρία να παραβιάσει με νάζι τις προσδοκίες του θεατή (π.χ. αντί για θεαματική μονομαχία ρωμαϊκού τύπου, ο συλληφθείς Πλίσκεν αναγκάζεται να… κερδίσει ένα παιχνίδι μπάσκετ!), ενώ νιώθει κανείς πως η εσκεμμένα μεγάλη ομοιότητά του με τον κινηματογραφικό προκάτοχό του παρωδεί, μέσω μιας μεταμοντέρνας αυτοαναφορικότητας, την τάση του εμπορικού χολιγουντιανού κυκλώματος για παραγωγή ανούσιων φιλμικών συνεχειών σε παλιότερες επιτυχίες της μεγάλης οθόνης. Συνολικά, στον βαθύτερο πυρήνα της η ταινία έχει περισσότερη συγγένεια με τον σατιρικό Χαμό στην Τσαϊνατάουν του 1986, παρά με τη σκοτεινή Απόδραση από τη Νέα Υόρκη.
     Από το φιλμ ξεπροβάλλει νικητήριος και ο κυνικός μηδενισμός του Κάρπεντερ: ο πολιτισμός της Δύσης κρίνεται για άλλη μια φορά ως αποτυχημένος, χωρίς ελπίδα σωτηρίας, και το αποκαλυπτικό φινάλε προβάλλει την «επανεκκίνηση» της Ιστορίας ως μόνη λύση, την αναδημιουργία της Ανθρωπότητας σε μία νέα ηθική βάση. Η αφελής ουτοπία (καθόλου υπαινικτικοί οι δημιουργοί, ονόμασαν έτσι έναν χαρακτήρα!) έχει προδοθεί από τα συστήματα κοινωνικής καταστολής και χειραγώγησης, από τον αυταρχισμό ο οποίος ανθεί στους κόλπους τόσο των καταπιεστών όσο και των καταπιεζόμενων, ενώ ο ασυμβίβαστος αντιήρωας – ενσάρκωση της ίδιας της διωκόμενης ελευθερίας και απρόσβλητος από τον ιό της εξουσίας – κρατά το κλειδί ενός καλύτερου μέλλοντος. Ταυτόχρονα, ο σκηνοθέτης δεν χάνει την ευκαιρία να στηλιτεύσει την ψεύτικη λάμψη της κοινωνικής ελίτ και το απατηλό «γκλάμουρ» της πρωτεύουσας της βιομηχανίας του θεάματος ονόματι Λος Άντζελες (ενδιαφέρουσα η σεκάνς με τον αιμοσταγή πλαστικό χειρούργο και τους άλλοτε πλούσιους πελάτες του, οι οποίοι επιβιώνουν «καταναλώνοντας» τα σωματικά μέρη των θυμάτων του), μα και την άνοδο της θεοκρατικής, νεοσυντηρητικής χριστιανικής Δεξιάς στις ΗΠΑ: η πλοκή ηχεί ανατριχιαστικά παρόμοια με ό,τι πράγματι συνέβη στον κόσμο – μια πενταετία ύστερα από την προβολή του φιλμ – μετά την Ενδεκάτη Σεπτεμβρίου του 2001, την εκδικητική «εισβολή» του Γ’ Κόσμου στην καθημερινότητα της Δύσης, τον Πόλεμο της Τρομοκρατίας και την οκταετή θητεία Μπους στον Λευκό Οίκο.
     Αξιοσημείωτο είναι το μουσικό θέμα των τίτλων έναρξης – μία πιο πλούσια, πιο τραχιά και πιο ηλεκτρονική εκδοχή του μινιμαλιστικού θέματος της κλασικής ταινίας – και μάλλον αναμενόμενη η παταγώδης εμπορική αποτυχία του φιλμ στις σκοτεινές αίθουσες του 1996.