Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Κινηματογράφος: «Ζουν ανάμεσά μας» (1988)




     Σε ένα υπερσύγχρονο Λος Άντζελες ρημαγμένο από την ανεργία και την ταξική διαίρεση – αλλά πάντα ηλιόλουστο – ένας γεροδεμένος, απολυμένος εργάτης από την επαρχία αναζητά μάταια μια θέση εργασίας σε οικοδομές και τις νύχτες κοιμάται σ’ έναν καταυλισμό αστέγων. Συνεχίζει ωστόσο να πιστεύει στο σύστημα, να πιστεύει «στην Αμερική», να περιμένει τη μέρα που τα πράγματα «θα διορθωθούν». Όταν αντιλαμβάνεται πως ο χριστιανικός ναός δίπλα στον καταυλισμό αποτελεί απλώς τη βιτρίνα για μια μυστική οργάνωση διωκόμενη από την Αστυνομία, βιώνοντας ως αποτέλεσμα στο πετσί του την κρατική καταστολή μέσω μιας νυχτερινής εκκαθαριστικής επιχείρησης διάλυσης του παράνομου καταυλισμού, αρχίζει να συνειδητοποιεί μια κρυμμένη, τρομακτική αλήθεια. Ένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου από τα ερείπια της εκκλησίας – τμήμα ενός φορτίου το οποίο η οργάνωση σύντομα επρόκειτο να διαθέσει στην κυκλοφορία – επιτρέπει σε όποιον τα φορά να βλέπει την πραγματική εικόνα του αστικού περιβάλλοντος: η άρχουσα τάξη και ένα ποσοστό των αστυνομικών είναι εξωγήινοι εισβολείς με τερατώδη μορφή, ενώ οι τηλεοπτικές εικόνες, τα περιοδικά έντυπα και οι διαφημιστικές πινακίδες περιέχουν κρυμμένα υποσυνείδητα μηνύματα κατασκευασμένα ώστε να προτρέπουν τον πληθυσμό στην υπακοή και στην υπερκατανάλωση. Η Γη έχει εδώ και καιρό αποικιστεί από διαπλανητικούς εμπόρους που βρήκαν στον πλανήτη μας έναν γαλαξιακό Γ’ Κόσμο... Η πραγματικότητα αυτή παραμένει συσκοτισμένη χωρίς τα γυαλιά, εξαιτίας ενός μόνιμου υποσυνείδητου σήματος που εκπέμπεται από κάποιον κεντρικό σταθμό και παραμορφώνει την αντίληψη των ανθρώπων μέσω συστηματικής πλύσης εγκεφάλου…
     Ο Τζον Κάρπεντερ, στην κορύφωση ενός μακρού δημιουργικού σερί καταμεσής της δεκαετίας του 1980, συνεχίζει με ανεξάρτητη χρηματοδότηση έξω από το μεγάλο χολιγουντιανό κύκλωμα και το 1988 συγγράφει, σκηνοθετεί και συνθέτει μουσική για ένα – κλασικό σήμερα – b-movie, μια παρανοϊκή σάτιρα με ισόποσα στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, δράσης και μαύρης κωμωδίας. Κατορθώνει ταυτόχρονα να εμποτίσει το Ζουν ανάμεσά μας με αριστερόστροφο πολιτικό σχολιασμό ενάντια στις επικρατούσες τότε πολιτικές της κυβέρνησης Ρήγκαν, χωρίς ίχνος ωστόσο διδακτισμού, στο πλαίσιο μίας εμπνευσμένης και επίκαιρης αλλά καθόλου υπαινικτικής αλληγορίας περί της ταξικής ιεράρχησης της κοινωνίας. Κι όλα αυτά σε μία περίοδο ακμής των γιάπηδων, του χρηματοπιστωτικού μεταβιομηχανικού καπιταλισμού, του ρηγκανικού / θατσερικού προγράμματος και – ταυτόχρονα – γιγάντωσης των κοινωνικών ανισοτήτων στη Δύση. Με φόντο μία λαμπερή μητρόπολη βυθισμένη στην αστική παρακμή ύστερα από τη λήξη της μεταπολεμικής «ευημερίας», με πρώτη ύλη μία σχετικά άγνωστη λογοτεχνική πηγή (ένα διήγημα του 1963), με πρωταγωνιστικό χαρακτήρα καταγόμενο από τα σπαγγέτι γουέστερν και αξιοποιώντας τακτικούς συνεργάτες του (π.χ. ηθοποιούς από την Απειλή του 1982 και τον Πρίγκιπα του σκότους του 1987), ο Κάρπεντερ σφυρηλατεί μία διασκεδαστική περιπέτεια με έμφαση στη φυσική δράση και με διάχυτο χιούμορ.
     Το φιλμ χαρακτηρίζεται από έξυπνες ιδέες και στο πρώτο ήμισύ του, όπου ένα πέπλο μυστηρίου καλύπτει την πλοκή, οικοδομείται υποδειγματικά μία αινιγματική ατμόσφαιρα. Εκφράζει, μέσω μιας απλής μεταφοράς, τη δυσφορία του σκηνοθέτη απέναντι στη διευρυνόμενη αγοραιοποίηση / εμπορευματοποίηση της πρώιμης νεοφιλελεύθερης κοινωνίας και στην εκθετικά αυξανόμενη επιρροή των ΜΜΕ. Διαθέτει το ενδιαφέρον εύρημα του «ασπρόμαυρου» (διαμέσου των γυαλιών) πραγματικού κόσμου, κατ’ αντιδιαστολή με τον «πολύχρωμο» κόσμο της προπαγάνδας – υπονοώντας ίσως πως η «αλήθεια» περί της κοινωνίας είναι πολύ απλή και άμεσα προσπελάσιμη, παρά τον διαρκή αποπροσανατολισμό μας από την άρχουσα τάξη. Ο πυρήνας της πλοκής παραπέμπει στον μυθικό κύκλο του VALIS, του συγγραφέα Φίλιπ Ντικ. Γι’ άλλη μια φορά, όπως στον Χαμό στην Τσαϊνατάουν (1986), οι συμβάσεις του κινηματογραφικού ρομάντζου διακωμωδούνται από τον σκηνοθέτη και οι προσδοκίες του θεατή ανατρέπονται. Το τελευταίο ημίωρο, με τις απανωτές αισθητικές αναφορές στα ψυχροπολεμικά χολιγουντιανά b-movie εξωγήινων τεράτων (με τα οποία μεγάλωσε ο Κάρπεντερ), αντιστρέφει ευφυώς τις δικές τους συμβάσεις τοποθετώντας τον εχθρό στην ίδια την «καρδιά της Αμερικής». Οι σκηνές δράσεις είναι καλοσκηνοθετημένες και σφιχτές. Η πεντάλεπτη σεκάνς της παρατεταμένης και βίαιης πάλης ανάμεσα στον λευκό ήρωα και στον Αφροαμερικανό συνάδελφό του – αρνούμενο να φορέσει τα γυαλιά και να αποδεχθεί την αλήθεια – σήμερα θεωρείται κλασική, κατορθώνοντας να συμπυκνώσει σε ένα στιγμιότυπο σχεδόν κωμικής βίας όλη την αγανάκτηση του σεναριογράφου με το πολιτικό κλίμα του καιρού του και με την αδυναμία των καταπιεσμένων να ενωθούν.
     Μα τα θετικά αυτά στοιχεία δεν επαρκούν για να καλύψουν τα προβλήματα του εγχειρήματος: προσχηματικοί χαρακτήρες, ορισμένες στιγμές άστοχου χιούμορ, λογικά κενά, μα και υπονόμευση του θέματος τόσο από την ακραία έλλειψη υπαινικτικότητας όσο και από την «ελαφρότητα» του τελευταίου μέρους. Η σάτιρα στην οποία προσπαθεί να επιδοθεί το σενάριο, όπου οι ανώτερες τάξεις απεικονίζονται ως τερατώδεις και άπληστοι εξωγήινοι έμποροι – με όψη σαπισμένου πτώματος – που «εκτρέφουν» συνωμοτικά την υπόλοιπη Ανθρωπότητα στις μεγαλουπόλεις σαν κοπάδι υπηρετών, ενώ ταυτόχρονα την παραπλανούν μέσω των ΜΜΕ, χάνει τη στόχευσή της με τις διαδοχικές, τυποποιημένες σκηνές δράσης και τη συμβατική ανέλιξη της πλοκής. Οι περισσότερες ερμηνείες είναι μάλλον ανεπαρκείς και η ανάθεση του πρωταγωνιστικού ρόλου στον παλαιστή Ρόντι Πάιπερ δεν βοηθά και πολύ. Η σφραγίδα του δημιουργού είναι πανταχού παρούσα στο εγχείρημα αλλά σε μικρές δόσεις, με τον εικαστικό τομέα να μην εντυπωσιάζει και με τη μουσική – τυπική μελωδία του Κάρπεντερ, χαμηλού τέμπο, στηριγμένη στα κρουστά και στο επαναλαμβανόμενο δυσοίωνο συνθεσάιζερ, αλλά τώρα με μια δόση απαισιόδοξου μπλουζ στο μείγμα – να κρατά διακριτικό ρόλο. Η μόδα και η αισθητική του ’80 διαπερνούν τις εικόνες της ταινίας, προσδίδοντας στο φιλμ μία ενδιαφέρουσα ρετρό χροιά για τον σημερινό θεατή.
     Με κόστος παραγωγής μόνο 3 εκατομμύρια δολάρια το Ζουν ανάμεσά μας αποτέλεσε εμπορική επιτυχία, μα σήμανε και τη λήξη της περισσότερο καλλιτεχνικά καρποφόρας περιόδου του Τζον Κάρπεντερ.