Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Απόδραση από τη Νέα Υόρκη» (1981)




     Στο εγγύς μέλλον, το 1997, η εγκληματικότητα στις ΗΠΑ έχει εκτιναχθεί στα ύψη, ριζοσπαστικές πολιτικές ομάδες προκαλούν αναταραχή, η τεχνολογία της παρακολούθησης και της καταστολής στην υπηρεσία της κυβέρνησης έχει εξελιχθεί, ενώ από καιρό έχει ξεσπάσει παγκόσμιος πόλεμος με τη «σοσιαλιστική» Σοβιετική Ένωση και την Κίνα. Το Μανχάταν έχει εκκενωθεί, περιτειχιστεί, αποκλειστεί και οι περιπολούμενοι έξοδοί του έχουν ναρκοθετηθεί, μετατρέποντάς το σε αδιαπέραστη, γιγάντια φυλακή υψίστης ασφαλείας, όπου τοποθετούνται οι πιο επικίνδυνοι εγκληματίες χωρίς άμεση αστυνομική επιτήρηση – κανείς δεν βγαίνει ποτέ από εκεί. Όταν ακτιβιστές τρομοκράτες καταλαμβάνουν το αεροσκάφος του Προέδρου της χώρας (Ντόναλντ Πλέζενς) και το οδηγούν σε συντριβή καταμεσής του Μανχάταν, οι υπεύθυνοι της Μυστικής Υπηρεσίας αναγκάζονται να ζητήσουν τη βοήθεια του καταδίκου Σνέικ Πλίσκεν (Κερτ Ράσελ): κυνικός, γεροδεμένος, πρώην καταδρομέας των Ειδικών Δυνάμεων και νυν συλληφθείς ληστής τραπεζών με διασυνδέσεις στον υπόκοσμο, πρέπει να διεισδύσει απαρατήρητος στο Μανχάταν με ανεμοπλάνο και να βρει μέσα σε 24 ώρες τον Πρόεδρο – αιχμάλωτο των κρατουμένων, οι οποίοι έχουν οικοδομήσει τη δική τους «πρωτόγονη» κοινωνία υπό την ηγεσία του «Δούκα» –, διαφορετικά θα καταλήξει νεκρός. Όμως το σημαντικό δεν είναι η ζωή του Προέδρου αλλά μία κασέτα δεδομένων την οποία έχει μαζί του, με πολύτιμες επιστημονικές πληροφορίες ικανές να τερματίσουν τον πόλεμο και να φέρουν την ειρήνη, αρκεί να βρεθούν και να αξιοποιηθούν προτού λήξει μία Συνδιάσκεψη Κορυφής ακριβώς σε 24 ώρες…
     Καταμεσής της δεκαετίας του 1970, στον απόηχο του σκανδάλου του Γουότεργκεϊτ το οποίο πυροδότησε στο Χόλιγουντ μία λαίλαπα ταινιών με θεματολογία αντικυβερνητικής συνωμοσιολογίας, ο Τζον Κάρπεντερ έγραψε το σενάριο ενός πρωτότυπου, αγωνιώδους b-movie δράσης σε σκηνικό επιστημονικής φαντασίας και με μια αίσθηση διαρκούς νυχτερινής απειλής. Τότε το εγχείρημα δεν έγινε δεκτό από κανένα στούντιο, αλλά μετά τη γιγάντια επιτυχία της πασίγνωστης Νύχτας με τις μάσκες (1978) και τη διεθνή διανομή του αυστραλέζικου μεταποκαλυπτικού b-movie δράσης Μαντ Μαξ (1979) ο σκηνοθέτης κατόρθωσε να βρει παραγωγούς πρόθυμους να χρηματοδοτήσουν την – καλτ πλέον – Απόδραση από τη Νέα Υόρκη (1981). Η απέριττη πλοκή είναι κομψά δομημένη, οι χαρακτήρες και οι διάλογοι απολαυστικά εξωπραγματικοί, οι σποραδικές πινελιές του χιούμορ κατάμαυρες («–Are you going to kill me now? –Too tiredmaybe later.»), το φινάλε ταιριαστά μηδενιστικό και κυνικό ως προς την άρχουσα τάξη, η δράση υποδειγματικά φιλμαρισμένη, η βία στυλιζαρισμένα τραχιά, τα ντεκόρ πειστικά και ατμοσφαιρικά, τα ειδικά εφέ «της παλιάς σχολής». Όμως τα κύρια ατού της Απόδρασης είναι ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας του Πλίσκεν, η ερμηνεία του από τον Κερτ Ράσελ, η σκηνοθεσία του Κάρπεντερ και οι ιδέες του σεναρίου.
     Ξεκινώντας από το τελευταίο στοιχείο, ο δημιουργός έχει δηλώσει πως πρόθεσή του ήταν να απεικονίσει την αίσθηση της Νέας Υόρκης ως «μητροπολιτικής ζούγκλας» – επομένως το εύρημα του Μανχάταν ως γιγάντιας περιτειχισμένης φυλακής αφημένης παντελώς στη διάθεση των κρατουμένων, ήταν τόσο ταιριαστό στο θέμα, όσο και μια ευτυχής στιγμή για την επιστημονική φαντασία συνολικότερα. Εξελίσσοντας παραπέρα ένα κεντρικό στοιχείο του προγενέστερου Ο σταθμός 13 δέχεται επίθεση (1976), ο Κάρπεντερ αποδίδει με μοναδικό τρόπο την απειλή της νυχτερινής, αστικής παρακμής μέσα από τα μεταποκαλυπτικά μητροπολιτικά σκηνικά και τους «κόσμους» των συμμοριών οι οποίες λυμαίνονται την εγκαταλελειμμένη μεγαλούπολη, εκεί όπου όταν πέφτει ο Ήλιος ο φωτισμός δεν έρχεται από ηλεκτρικούς λαμπτήρες αλλά από πυρσούς μέσα σε κτήρια πολυκαιρισμένου μπετόν, εκεί όπου στήνονται μονομαχίες μέχρι θανάτου για τη διασκέδαση του πλήθους στα πρόθυρα του 21ου αιώνα. Η μετανεωτερική βαρβαρότητα στο πεδίο όπου συναντάται η πλέον προχωρημένη τεχνολογία με τα απομεινάρια της κοινωνικής αποσύνθεσης, συνιστά ένα θέμα εξαιρετικά επίκαιρο για την επιστημονική φαντασία κατά τη δεκαετία 1975 – ’85 και ο Κάρπεντερ έπιασε άψογα τον παλμό της εποχής.
     Δεν είναι καθόλου συμπτωματικό ούτε το ότι οι (ελάχιστες) σκηνές του φιλμικού κόσμου έξω από τη φυλακή μας δείχνουν μία κοινωνία υψηλής τεχνολογίας και υψηλής επιτήρησης – φώτα νέον, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, οθόνες και «στρατιωτικοποιημένοι», πάνοπλοι, θωρακισμένοι αστυνομικοί διακρίνονται σχεδόν σε κάθε πλάνο – ούτε το ότι ο Ουίλιαμ Γκίμπσον, συγγραφέας του εμβληματικού κυβερνοπάνκ μυθιστορήματος Νευρομάντης (1984), αναφέρει ως βασικές πηγές έμπνευσης τα γαλλικά κόμικς του ’70 και… την Απόδραση από τη Νέα Υόρκη! Ορισμένα στοιχεία μάλιστα του λογοτεχνικού Νευρομάντη (οι υπόνοιες μέσω των διαλόγων περί ενός προσφάτου Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου μεταξύ ΝΑΤΟ και Σοβιετικής Ένωσης, η επιδρομή με τα ανεμόπτερα σε σοβιετικό έδαφος, ο εμβολιασμός του απρόθυμου πρωταγωνιστή με καταστρεπτικές ουσίες – νευροτοξίνες στον Νευρομάντη, μικροσκοπικά εκρηκτικά εδώ) μοιάζουν να έχουν ληφθεί απευθείας από την κινηματογραφική Απόδραση.
     Στο φιλμ συναντούμε για άλλη μια φορά τα συνηθισμένα στοιχεία της προσέγγισης του δημιουργού: σκοτεινό κλίμα, λακωνικό σενάριο, πλαστικές και δεξιοτεχνικές κινήσεις της κάμερας, ατμοί και καπνοί ατμοσφαιρικά φωτισμένοι, ζοφερή και μινιμαλιστική συνοδευτική μουσική ­– στηριγμένη στο συνθεσάιζερ και στα απόκοσμα κρουστά – η οποία προσδίδει ρυθμό στις σκηνές, σφιχτό μοντάζ, προσεγμένη γεωμετρία στα πλάνα, ομαλή αφηγηματική ροή. Η ταινία πετυχαίνει ένα ανησυχαστικό κλίμα αυθεντικότητας αφού τα γυρίσματα δεν έγιναν σε στούντιο με ελεγχόμενο φωτισμό, αλλά τη νύχτα σε πραγματικές, κατεστραμμένες από πυρκαγιές και αχρηστία αστικές γειτονιές του Ανατολικού Σεντ Λούις στο Μισούρι, πλημμυρισμένες από παλιά κτήρια παρόμοιας προπολεμικής αρχιτεκτονικής με του Μανχάταν. Οι σκηνές οι οποίες έχουν φιλμαριστεί – πάντα τη νύχτα – στο πραγματικό νησί του Αγάλματος της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη ενισχύουν την αίσθηση της αυθεντικότητας, ενώ τα ειδικά εφέ (κυρίως για οθόνες όπου σύμφωνα με το σενάριο απεικονίζονται γραφικά υπολογιστή), η μουντή φωτογραφία και η καλοφτιαγμένη μινιατούρα του εγκαταλελειμμένου Μανχάταν για τα εναέρια πλάνα επιτελούν άψογα τον σκοπό τους. Σημειωτέον πως ορισμένα από τα εφέ οφείλονται στον νεαρό τότε Τζέιμς Κάμερον!
     Ο Πλίσκεν είναι ένας σκληροτράχηλος, λακωνικός και αποτελεσματικός αντιήρωας, βετεράνος της «Μάχης του Λένινγκραντ», ο οποίος πλέον ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το ατομικό του όφελος και την απόλαυση της τρέχουσας στιγμής, ως αποτέλεσμα της απογοήτευσής του από τον πόλεμο, από την παραφροσύνη του και την προδοσία. Μισεί πλέον όχι μόνο την εξουσία, αλλά την ίδια την κοινωνία. Το σενάριο τον περιγράφει με μάλλον κλισέ τρόπο, κατευθείαν από τα τεφτέρια του σπαγγέτι γουέστερν, αλλά καθόλου στατικά – ο Σνέικ εξελίσσεται, μαθαίνει να συνεργάζεται και ως αποτέλεσμα της περιπέτειας στην οποία απρόθυμα συμμετείχε ανακτά την αυτοεκτίμησή του στο ειρωνικό φινάλε, όπου όταν κερδίζει την αποφυλάκισή του υπονομεύει ενεργητικά την ίδια την αποστολή την οποία έφερε εις πέρας και μαζί της τις επιλογές μιας εγωπαθούς άρχουσας τάξης, αρνούμενος ουσιαστικά να πουληθεί. Κατά τη διάρκεια της ταινίας ο ήρωας βαθμιαία εξανθρωπίζεται και – απρόσμενα – ενσωματώνεται ξανά στην κοινωνία, μέσα από τα φίλτρα του αντεστραμμένου κόσμου των καταδίκων. Ενώ κατά την παραμονή του στη Νέα Υόρκη οι περισσότεροι έγκλειστοι τους οποίους συναντούσε του διευκρίνιζαν πως «τον νόμιζαν για νεκρό», στο τέλος δηλώνει για πρώτη φορά πως το όνομά του δεν είναι Σνέικ (το ψευδώνυμό του απ’ τον υπόκοσμο) αλλά Πλίσκεν. Σεναριακό εύρημα τόσο απλό και χαρακτηριστικό των b-movie, αλλά τόσο γοητευτικό και λειτουργικό. Ο Ράσελ, ουσιαστικά ευρύτερα γνωστός χάρη σ’ αυτή την ταινία, αποδεικνύεται εξαιρετικός για τον ρόλο και μέσα από τα μουγκρητά του, το μακρύ βρώμικο μαλλί, τα τατουάζ και την καλύπτρα της (υποθέτουμε κενής) κόγχης του ματιού του, κατορθώνει να προσδώσει όχι απλώς χάρη στον «επικίνδυνο, σκληροτράχηλο» Πλίσκεν, αλλά και την απαραίτητη δόση (μαύρου) χιούμορ, αφού είναι εμφανές πως οι συντελεστές θεωρούν το εγχείρημα στηριγμένο περισσότερο στον σαρκασμό και στη διασκέδαση παρά στον βαρυσήμαντο μελλοντολογικό προβληματισμό. Παρόμοια ισχύουν και για το αξιόλογο υποστηρικτικό καστ (Χάρι Ντιν Στάντον, Λη Βαν Κλιφ, Ντόναλντ Πλέζενς, Άιζακ Χέιζ).
     Αν πρέπει να βρεθεί ένα ελάττωμα στην ταινία, αυτό είναι μάλλον ο προβληματικός ρυθμός στην υποτονική, μακρόσυρτη και αντιρεαλιστική καταδίωξη κατά μήκος της ναρκοθετημένης γέφυρας η οποία οδηγεί έξω απ’ το Μανχάταν, αμέσως πριν το φινάλε. Από εκεί και πέρα, για όποιον συμβιβάζεται με την ιδιαίτερη αισθητική και τις ευαισθησίες ενός ταλαντούχου δημιουργού ο οποίος ποτέ δεν έλαβε το έργο του και πολύ στα σοβαρά, το φιλμ – ένα μεταμοντέρνο κολάζ της λαϊκής κουλτούρας με δεκάδες αναφορές σε παλαιότερες ταινίες και έμφαση στη στυλιζαρισμένη, απενοχοποιημένη διασκέδαση – παρέχει πολλές συγκινήσεις ακόμα και σήμερα. Σημειωτέον ότι η «ηλεκτρονική» φωνή της αφήγησης στην εισαγωγή ανήκει στην Τζέιμι Λι Κέρτις, ενώ δύο κατάδικοι ονομάζονται Κρόνενμπεργκ και Ρομέρο! Η Απόδραση από τη Νέα Υόρκη κόστισε περί τα 6 εκατομμύρια δολάρια και απέφερε διεθνή κέρδη μεγαλύτερα των 50 εκατομμυρίων.