Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυβερνοπάνκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυβερνοπάνκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Τηλεόραση: «Mister Robot» (2015 - )

MISTER ROBOT





    Ο Έλιοτ Άλντερσον (Ράμι Μάλεκ) είναι τα πρωινά ένας νεαρός υπάλληλος της Allsafe, μίας μεγάλης φίρμας ασφάλειας υπολογιστών – λαμπρό μυαλό και εξαιρετικά ταλαντούχος, αποτελεί τον πολυτιμότερο μηχανικό ασφαλείας στη Νέα Υόρκη. Τις νύχτες γίνεται ένας δεινός χάκερ, κάποιος που προσπαθεί κρυφά, με τον τρόπο του, να βελτιώσει τον κόσμο μας. Ο μοναχικός Έλιοτ, τρέμοντας παθολογικά την κοινωνική επαφή, έχει ως μοναδική φίλη τη συνάδελφό του Άντζελα. Μαζί της τον δένει μία τραγική εμπειρία: ο ταυτόχρονος θάνατος των γονέων τους όταν ήταν παιδιά, εξαιτίας μόλυνσης από τοξικά απόβλητα για την οποία υπεύθυνη ήταν η πανίσχυρη πολυεθνική εταιρεία E Corp. Κρυφά σχεδόν από όλους ο Έλιοτ είναι μορφινομανής, κάνει περιστασιακά σεξ με το βαποράκι του, τη Σέιλα, υποφέρει από παρανοϊκές παραληρητικές ιδέες, επισκέπτεται τακτικά μία ψυχίατρο και συνηθίζει να διεισδύει στα πιο ιδιωτικά μυστικά των άλλων χακάροντας τα δικτυακά τους προφίλ. Το βαθύτερό του όνειρο όμως, φαινομενικά μη πραγματοποιήσιμο, είναι να καταστρέψει την E Corp. Όταν η fsociety, μία ελίτ ομάδα αναρχικών κυβερνοακτιβιστών με επικεφαλής τον ημιπαράφρονα «Κύριο Ρομπότ» (Κρίστιαν Σλέιτερ) τον προσεγγίζει για να τον στρατολογήσει και να τον μυήσει στα μυστικά τους σχέδια, αποζητώντας να εκμεταλλευτούν τη στρατηγική του θέση στην Allsafe, ξαφνικά όλα μοιάζουν δυνατά – η E Corp είναι ο κύριος πελάτης της φίρμας. Η fsociety υπόσχεται πως τα χρέη όλων των πολιτών προς τις τράπεζες μπορούν να διαγραφούν και το κοντέρ των ταξικών διαιρέσεων να μηδενίσει, παρασύροντας την E Corp στον γκρεμό. Στον δρόμο τους βρίσκεται ο φιλόδοξος και αδίστακτος γιάπης Ταϊρέλ Ουέλικ, ένα ανώτατο στέλεχος της E Corp με προχωρημένες τεχνικές γνώσεις στην ασφάλεια υπολογιστικών συστημάτων.

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Τηλεόραση: «Σκοτεινός άγγελος» (2000 - '02)

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

«DARK ANGEL»




     Όταν ο γνωστός σκηνοθέτης Τζέιμς Κάμερον αποφάσισε να ασχοληθεί με την τηλεόραση και να εκτελέσει τη διεύθυνση παραγωγής σε μια περιπετειώδη τηλεοπτική σειρά, το πρώτο που πέρασε από το μυαλό του ήταν μία μεταφορά του κομίστικου υπερήρωα Σπάιντερμαν στη μικρή οθόνη. Το σχέδιο δεν ευοδώθηκε και ο Κάμερον, αξιοποιώντας ιδέες από τον αφηγηματικό κόσμο που είχε κατασκευάσει παλαιότερα ως σεναριογράφος του κυβερνοπάνκ θρίλερ επιστημονικής φαντασίας Παράξενες μέρες (1994), δημιούργησε στην αυγή της νέας χιλιετίας τον δικό του, μεταμοντέρνο υπερήρωα.
     Το σκηνικό όπου εκτυλίσσεται ο Σκοτεινός άγγελος είναι ένα δυστοπικό Σηάτλ του 2019, ευρισκόμενο ουσιαστικά υπό στρατιωτικό νόμο. Παρόλη τη διάχυτη υψηλή τεχνολογία οι περισσότερες μηχανές δεν λειτουργούν, ως αποτέλεσμα μίας τρομοκρατικής ενέργειας με ηλεκτρομαγνητικό παλμό που κατέστρεψε τα περισσότερα ηλεκτρονικά αρχεία και κυκλώματα στις ΗΠΑ μία δεκαετία νωρίτερα (ο «Παλμός»), ωθώντας τη χώρα σε τεράστια οικονομική ύφεση, τις κοινωνικές ανισότητες σε γιγάντωση και τα ατομικά δικαιώματα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Τώρα στους χαοτικούς δρόμους των πόλεων κυκλοφορούν κατά κύριο λόγο άστεγοι, πειναλέοι μεροκαματιάρηδες, πάνοπλοι στρατιώτες και συμπλεγματικοί, διεφθαρμένοι αστυνομικοί. Σε ένα τέτοιο σχεδόν μεταποκαλυπτικό κλίμα, ενισχυμένο από ατμοσφαιρική σκοτεινή φωτογραφία, πλούσιο σκηνικό διάκοσμο και δεξιοτεχνικά κινηματογραφημένες σκηνές δράσης, ο Κάμερον τοποθετεί τυπικά κυβερνοπάνκ ευρήματα, δημιουργώντας ένα όμορφο υβρίδιο: άνευ όρων ανταγωνιζόμενες και παντοδύναμες πολυεθνικές εταιρίες, ένα ανεξέλεγκτο και πανίσχυρο βιομηχανικό-στρατιωτικό σύμπλεγμα, προηγμένη νανοτεχνολογία και βιοτεχνολογία, κοινωνικές ομάδες οργανωμένης αμφισβήτησης, προχωρημένη ταξική διαίρεση, υπόκοσμος της υψηλής τεχνολογίας, ζοφερό αστικό περιβάλλον. Όπως και στις Παράξενες μέρες, αυτό το γοητευτικό σκηνικό ενδύεται τον μανδύα της μετανεωτερικής, νεολαιίστικης υποκουλτούρας των μεγαλουπόλεων – αυτής που ανδρώθηκε κυρίως στις ΗΠΑ κατά τις δεκαετίες του 1970 και ’80: γκράφιτι, χιπ-χοπ, διαγωνιστικά σόου και κόλπα με ποδήλατα, ταξικά γκέτο, ανάλογη αργκό και ενδυματολογική προσέγγιση. Καθόλου τυχαία, οι συντελεστές ανέθεσαν τη σύνθεση της μουσικής επένδυσης της σειράς σε γνωστούς ράπερ και έπνιξαν τους διαλόγους στην ιδιόλεκτο των μητροπολιτικών αμερικανικών γκέτο.

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Άγριες Φοινικιές» (1993)

ΑΓΡΙΕΣ ΦΟΙΝΙΚΙΕΣ

«WILD PALMS»




     Στο εγγύς μέλλον του 2007, ύστερα από μεγάλη οικονομική ύφεση και παρατεταμένη περίοδο αστάθειας κατά τη δεκαετία του 1990, μία παρασκηνιακή ημιθρησκευτική οργάνωση με τεχνοσαμανιστικό προσανατολισμό και ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις ελέγχει σε μεγάλο βαθμό το – εξαιρετικά αυταρχικό πλέον – κράτος των ΗΠΑ: οι «Πατέρες». Καθοδηγούμενοι από τον πάμπλουτο Γερουσιαστή Τόνι Κρόιτσερ (Ρόμπερτ Λόγκια), παθιασμένο με την αθανασία πρόεδρο της εταιρείας ΜΜΕ και καταναλωτικών ηλεκτρονικών Mimecom και ιδρυτή της «Εκκλησίας της Συνθιοτικής», δεν διστάζουν να αξιοποιήσουν όταν προκύπτει η ανάγκη τις μεθόδους της Μαφίας για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους. Ύστερα από 40 χρόνια προσπαθειών, οι Πατέρες είναι τώρα στα πρόθυρα της πλήρους επικράτησης στην πολιτική σκηνή αλλά και στον χώρο των ΜΜΕ, καθώς η Mimecom σύντομα θα διαθέσει στην αγορά μία επαναστατική ολογραφική τεχνολογία εκπομπής εικονικής πραγματικότητας, συνεπικουρούμενη από έξυπνους αλγορίθμους, σε θέση να προβάλλει ρεαλιστική, τρισδιάστατη τηλεοπτική εικόνα στον χώρο του τηλεθεατή μέσω απλώς ενός αποκωδικοποιητή συνδεόμενου με οποιαδήποτε τηλεόραση. Δεκάδες ακόμα ολογραφικές συσκευές είναι υπό ανάπτυξη, τα εργαστήρια της Mimecom ερευνούν τη δυνατότητα αληθοφανούς «αλληλεπίδρασης» των τηλεθεατών με ολογράμματα μέσω κατάποσης μιας ψυχεδελικής ουσίας – της… μιμεζίνης – ενώ ο Γερουσιαστής σκοπεύει στο εγγύς μέλλον να ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για την προεδρία της χώρας.
     Παράλληλα με τους Πατέρες όμως, τα τελευταία 30 χρόνια έλαβαν σχήμα και οι «Φίλοι», ένα ανταγωνιστικό δίκτυο φιλελεύθερων ακτιβιστών με διεθνείς διασυνδέσεις, προσηλωμένων στην εξάλειψη της απειλής του Κρόιτσερ. Οι Φίλοι έχουν υποφέρει επί δεκαετίες από τους Πατέρες και την κρατική καταστολή, από φυλακίσεις στελεχών τους ή από απαγωγές των νεαρών γόνων τους σε βρεφική ηλικία – συνήθης πρακτική των Πατέρων, οι οποίοι μεγαλώνουν τα παιδιά ως δικά τους, σε συνθιοτικά ορφανοτροφεία, και τα στρέφουν έτσι με τον καιρό ενάντια στους βιολογικούς τους γονείς χωρίς ποτέ να τους λένε την αλήθεια. Σ’ αυτό το σκηνικό, ο μεσήλικας πετυχημένος δικηγόρος Χάρι Γουάικοφ (Τζέιμς Μπελούσι) – με σύζυγο και δύο μικρά παιδιά – αδιαφορεί για την πολιτική, ονειρευόμενος μόνο τα επόμενα βήματα της καριέρας του και τη μέρα που θα έχει αρκετά χρήματα για να αποκτήσει σπίτι στην παραλία. Όταν όμως εμφανίζεται ξαφνικά στο γραφείο του και ζητά τη βοήθειά του η Πέιτζ (Κιμ Κατράλ), μια παλιά ερωμένη των φοιτητικών του χρόνων και νυν συνεργάτης του Κρόιτσερ στις πολιτικές του καμπάνιες, ο Χάρι αρχίζει να συνειδητοποιεί όχι μόνο ότι η ελεγχόμενη από τη Mimecom εικονική πραγματικότητα σύντομα θα κατακλύσει τον πλανήτη, αλλά και ότι η προσωπική του ζωή δεν είναι παρά ένα ψέμα κατασκευασμένο απ’ τους Πατέρες...

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Bubblegum Crisis» (1987 - '91, 1990, 1998 - '99)

BUBBLEGUM CRISIS

«BUBBLEGUM CRISIS»
«AD. POLICE FILES»
«BUBBLEGUM CRISIS 2040»




     Στο υψηλής τεχνολογίας, δυστοπικό και εμφανώς ταξικά διαστρωματωμένο Τόκιο του 2032, όπου η πανίσχυρη, ανελέητη και άπληστη πολυεθνική εταιρεία Genom ελέγχει κατ’ ουσία την κυβέρνηση και έχει πλουτίσει από την κατασκευή αυτοσυνείδητων, ενισχυμένων ανδροειδών μάχης ή εργασίας με ανθρώπινη εμφάνιση (οι λεγόμενοι «Μπούμερ»), λειτουργεί μία ξεχωριστή αστυνομική μονάδα με στόχο την πρόληψη και καταστολή εγκλημάτων διαπραχθέντων από Μπούμερ – η «Αστυνομία AD». Ταυτόχρονα, τέσσερις νεαρές, δυναμικές και όμορφες κοπέλες εξοπλισμένες με άκρως απόρρητης τεχνολογίας θωρακισμένες στολές μάχης ιδρύουν μία μυστική μισθοφορική ομάδα εστιασμένη επίσης στην αντιμετώπιση Μπούμερ: είναι οι «Knight Sabers». Γρήγορα μπαίνουν στο στόχαστρο της Genom καθώς παρεμβαίνουν στις διάφορες παράνομες δραστηριότητές της, αλλά χαίρουν της βοήθειας του ικανού αστυνομικού AD Λέων ΜακΝίκολ – αφοσιωμένου στο καθήκον μα συγκρατούμενου ως τότε από τη γραφειοκρατία και τη διαφθορά του Σώματος…
     Το Bubblegum Crisis είναι ένα «κλασικό» ιαπωνικό άνιμε επιστημονικής φαντασίας οκτώ σαραντάλεπτων επεισοδίων, από την περίοδο που τα τηλεοπτικά και κινηματογραφικά εγχειρήματα της κατηγορίας ενηλικιώνονταν και γίνονταν γνωστά στη Δύση – μάλλον δεν είναι σύμπτωση η ομοιότητα της βασικής πλοκής του με αυτήν οποιουδήποτε κόμικ υπερηρώων σχεδιασμένου στις ΗΠΑ. Μαζί με το ελαφρώς προγενέστερο Megazone 23 και το δημοφιλές Ακίρα της ίδιας περιόδου, συνιστά ένα από τα πιο επηρεαστικά δείγματα τηλεοπτικού κυβερνοπάνκ της δεκαετίας του 1980. «Υπερσύγχρονες» μοτοσικλέτες, σενάριο με υποτιθέμενους αστέρες της ποπ δισκογραφίας και εμβόλιμα ποπ ροκ τραγούδια τα οποία σχολιάζουν περιστασιακά τις σκηνές δράσης, αναφορές στην αισθητική αλλά και στους χαρακτήρες του Blade Runner, αστικά μητροπολιτικά τοπία του μέλλοντος πνιγμένα στο μέταλλο, στην άσφαλτο και στα καλώδια, εταιρικές μηχανορραφίες στο φόντο μιας πρωτοφανούς ταξικής διαίρεσης, διάσπαρτοι «μελλοντικοί» ηλεκτρονικοί υπολογιστές οι οποίοι παραπέμπουν στην εποχή του… CP/M και των πρώτων Macintosh, εξελιγμένα ανδροειδή, εκτός ελέγχου τεχνητές νοημοσύνες α λα Νευρομάντη, μάχες μεταξύ μέκα (γιγάντια, ένοπλα ανθρωποειδή ρομπότ με έναν οδηγό ως πιλότο) βιομηχανικής αισθητικής, σχετικά ρεαλιστικό σκίτσο, ατελείωτη δράση, γυμνό και αίμα… τα πάντα μυρίζουν από χιλιόμετρα «κυβερνοπάνκ άνιμε του ‘80» με ό,τι ευχαριστεί τους οπαδούς τοποθετημένο στο μείγμα.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Megazone 23» (1985 - '89)

MEGAZONE 23

«MEGAZONE 23»




     Στο Τόκιο του 1985 ένας νεαρός «ατίθασος» μηχανόβιος ονόματι Σόγκο, ζώντας ως τότε μία ζωή επικεντρωμένη αποκλειστικά στην άντληση της μέγιστης ευχαρίστησης από το παρόν, ανακαλύπτει τυχαία μέσω ενός γνωστού του μία εξαιρετικά προηγμένη και ταχύτατη δοκιμαστική μοτοσικλέτα. Αμέσως στο κατόπι του βρίσκονται ένοπλοι μυστικοί πράκτορες οι οποίοι δολοφονούν τον φίλο του και αναγκάζουν αυτόν να κρυφτεί στο σπίτι μίας κοπέλας την οποία φλερτάρει – τη Γιούι. Σύντομα συνειδητοποιεί ότι η μοτοσικλέτα «Γκάρλαντ» αποτελεί στρατιωτικό μηχανισμό ο οποίος μπορεί να μεταμορφωθεί κατά βούληση σε γιγάντιο, ένοπλο ανθρωποειδές ρομπότ, με τον οδηγό της ως πιλότο («μέκα»). Με τη βοήθεια της Γιούι και των δύο συγκατοίκων της, εκ των οποίων η μία προσπαθεί να αρχίσει μία καριέρα τραγουδίστριας στην ποπ δισκογραφία, αποφασίζουν να κινηματογραφήσουν μία ταινία επιστημονικής φαντασίας αξιοποιώντας τη μοτοσικλέτα. Ωστόσο ο Στρατός βρίσκεται στα ίχνη τους και δεν αργεί η στιγμή που ο Σόγκο θα γίνει γνώστης ενός απίστευτου, καλά κρυμμένου μυστικού για την ίδια την πραγματικότητα…
     Ένα εντυπωσιακό για την εποχή του και σήμερα ιστορικό ιαπωνικό κινούμενο σχέδιο τεχνοτροπίας άνιμε, το οποία πατά γερά στη μεγάλη παράδοση του σύγχρονου, απευθυνόμενου σε εφήβους ιαπωνικού Φανταστικού, αλλά την εξελίσσει εμβολιάζοντάς την με μια μεταμοντέρνα ευαισθησία και μια κυβερνοπάνκ αισθητική, πράγματα εξαιρετικά επίκαιρα κατά τη δεκαετία του ‘80. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα άνιμε τα οποία έγιναν γνωστά στη Δύση και – αδιαμφισβήτητα – από τα πιο επηρεαστικά· κυκλοφόρησε κατευθείαν σε οικιακά μέσα (βιντεοκασέτα) ως μίνι σειρά τεσσάρων επεισοδίων, καθένα από τα οποία διατέθηκε με διαφορά ενός έτους το ένα από το άλλο. Κομβικό στην κατηγορία του, σήμερα μοιάζει περισσότερο ως ενδιαφέρων προπομπός κατοπινών αριστουργημάτων του κινουμένου σχεδίου όπως το Ακίρα (1988), αλλά και της πασίγνωστης, χολιγουντιανής μαγνητοσκοπημένης περιπέτειας ΕΦ Μάτριξ (1999). Ενδιαφέρον είναι πως αρχικά είχε σχεδιαστεί ως συνηθισμένη τηλεοπτική σειρά, μα λόγω της περιορισμένης χρηματοδότησης κυκλοφόρησε τελικά στο οικιακό κύκλωμα της βιντεοκασέτας, με μόνο τέσσερα μεγάλης διάρκειας επεισόδια. Η επιτυχία του έδωσε ώθηση στην ανάλογη αγορά – άνιμε μίνι σειρές απευθείας σε μέσο οικιακής προβολής (OVA) – η οποία άνθισε κατά την επόμενη δεκαετία.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Βιντεοπαιχνίδι: «Beneath a Steel Sky» (1994)

BENEATH A STEEL SKY


«BE VIGILANT. BE ALERT...» – Επίσημο σύνθημα της Γιούνιον



    Το 1994 το βρετανικό στούντιο παραγωγής ηλεκτρονικών παιχνιδιών Revolution κυκλοφόρησε το δεύτερο εγχείρημά του, το επιτυχημένο γραφικό adventure Beneath a Steel Sky, μια διετία ύστερα από την προηγούμενη προσπάθειά του ονόματι Lure of the Temptress. Το φάνταζυ σκηνικό του τελευταίου αντικαταστάθηκε στο νέο παιχνίδι από ένα υβρίδιο μεταποκαλυπτικής και κυβερνοπάνκ μυθοπλασίας, με επιρροές από γνωστά δυστοπικά αφηγηματικά έργα όπως τα μυθιστορήματα 1984 (1949) και Θαυμαστός καινούργιος κόσμος (1932), ή οι ταινίες Μετρόπολις (1927) και Μπραζίλ (1985). Το Beneath a Steel Sky ήταν διαθέσιμο για δύο υπολογιστικές πλατφόρμες (PC και Amiga), απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και χαρακτηριζόταν από σχεδόν τετραπλάσια διάρκεια σε σχέση με τον σύντομο προκάτοχό του. H μηχανή παιχνιδιού ονόματι «Virtual Theatre», σχεδιασμένη αρχικά για το Lure of the Temptress, εδώ εξελίχθηκε περαιτέρω επιτρέποντας τον εύκολο και διαισθητικό χειρισμό από τον παίκτη – μέσω αποκλειστικά του ποντικιού – ενός χαρακτήρα σε ένα δυναμικό περιβάλλον με διδιάστατα ζωγραφιστά γραφικά 256 χρωμάτων και πλάγια απεικόνιση τρίτου προσώπου, ρεαλιστική κίνηση, δεκάδες λογικά αλληλοσυνδεδεμένες τοποθεσίες και NPC με αληθοφανείς ρουτίνες περιοδικής, αυτόνομης μετακίνησης και αλληλεπίδρασης, ανεξαρτήτως των δράσεων του παίκτη! H Revolution εισήχθη έτσι στη λίστα των σημαντικών κατασκευαστών adventure, πριν σημαδέψει οριστικά τον χώρο με το εξαιρετικά επιτυχημένο και δημοφιλές Broken Sword του 1996, στηριγμένο στην επόμενη έκδοση του Virtual Theatre.
    Στην πραγματικότητα το Beneath a Steel Sky είναι ένα μέσης ποιότητας, διάρκειας και δυσκολίας αντιπροσωπευτικότατο δείγμα της κατηγορίας του και της εποχής του. Παρά το ζοφερό μελλοντικό σκηνικό και το κλίμα παράνοιας, το παιχνίδι είναι πλημμυρισμένο από χιούμορ, θερμές καρικατούρες της καθημερινότητας ως χαρακτήρες, αστείες καταστάσεις και κωμικές αναφορές στην παροντική λαϊκή κουλτούρα της Δύσης. Η επιλογή αυτή των σχεδιαστών λειτουργεί ως δίκοπο μαχαίρι: από τη μία «συγχρονίζει» τον τίτλο με την επικρατούσα μόδα στα adventure κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990 (εμβόλιμα χιουμοριστικά στοιχεία και διάσπαρτα αστεία σε ένα καρτουνίστικο περιβάλλον) – στο πρότυπο των κινηματογραφικής αίσθησης κωμικών επιτυχιών της εταιρείας Lucas Arts, όπως το Maniac Mansion (1987), το Zak McKracken and the Alien Mindbenders (1988), το Secret of Monkey Island  (1990), το Monkey Island 2: LeChucks Revenge (1991), το Day of the Tentacle (1993) και το Sam and Max Hit the Road (1993) – ενώ από την άλλη αναιρεί το μεταποκαλυπτικό και κυβερνοπάνκ σκηνικό υποσκάπτοντας τη βαρύτητά του. Αν ο στόχος ήταν μία μεταμοντέρνα σάτιρα των ποπ δυστοπιών, όπου τα κλισέ του παρωδούμενου αφηγηματικού συστατικού ταυτοχρόνως αναδεικνύονται μέσω της υπερβολής και της καλοπροαίρετης διακωμώδησής τους σε μία εσκεμμένη και αυτοαναφορική ανάμειξη των ειδών, τότε η συνταγή μάλλον απέτυχε διότι από το μείγμα λείπει η ισορροπία και το τελικό αποτέλεσμα πάσχει από αθεράπευτη κρίση ταυτότητας.

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Κινηματογράφος: «Απόδραση από τη Νέα Υόρκη» (1981)




     Στο εγγύς μέλλον, το 1997, η εγκληματικότητα στις ΗΠΑ έχει εκτιναχθεί στα ύψη, ριζοσπαστικές πολιτικές ομάδες προκαλούν αναταραχή, η τεχνολογία της παρακολούθησης και της καταστολής στην υπηρεσία της κυβέρνησης έχει εξελιχθεί, ενώ από καιρό έχει ξεσπάσει παγκόσμιος πόλεμος με τη «σοσιαλιστική» Σοβιετική Ένωση και την Κίνα. Το Μανχάταν έχει εκκενωθεί, περιτειχιστεί, αποκλειστεί και οι περιπολούμενοι έξοδοί του έχουν ναρκοθετηθεί, μετατρέποντάς το σε αδιαπέραστη, γιγάντια φυλακή υψίστης ασφαλείας, όπου τοποθετούνται οι πιο επικίνδυνοι εγκληματίες χωρίς άμεση αστυνομική επιτήρηση – κανείς δεν βγαίνει ποτέ από εκεί. Όταν ακτιβιστές τρομοκράτες καταλαμβάνουν το αεροσκάφος του Προέδρου της χώρας (Ντόναλντ Πλέζενς) και το οδηγούν σε συντριβή καταμεσής του Μανχάταν, οι υπεύθυνοι της Μυστικής Υπηρεσίας αναγκάζονται να ζητήσουν τη βοήθεια του καταδίκου Σνέικ Πλίσκεν (Κερτ Ράσελ): κυνικός, γεροδεμένος, πρώην καταδρομέας των Ειδικών Δυνάμεων και νυν συλληφθείς ληστής τραπεζών με διασυνδέσεις στον υπόκοσμο, πρέπει να διεισδύσει απαρατήρητος στο Μανχάταν με ανεμοπλάνο και να βρει μέσα σε 24 ώρες τον Πρόεδρο – αιχμάλωτο των κρατουμένων, οι οποίοι έχουν οικοδομήσει τη δική τους «πρωτόγονη» κοινωνία υπό την ηγεσία του «Δούκα» –, διαφορετικά θα καταλήξει νεκρός. Όμως το σημαντικό δεν είναι η ζωή του Προέδρου αλλά μία κασέτα δεδομένων την οποία έχει μαζί του, με πολύτιμες επιστημονικές πληροφορίες ικανές να τερματίσουν τον πόλεμο και να φέρουν την ειρήνη, αρκεί να βρεθούν και να αξιοποιηθούν προτού λήξει μία Συνδιάσκεψη Κορυφής ακριβώς σε 24 ώρες…
     Καταμεσής της δεκαετίας του 1970, στον απόηχο του σκανδάλου του Γουότεργκεϊτ το οποίο πυροδότησε στο Χόλιγουντ μία λαίλαπα ταινιών με θεματολογία αντικυβερνητικής συνωμοσιολογίας, ο Τζον Κάρπεντερ έγραψε το σενάριο ενός πρωτότυπου, αγωνιώδους b-movie δράσης σε σκηνικό επιστημονικής φαντασίας και με μια αίσθηση διαρκούς νυχτερινής απειλής. Τότε το εγχείρημα δεν έγινε δεκτό από κανένα στούντιο, αλλά μετά τη γιγάντια επιτυχία της πασίγνωστης Νύχτας με τις μάσκες (1978) και τη διεθνή διανομή του αυστραλέζικου μεταποκαλυπτικού b-movie δράσης Μαντ Μαξ (1979) ο σκηνοθέτης κατόρθωσε να βρει παραγωγούς πρόθυμους να χρηματοδοτήσουν την – καλτ πλέον – Απόδραση από τη Νέα Υόρκη (1981). Η απέριττη πλοκή είναι κομψά δομημένη, οι χαρακτήρες και οι διάλογοι απολαυστικά εξωπραγματικοί, οι σποραδικές πινελιές του χιούμορ κατάμαυρες («–Are you going to kill me now? –Too tiredmaybe later.»), το φινάλε ταιριαστά μηδενιστικό και κυνικό ως προς την άρχουσα τάξη, η δράση υποδειγματικά φιλμαρισμένη, η βία στυλιζαρισμένα τραχιά, τα ντεκόρ πειστικά και ατμοσφαιρικά, τα ειδικά εφέ «της παλιάς σχολής». Όμως τα κύρια ατού της Απόδρασης είναι ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας του Πλίσκεν, η ερμηνεία του από τον Κερτ Ράσελ, η σκηνοθεσία του Κάρπεντερ και οι ιδέες του σεναρίου.