Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

Τηλεόραση: «Mister Robot» (2015 - )

MISTER ROBOT





    Ο Έλιοτ Άλντερσον (Ράμι Μάλεκ) είναι τα πρωινά ένας νεαρός υπάλληλος της Allsafe, μίας μεγάλης φίρμας ασφάλειας υπολογιστών – λαμπρό μυαλό και εξαιρετικά ταλαντούχος, αποτελεί τον πολυτιμότερο μηχανικό ασφαλείας στη Νέα Υόρκη. Τις νύχτες γίνεται ένας δεινός χάκερ, κάποιος που προσπαθεί κρυφά, με τον τρόπο του, να βελτιώσει τον κόσμο μας. Ο μοναχικός Έλιοτ, τρέμοντας παθολογικά την κοινωνική επαφή, έχει ως μοναδική φίλη τη συνάδελφό του Άντζελα. Μαζί της τον δένει μία τραγική εμπειρία: ο ταυτόχρονος θάνατος των γονέων τους όταν ήταν παιδιά, εξαιτίας μόλυνσης από τοξικά απόβλητα για την οποία υπεύθυνη ήταν η πανίσχυρη πολυεθνική εταιρεία E Corp. Κρυφά σχεδόν από όλους ο Έλιοτ είναι μορφινομανής, κάνει περιστασιακά σεξ με το βαποράκι του, τη Σέιλα, υποφέρει από παρανοϊκές παραληρητικές ιδέες, επισκέπτεται τακτικά μία ψυχίατρο και συνηθίζει να διεισδύει στα πιο ιδιωτικά μυστικά των άλλων χακάροντας τα δικτυακά τους προφίλ. Το βαθύτερό του όνειρο όμως, φαινομενικά μη πραγματοποιήσιμο, είναι να καταστρέψει την E Corp. Όταν η fsociety, μία ελίτ ομάδα αναρχικών κυβερνοακτιβιστών με επικεφαλής τον ημιπαράφρονα «Κύριο Ρομπότ» (Κρίστιαν Σλέιτερ) τον προσεγγίζει για να τον στρατολογήσει και να τον μυήσει στα μυστικά τους σχέδια, αποζητώντας να εκμεταλλευτούν τη στρατηγική του θέση στην Allsafe, ξαφνικά όλα μοιάζουν δυνατά – η E Corp είναι ο κύριος πελάτης της φίρμας. Η fsociety υπόσχεται πως τα χρέη όλων των πολιτών προς τις τράπεζες μπορούν να διαγραφούν και το κοντέρ των ταξικών διαιρέσεων να μηδενίσει, παρασύροντας την E Corp στον γκρεμό. Στον δρόμο τους βρίσκεται ο φιλόδοξος και αδίστακτος γιάπης Ταϊρέλ Ουέλικ, ένα ανώτατο στέλεχος της E Corp με προχωρημένες τεχνικές γνώσεις στην ασφάλεια υπολογιστικών συστημάτων.
    Καταμεσής του 2015 και διά χειρός ενός μάλλον άγνωστου 38χρονου δημιουργού, του Σαμ Ισμαήλ, έκανε το ντεμπούτο του στις ΗΠΑ ένα κυβερνοπάνκ θρίλερ υπό τη μορφή τηλεοπτικής σειράς τοποθετημένης στο παρόν. Το Mister Robot επιμένει, μανιωδώς και πρωτοφανώς για κινηματογραφικά / τηλεοπτικά δεδομένα, στην τεχνική αληθοφάνεια και στον ρεαλισμό, προσπαθώντας έξυπνα έτσι να προσεγγίσει ως κοινό χομπίστες και επαγγελματίες των υπολογιστών «στον αυτόματο πιλότο». Το παροντικό αφηγηματικό σκηνικό και οι έμμεσες αναφορές σε πραγματικές ομάδες χάκερ και κυβερνοακτιβιστών (π.χ. στους Anonymous), ή σε υπαρκτά εργαλεία διαδικτυακής ανωνυμίας (π.χ. στο Tor), αποτρέπουν την κατάταξη του εγχειρήματος στην επιστημονική φαντασία και συγκαλύπτουν τις ομοιότητες (τουλάχιστον του πιλότου) με τα καλτ κινηματογραφικά Μάτριξ και Fight Club του 1999, ή με το American Psycho του 2000. Ο πυρήνας του εγχειρήματος, ωστόσο, βρίθει τυπικών κυβερνοπάνκ μοτίβων: μητροπολιτικό αστικό σκηνικό, πανίσχυρες πολυεθνικές εταιρίες, σύγκρουση μεταξύ εκπροσώπων του περιθωρίου και της κοινωνικής ελίτ, ηλεκτρονικό / ψηφιακό αντάρτικο, χάκερ που παρανομούν ή εξεγείρονται εκμεταλλευόμενοι τις τεχνολογικές τους γνώσεις, κυβερνοπόλεμος, ψυχοτρόπες ουσίες, ήρωες που προσπαθούν από τα παρασκήνια να αλλάξουν τον κόσμο. Η ατμόσφαιρα των μεγάλων εταιρειών και των γιάπηδων στελεχών τους, στο φόντο ενός γιγάντιου ταξικού χάσματος, διαποτίζει την αφήγηση μέχρι την τελευταία της ίνα.
    Η ταχύρρυθμη πλοκή από την υποκειμενική οπτική γωνία ενός αναξιόπιστου αφηγητή, το διάχυτο σασπένς, η προσεγμένη αισθητική προσέγγιση με την άρτια καλλιτεχνική διεύθυνση, την ηλεκτρονική μουσική επένδυση και την ατμοσφαιρική φωτογραφία των ψυχρών χρωμάτων, οι καλές ερμηνείες, οι σινεφίλ αναφορές σε γνωστές ταινίες, οι πολυδιάστατοι και καλογραμμένοι χαρακτήρες του Έλιοτ και του Ταϊρέλ, οι επίκαιρες αναφορές στην πολιτικοκοινωνική κατάσταση της Δύσης μετά την οικονομική ύφεση του 2008 και οι γοητευτικοί εσωτερικοί μονόλογοι του Έλιοτ, που λειτουργούν ως υπνωτιστικό, κάποτε μεταμυθοπλαστικό συνοδευτικό σπικάζ προς τον θεατή, γκρεμίζοντας εμμέσως περιοδικά και τον τέταρτο τοίχο, κατέστησαν το Mister Robot απρόσμενη καλοκαιρινή επιτυχία. Τα κερασάκια στην τούρτα ήταν η ενδιαφέρουσα, δαιδαλώδης ανέλιξη της ίντριγκας, οι απρόβλεπτες πράξεις των ηρώων και η προσεγμένη σκηνοθεσία. Όσον αφορά την τελευταία, ξεχωρίζουν το μονοπλάνο στο στέκι των πρεζάκηδων και οι παραισθήσεις του πάσχοντος από στερητικό σύνδρομο Έλιοτ, στο τέταρτο επεισόδιο, η αγωνιώδης ξενάγησή του στο κέντρο δεδομένων – με τα παιχνίδια με το μεταβαλλόμενο βάθος πεδίου, το κοφτό μοντάζ και τα εξαιρετικά καδραρίσματα – κατά το πέμπτο επεισόδιο, η δολοφονία της Σάρον, στο έβδομο επεισόδιο, η οπτική απόδοση (μέσω των κινήσεων της κάμερας και του μοντάζ) των υπαινιγμών του Έλιοτ (διά του εσωτερικού του μονολόγου) ότι είναι χαρακτήρας σε κάποια αφήγηση, στο όγδοο επεισόδιο, ο τεταμένος, απόκοσμος και ανησυχαστικός διάλογός του – εν είδει μονομαχίας μεταξύ μάγων – με την ανατριχιαστική σύζυγο του εξαφανισμένου Ταϊρέλ στο φινάλε του πρώτου κύκλου, καθώς και όλη η τελευταία σκηνή του ίδιου αυτού επεισοδίου στο πολυτελές μέγαρο, με την ευθεία αναφορά στο μασονικό όργιο από τα κινηματογραφικά Μάτια ερμητικά κλειστά (επίσης του 1999).
    Ως προς το περιεχόμενο, το εγχείρημα σχολιάζει με επιδερμικό τρόπο υπαρκτά κι επίκαιρα κοινωνικά φαινόμενα (απειλούμενη ψηφιακή ιδιωτικότητα, γιγάντιο ταξικό χάσμα, κυριαρχία των πολυεθνικών, το χρέος ως μηχανισμός υποδούλωσης) μόνον ως αφορμή, προκειμένου να περιγράψει το εσωτερικό ταξίδι του Έλιοτ προς την αυτογνωσία και να αποδομήσει εύκολα δίπολα, διασχίζοντας τα μετακινούμενα σύνορα μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, τάξης και χάους, ηθικού και ανήθικου, αντικειμενικού και υποκειμενικού. Τα μεταμοντέρνα τρικ της αφήγησης διασταυρώνονται έτσι με μια σχετικιστική οντολογία και ηθική, ανθούσα στο ολισθηρό έδαφος της εικονικότητας και της συνθετικής φύσης της κοινωνικής μας πραγματικότητας, της κατασκευασμένης υπόστασης της ίδιας μας της καθημερινότητας, μιας υπερπραγματικής προσομοίωσης ελεγχόμενης από τις άρχουσες ελίτ. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο μονόλογος του Κυρίου Ρομπότ στην κατάμεστη από διαδηλωτές Πλατεία Τάιμς, κατά το φινάλε του πρώτου κύκλου, ενώ μία παγκόσμια εξέγερση φαίνεται να έχει πυροδοτηθεί από τις πράξεις των πρωταγωνιστών, ίσως θα έκανε τον Ζαν Μποντριγιάρ πολύ περισσότερο περήφανο απ’ όσο ποτέ κατάφερε το Μάτριξ – αν μη τι άλλο, για το υπέρτατο αστείο ενός εγχειρήματος-ομοιώματος της κοινωνικής επανάστασης, δημιουργημένο το ίδιο από τα σπλάχνα των εταιρικών ΜΜΕ. Ενός αστείου που μας παρέχει πράγματι, με τα λόγια του Κρίστιαν Σλέιτερ, μια καθαρή ματιά «στον διαρκώς επεκτεινόμενο σκουπιδοτενεκέ της ανθρώπινης κατάστασης».