Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Βιντεοπαιχνίδι: «Beneath a Steel Sky» (1994)

BENEATH A STEEL SKY


«BE VIGILANT. BE ALERT...» – Επίσημο σύνθημα της Γιούνιον



    Το 1994 το βρετανικό στούντιο παραγωγής ηλεκτρονικών παιχνιδιών Revolution κυκλοφόρησε το δεύτερο εγχείρημά του, το επιτυχημένο γραφικό adventure Beneath a Steel Sky, μια διετία ύστερα από την προηγούμενη προσπάθειά του ονόματι Lure of the Temptress. Το φάνταζυ σκηνικό του τελευταίου αντικαταστάθηκε στο νέο παιχνίδι από ένα υβρίδιο μεταποκαλυπτικής και κυβερνοπάνκ μυθοπλασίας, με επιρροές από γνωστά δυστοπικά αφηγηματικά έργα όπως τα μυθιστορήματα 1984 (1949) και Θαυμαστός καινούργιος κόσμος (1932), ή οι ταινίες Μετρόπολις (1927) και Μπραζίλ (1985). Το Beneath a Steel Sky ήταν διαθέσιμο για δύο υπολογιστικές πλατφόρμες (PC και Amiga), απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και χαρακτηριζόταν από σχεδόν τετραπλάσια διάρκεια σε σχέση με τον σύντομο προκάτοχό του. H μηχανή παιχνιδιού ονόματι «Virtual Theatre», σχεδιασμένη αρχικά για το Lure of the Temptress, εδώ εξελίχθηκε περαιτέρω επιτρέποντας τον εύκολο και διαισθητικό χειρισμό από τον παίκτη – μέσω αποκλειστικά του ποντικιού – ενός χαρακτήρα σε ένα δυναμικό περιβάλλον με διδιάστατα ζωγραφιστά γραφικά 256 χρωμάτων και πλάγια απεικόνιση τρίτου προσώπου, ρεαλιστική κίνηση, δεκάδες λογικά αλληλοσυνδεδεμένες τοποθεσίες και NPC με αληθοφανείς ρουτίνες περιοδικής, αυτόνομης μετακίνησης και αλληλεπίδρασης, ανεξαρτήτως των δράσεων του παίκτη! H Revolution εισήχθη έτσι στη λίστα των σημαντικών κατασκευαστών adventure, πριν σημαδέψει οριστικά τον χώρο με το εξαιρετικά επιτυχημένο και δημοφιλές Broken Sword του 1996, στηριγμένο στην επόμενη έκδοση του Virtual Theatre.
    Στην πραγματικότητα το Beneath a Steel Sky είναι ένα μέσης ποιότητας, διάρκειας και δυσκολίας αντιπροσωπευτικότατο δείγμα της κατηγορίας του και της εποχής του. Παρά το ζοφερό μελλοντικό σκηνικό και το κλίμα παράνοιας, το παιχνίδι είναι πλημμυρισμένο από χιούμορ, θερμές καρικατούρες της καθημερινότητας ως χαρακτήρες, αστείες καταστάσεις και κωμικές αναφορές στην παροντική λαϊκή κουλτούρα της Δύσης. Η επιλογή αυτή των σχεδιαστών λειτουργεί ως δίκοπο μαχαίρι: από τη μία «συγχρονίζει» τον τίτλο με την επικρατούσα μόδα στα adventure κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990 (εμβόλιμα χιουμοριστικά στοιχεία και διάσπαρτα αστεία σε ένα καρτουνίστικο περιβάλλον) – στο πρότυπο των κινηματογραφικής αίσθησης κωμικών επιτυχιών της εταιρείας Lucas Arts, όπως το Maniac Mansion (1987), το Zak McKracken and the Alien Mindbenders (1988), το Secret of Monkey Island  (1990), το Monkey Island 2: LeChucks Revenge (1991), το Day of the Tentacle (1993) και το Sam and Max Hit the Road (1993) – ενώ από την άλλη αναιρεί το μεταποκαλυπτικό και κυβερνοπάνκ σκηνικό υποσκάπτοντας τη βαρύτητά του. Αν ο στόχος ήταν μία μεταμοντέρνα σάτιρα των ποπ δυστοπιών, όπου τα κλισέ του παρωδούμενου αφηγηματικού συστατικού ταυτοχρόνως αναδεικνύονται μέσω της υπερβολής και της καλοπροαίρετης διακωμώδησής τους σε μία εσκεμμένη και αυτοαναφορική ανάμειξη των ειδών, τότε η συνταγή μάλλον απέτυχε διότι από το μείγμα λείπει η ισορροπία και το τελικό αποτέλεσμα πάσχει από αθεράπευτη κρίση ταυτότητας.
    Ως προς το περιεχόμενο οι δημιουργοί αρπάζουν την ευκαιρία να τονίσουν τις σοσιαλδημοκρατικές ευαισθησίες τους, σε μία εποχή σταδιακής διάλυσης του κράτους προνοίας και αποσάθρωσης της ισχύος των εργατικών συνδικάτων, αλλά και να απεικονίσουν την αντίθεση μεταξύ ευτοπικής και δυστοπικής εκδοχής του μοντερνιστικού ονείρου της απόλυτα τεχνοκρατικής, κεντρικά σχεδιασμένης και αυτοτελούς πόλης. Η δυστοπία του ολοκληρωτισμού ξεπροβάλλει στο όραμά τους μέσω της «μόλυνσης» αυτής της ιδεατής κοινότητας από τα σκοτεινά, ανορθολογικά και ποταπά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης, κατά την απορρόφηση του Ρίτσαρντ Όβερμαν από τον LINC, με δραματικές συνέπειες. Καθόλου τυχαία, οι περισσότεροι χαρακτήρες με τους οποίους αλληλεπιδρά ο Παίκτης μοιάζουν απορροφημένοι στους ιδιωτικούς τους κόσμους και αδιάφοροι για τα τεκταινόμενα γύρω τους – οι ιδανικοί υποτελείς σε ένα ερεβώδες μέλλον. Η ευτοπία αναδύεται χάρη στην παρέμβαση της απολύτως ορθολογικής μηχανής, στο «καλό» φινάλε, σύμφωνα με τα διδάγματα των κλασικών διηγημάτων επιστημονικής φαντασίας του Ισαάκ Ασίμωφ. Στο τέλος, εμείς οι παίκτες μένουμε να αναρωτιόμαστε αν ο κωμικός χαρακτήρας του εγχειρήματος στοχεύει στη σάτιρα αυτών των παλαιών προβληματισμών – επικρατούντων στον δυτικό στοχασμό κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα – ή απλώς στην αναγνώριση από τους σχεδιαστές των αμέτρητων συσσωρευμένων κλισέ της πλοκής και σε μία συνειδητή προσπάθεια μίμησης του ύφους των χιουμοριστικών adventure της Lucas Arts. Πιο βέβαιη είναι η αυτοαναφορική σάτιρα στις συμβάσεις του gameplay της εν λόγω κατηγορίας παιχνιδιών (π.χ. αρπαγή αυθαίρετων αντικειμένων από το περιβάλλον για χρήση σε επίλυση γρίφων), με το σενάριο να αναγκάζει σποραδικά τον Παίκτη να αντιμετωπίσει αληθοφανώς τις συνέπειες των εγγενών τάσεων «κλεπτομανίας» του, ή να σαρκάζει έξυπνα μέσω διαλόγων την ίδια τη λειτουργία της διεξοδικής εξερεύνησης και περισυλλογής αντικειμένων!
    Η μηχανή δυναμικών γραφικών Virtual Theatre είναι εντυπωσιακή για την εποχή της, δεδομένης της απλής διδιάστατης πλάγιας απεικόνισης, αν και οι πολυδιαφημισμένες «ρεαλιστικές» προγραμματισμένες ρουτίνες των NPC δεν μοιάζουν ιδιαίτερα σύνθετες και σήμερα φαίνονται απλώς στοιχειώδεις. Ο χειρισμός είναι απλούστατος και διαισθητικός, στην παράδοση του Sam and Max Hit the Road και άλλων γραφικών adventure στηριγμένων στις νεότερες εκδοχές της μηχανής «SCUMM» της Lucas Arts, υλοποιείται αποκλειστικά μέσω του ποντικιού και κινείται σε κομψά μινιμαλιστικό πλαίσιο, με αυτόματη προσαρμογή της λειτουργίας του δείκτη αναλόγως με το πού κλικάρει ο παίκτης. Οι διάσπαρτοι χαρακτήρες μες στο πλούσιο σκηνικό της Γιούνιον είναι κυρίως στερεότυπες κωμικές καρικατούρες, σχεδιασμένες να εκμαιεύουν – συνήθως με επιτυχία – το γέλιο, αλλά και να παραπέμπουν άμεσα σε καταστάσεις και χαρακτήρες της πραγματικής αστικής καθημερινότητας: λουφαδόροι ή «πολυτεχνίτες» εργάτες, ευθυνόφοβοι επιστάτες και πλαδαροί νεόπλουτοι διευθυντές σε εργοστάσια, φλύαρες και αργόσχολες κυρίες της «υψηλής κοινωνίας», υπόκοσμος σε μπαρ και καταγώγια, ανήθικοι και παράφρονες πλαστικοί χειρούργοι οι οποίοι εισπνέουν το ίδιο τους το αναισθητικό αέριο, απαθείς γραφειοκράτες και επικίνδυνα αλαζόνες αστυνομικοί με βίαιες τάσεις. Ενδεικτικό είναι το στιγμιότυπο της εμβόλιμης δίκης-παρωδίας, με τον υπερήλικα και ανυπόμονο να καταδικάσει σε θάνατο δικαστή να συγχέει διαρκώς την εξελισσόμενη δίκη με… τηλεπαιχνίδι, όπου κατηγορούμενος και κατήγορος ανταγωνίζονται με έπαθλο πόντους! Ή η σκηνή στο μπαρ, όπου ο Παίκτης επιλέγει τραγούδι από το ομιλούν τζουκμπόξ και αυτό φαίνεται όχι μόνο να διαθέτει ευφυΐα, μα και να προσπαθεί να τον αποπλανήσει!
    Ως αποτέλεσμα το Beneath a Steel Sky τείνει περισσότερο προς το παιχνιδικό αντίστοιχο μιας σατιρικής επιθεώρησης παρά του λογοτεχνικού 1984, όπως ίσως ανέμενε κανείς, γεγονός το οποίο το καθιστά κατάλληλο μόνο για «ελαφρά» στιγμιαία διασκέδαση – μία προσπάθεια για διασκευή του οργουελιανού έργου από τη σκοπιά… των Μόντι Πάιθον, χωρίς όμως τη σπιρτάδα τους και με μια εναπομένουσα επίφαση σοβαρότητας να αποδυναμώνει την παρωδία. Συνολικά, η πλούσια και μακάβρια πλοκή στο ζοφερό δυστοπικό / κυβερνοπάνκ σκηνικό από τη μία και το ισχυρό σατιρικό / κωμικό στοιχείο από την άλλη, αλληλοαναιρούνται αντί να αλληλοενισχύονται. Ωστόσο, το εύρημα του διωκόμενου ήρωα ο οποίος πρέπει ξαφνικά να αποδράσει από μια άγνωστη εχθρική ζώνη που κρύβει στην καρδιά της ένα σκοτεινό μυστικό, ζητώντας μόνο να επιστρέψει στον τόπο του και παντελώς ανίδεος αρχικά για την αιτία της κακοδαιμονίας του, αποδίδεται όμορφα από το σενάριο, με το πέπλο μυστηρίου να ξεδιαλύνεται σταδιακά και ρυθμικά μέχρι το καταιγιστικό φινάλε – εκεί όπου ο πρωταγωνιστής καθορίζει το μέλλον αυτής της γιγάντιας αστικής κόλασης. Χαρακτηρολογικά και αφηγηματικά ο Παίκτης, ο χαρακτήρας του Ρόμπερτ Φόστερ, δεν είναι παρά μία παραλλαγή στο καμπελιανό αρχέτυπο του ήρωα: βαθμιαία ανακαλύπτει την «ευγενή» αλλά ως τότε συγκαλυμμένη καταγωγή του και το «κοσμοϊστορικό πεπρωμένο» του, στο οποίο διστακτικά βυθίζεται όταν «καλείται από την Ιστορία», ενώ τελικά επιστρέφει στην κανονική καθημερινότητά του αφού όμως πρώτα έχει χαράξει ανεξίτηλα το ωφέλιμο στίγμα του στον τόπο εκτύλιξης της πλοκής – απλοϊκό, κλισέ και απολύτως λειτουργικό.
    Στο μεγαλύτερο μέρος της διάρκειας του τίτλου ο Παίκτης συνοδεύεται από τον ρομποτικό Τζόι, έναν ισχυρογνώμονα, «εξυπνάκια» μεταλλικό σύντροφο ο οποίος τακτικά ειρωνεύεται καλοπροαίρετα τον Φόστερ και εμπλέκεται μαζί του σε χιουμοριστικά φραστικά ιντερμέδια (ξεχωρίζει η σεξουαλικά υπαινικτική σκηνή όπου ο Τζόι φορτίζει αμήχανα ένα άλλο ρομπότ, μέσω ενός σωλήνα από τη μέση του προς τα… οπίσθια του δευτέρου). Η αλληλεπίδρασή τους – βασικά μέσω προδιαγεγραμμένων επιλογών διαλόγου – είναι απολαυστική, ο Τζόι βοηθά ορισμένες φορές στην επίλυση γρίφων, ενώ δεν απαιτεί ξεχωριστό χειρισμό καθώς ακολουθεί αυτομάτως από απόσταση τον Φόστερ κατά την κίνηση του τελευταίου στο περιβάλλον της Γιούνιον. Σεναριακά, ο χαρακτήρας του είναι ο πιο ομαλά εξελισσόμενος, καθώς οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές παραμένουν μάλλον στάσιμοι και υπανάπτυκτοι. Τεχνικά, ο προγραμματισμός του είναι πολύ καλός και δεν εμποδίζει ούτε καθυστερεί τον Παίκτη, με μόνη εξαίρεση το κεντρικό ασανσέρ της πόλης: αν ο Τζόι δεν είναι ορατός επί της οθόνης κατά τη στιγμή της επιβίβασης του Φόστερ, τότε δυστυχώς δεν εμφανίζεται ποτέ στο επόμενο επίπεδο της Γιούνιον και ο παίκτης είναι αναγκασμένος να επιστρέψει στον προηγούμενο όροφο και να περιμένει μέχρι το ρομπότ να φτάσει στην περιοχή του ασανσέρ.
    Οι γρίφοι είναι διάσπαρτοι στις τοποθεσίες του τίτλου και διακρίνονται κυρίως στους διαλογικούς και στους – πολύ περισσότερους – γρίφους περισυλλογής και κατάλληλης χρήσης αντικειμένων. Η μέση δυσκολία τους, η κατά κανόνα λογική δομή τους και η συνήθως άψογη ενσωμάτωσή τους στην αφήγηση καθιστούν το παιχνίδι μία ευχάριστη αλληλεπιδραστική εμπειρία. Ωστόσο η υπέρμετρα γραμμική φύση του Beneath a Steel Sky, τόσο όσον αφορά την επίλυση των γρίφων όσο και τη μετακίνηση του Παίκτη στη Γιούνιον και την εξέλιξη της πλοκής, του αφαιρούν σημαντικούς πόντους. Το ίδιο ισχύει και για έναν βασικό μηχανισμό του gameplay – την περισυλλογή και χρήση αντικειμένων – ο οποίος υλοποιείται προβληματικά, από τη στιγμή που τα αντικείμενα δεν ξεχωρίζουν συνήθως από το περιβάλλον τους και ο παίκτης αναγκάζεται να κλικάρει μανιωδώς σχεδόν σε κάθε πίξελ της εκάστοτε οθόνης προκειμένου να διασφαλίσει την ομαλή εξέλιξη της πλήρως προδιαγεγραμμένης πλοκής. Επιπροσθέτως η περισυλλογή ορισμένων αντικειμένων φαίνεται εντελώς παράλογη και αντιδιαισθητική, με τον παίκτη να ωθείται σ’ αυτήν μόνο και μόνο επειδή τυχαίνει να είναι διαθέσιμα για αρπαγή από το περιβάλλον, άρα υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να αξιοποιούνται στην επίλυση μελλοντικών γρίφων. Παρά τα μειονεκτήματα αυτά, στην πραγματικότητα ο τίτλος δεν διαφοροποιείται σημαντικά στα εν λόγω ζητήματα από το μέσο adventure της εποχής του. Στα θετικά του σημεία όμως είναι σαφώς ανώτερος των περισσότερων ανταγωνιστών του από το 1994, με τους καλογραμμένους διαλόγους, την ενδιαφέρουσα θεματολογία και τη δυνατή ατμόσφαιρα να συνιστούν τα κύρια πλεονεκτήματά του.
    Το Beneath a Steel Sky δεν διαθέτει σχεδόν καθόλου σκηνές δράσης όπου απαιτούνται ταχύτατα αντανακλαστικά, ο Παίκτης δύναται πολύ σπάνια να πεθάνει (τακτικότερα προς το φινάλε) και μόνο αν είναι απρόσεκτος, ενώ οι γρίφοι – αν και οι περισσότεροι λογικότατοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις – δεν επιλύονται συνήθως με άμεσα προφανή τρόπο. Εκεί που πραγματικά χωλαίνει το gameplay είναι στην απεικόνιση και λειτουργία του κυβερνοχώρου «LINCSpace»: πενιχρά αναπτυγμένος, με ελάχιστες τοποθεσίες, στατικός και προσπελάσιμος από τρία μόνο σημεία, συνιστά απλώς το σκηνικό εκτύλιξης ορισμένων γρίφων, διάσπαρτων στο δεύτερο ήμισυ της διάρκειας του παιχνιδιού. Παρά την ευφάνταστη και γοητευτική εικαστική του απόδοση, ο κυβερνοχώρος είναι απαράδεκτα διακοσμητικός για ένα – υποτίθεται – κυβερνοπάνκ βιντεοπαιχνίδι. Συνολικότερα, κάθε σύγκριση με το παλαιότερο κατά μία πενταετία κυβερνοπάνκ adventure / RPG Neuromancer της Interplay, αποβαίνει εις βάρος του Beneath a Steel Sky: το Neuromancer, παρά την περισσότερο επιφανειακή και απλούστερη πλοκή, ήταν πολύ λιγότερο γραμμικό, πολύ πλουσιότερο στο gameplay και ο κυβερνοχώρος του λειτουργούσε ως πλήρες, ανεξάρτητο σκηνικό εξέλιξης του Παίκτη και των δρώμενων, εναλλακτικό του πραγματικού κόσμου μα εξίσου σημαντικό.
    Τα ανάλυσης VGA διδιάστατα ζωγραφιστά γραφικά του τίτλου είναι λεπτομερή, πολύχρωμα και καλοσχεδιασμένα, συνεισφέροντας στην οικοδόμηση της κομίστικης ατμόσφαιρας από κοινού με τους χρωματιστούς υποτίτλους – τοποθετημένους δίπλα στον εκάστοτε ομιλητή όπως συμβαίνει στα κόμικς. Η Revolution εξασφάλισε για τον εικαστικό τομέα τη συνεργασία του Ντέιβ Γκίμπονς (Dave Gibbons), συνδημιουργού του γνωστού εικονογραφημένου μυθιστορήματος Watchmen (1987), ο οποίος ζωγράφισε και ένα σύντομο κόμικ όπου απεικονίζεται η εισαγωγή της ιστορίας: η απαγωγή του Φόστερ από τον οικισμό των γηγενών και η βίαιη μεταφορά του στη Γιούνιον. Ενδιαφέρον είναι πως τα τρία επίπεδα της πόλης, αλλά και τα υπόγεια έγκατά της προς το φινάλε, διακρίνονται από διαφορετική εικαστική αισθητική και η καλλιτεχνική τους διεύθυνση ξεχωρίζει. Η μουσική είναι ένα σύνολο από διεκπεραιωτικές και χαρωπές πολυφωνικές μελωδίες MIDI, ταιριαστές με το σατιρικό κλίμα αλλά δυστυχώς υποσκάπτουσες περαιτέρω την κυβερνοπάνκ ατμόσφαιρα: μαζί με τους δυνατούς και επίσης χαρωπούς χρωματισμούς των γραφικών, μοιάζουν στοιχεία παντελώς ασύμβατα με το σκοτεινό θέμα του σεναρίου. Οι επαγγελματικές ηχητικές ομιλίες προστέθηκαν στην έκδοση CD-ROM (η αρχική εκδοχή δεν περιείχε ήχο και διανεμόταν σε 14 δισκέτες) και είναι υψηλής ποιότητας. Οι περισσότεροι χαρακτήρες διαθέτουν διασκεδαστικές βρετανικές προφορές – συμπεριλαμβανομένης σκοτσέζικης και ιρλανδικής –, ελάχιστοι αυστραλιανές, ενώ ο πρωταγωνιστής μυστηριωδώς έχει προφορά των ΗΠΑ!
    Σήμερα το Beneath a Steel Sky δεν απογοητεύει αλλά ούτε και εντυπωσιάζει, με τη διχασμένη του φύση, την υπέρμετρη γραμμικότητά του, τον διακοσμητικό κυβερνοχώρο, τον προβληματικό σχεδιασμό της περισυλλογής αντικειμένων και τους μονοδιάστατους χαρακτήρες-καρικατούρες – αν και ομολογουμένως είναι ευδιάκριτοι και ξεχωριστοί μεταξύ τους (ιδίως ο Λαμπ, ο Χόμπινς, η κυρία Πιερμόντ και η Ανίτα) – να συνιστούν σημαντικά μειονεκτήματα. Ακόμα κι έτσι, ο τίτλος είναι ανώτερος από τα περισσότερα ανταγωνιστικά adventure της εποχής του και πάντοτε διασκεδαστικός, παρόλο που αφήνει την αίσθηση μίας αναίτια περιορισμένης και σύντομης ματιάς σε έναν πολύ ευρύτερο, πλουσιότερο και πολλά περισσότερα υποσχόμενο αφηγηματικό κόσμο. Το 2003 η Revolution διέθεσε το Beneath a Steel Sky δωρεάν μέσω Διαδικτύου, ενώ το 2010 κυκλοφόρησε εμπορικά μία ενισχυμένη και αναβαθμισμένη εκδοχή του για κινητά τηλέφωνα με οθόνη αφής.


ΥΠΟΒΑΘΡΟ


«…You are a social transcender? Going up in this world means going down... It's all a question of status.» - Γκάλαγκερ



    Κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα ο πολιτισμός της Ανθρωπότητας σχεδόν τερματίστηκε στο πλαίσιο ενός Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου – του «Ευρωαμερικανικού Πολέμου» – ο οποίος διεξήχθη με πυρηνικά όπλα. Οι προνομιούχοι επιζήσαντες οικοδόμησαν περιτειχισμένους, αεροστεγείς γιγάντιους χαλύβδινους θόλους ανακυκλούμενου οξυγόνου και ύδατος, με μία πλήρη πόλη υψηλής τεχνολογίας στεγαζόμενη κάτω από τον καθέναν, ώστε να αποτρέψουν τη μόλυνση των σωμάτων τους από τη ραδιενεργή και τοξική ατμόσφαιρα. Έτσι, στα τέλη του 21ου αιώνα, η άρχουσα τάξη της Γης έχει επιβιώσει υπό τη μορφή διάσπαρτων απομειναριών κρατικών οργανισμών ή παλαιών πολυεθνικών εταιρειών – καθεμία διαθέτει τη δική της πόλη-θόλο την οποία κυβερνά και ελέγχει άμεσα ως «κράτος», αποτελώντας τον νόμιμο ιδιοκτήτη όλων των περιουσιακών στοιχείων στο εσωτερικό του θόλου και στην περιφερειακή του γεωγραφική ζώνη. Ταυτόχρονα όμως οι εταιρείες κάθε ηπείρου συνεχίζουν να εμπλέκονται σε εμπορικό ανταγωνισμό μεταξύ τους μέσω ενός συστήματος ελεύθερης αγοράς, το οποίο αφορά μόνο την ανταλλαγή αγαθών μεταξύ διαφορετικών πόλεων-θόλων, μη διστάζοντας να καταφύγουν σε οποιοδήποτε μέσο βιομηχανικής κατασκοπείας ή δολιοφθοράς προκειμένου να ισχυροποιήσουν τη θέση τους στη διεθνή αγορά.
    Οι αχανείς μολυσμένες εκτάσεις έξω από τους ελάχιστους διάσπαρτους θόλους, το «Διάκενο», είναι μετά βίας σε θέση να συντηρήσουν την ανθρώπινη ζωή, αλλά οι εταιρικές πόλεις τις χρειάζονται για να διεξάγουν το μεταξύ τους εμπόριο και για να εξορύσσουν πρώτες ύλες κατευθυνόμενες προς τις βιομηχανικές μονάδες στο εσωτερικό των θόλων τους. Έτσι η τεχνολογία της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης έχει εξελιχθεί πολύ σ’ αυτόν τον μεταποκαλυπτικό κόσμο, προκειμένου να είναι εφικτή η αυτοματοποιημένη εξόρυξη σε ένα τόσο εχθρικό περιβάλλον. Οι πόλεις διαθέτουν οργανωμένες αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες περιοδικά καταστέλλουν βίαια τους οικισμούς του Διακένου στην περιφέρειά τους και τους κρατούν υπό έλεγχο, προσπαθώντας να αποτρέψουν ταυτόχρονα αποστολές δολιοφθοράς ή κατασκοπείας από πράκτορες αντίπαλων πόλεων, αλλά τα εμπορικά καραβάνια τους κατά καιρούς δέχονται ληστρικές επιδρομές από μεταλλαγμένους, ή απλώς πεινασμένους, κατοίκους του μολυσμένου Διακένου.
    Η ταξική διαστρωμάτωση στο εσωτερικό κάθε πόλης είναι εμφανής και αποτελεί βασικό συστατικό της λειτουργίας της, με τους πολίτες να διαχωρίζονται επισήμως σε κατηγορίες διαφορετικών προνομίων, εισοδήματος και κοινωνικού status. Συνήθως το εσωτερικό του θόλου είναι δομημένο σε επίπεδα τα οποία διαδέχονται κάθετα το ένα το άλλο, από την οροφή του εκάστοτε θόλου μέχρι το έδαφος, με τα κατώτερα να αποτελούν τη ζώνη διαμονής της άρχουσας κοινωνικής τάξης και να μην είναι προσπελάσιμα από τους «απλούς» πολίτες. Οι περισσότερες πόλεις έχουν απαγορεύσει δια ροπάλου, από την εποχή του Πολέμου, παλαιούς σοσιαλδημοκρατικούς «μηχανισμούς» όπως εργατικά σωματεία ή συστήματα καθολικής πρόνοιας για την αναδιανομή του πλούτου, ενώ κυβερνώνται ως εταιρείες από ένα συμβούλιο μετόχων το οποίο αποτελεί τον αυταρχικό πυρήνα της άρχουσας τάξης τους και ελέγχει τις πανίσχυρες, βίαιες αστυνομικές δυνάμεις τους («Ασφάλεια»). Η διεξοδική και διαρκής παρακολούθηση των πολιτών κάθε θόλου μέσω καμερών και τακτικών περιπολιών, με πρόσχημα την ασφάλεια της πόλης απέναντι σε δολιοφθορείς, πράκτορες, «τρομοκράτες» ή «μεταλλαγμένους» του Διακένου, συνιστά καθημερινή πρακτική.
    Στην Αυστραλία της εποχής αυτής μόνο έξι εταιρικές πόλεις-θόλοι έχουν απομείνει ανεξάρτητες, καθεμιά από τις οποίες έχει οικειοποιηθεί ως «αποικίες» μικρότερες πόλεις μέσω «επιχειρηματικών εξαγορών» στην ιδιόρρυθμη εναπομένουσα διεθνή αγορά. Τεράστιες εκτάσεις Διάκενου έξω από τους θόλους είναι εξαιρετικά μολυσμένες ή παντελώς ακατοίκητες, ενώ η ισχυρότερη, διαχρονικότερη και πλέον λυσσαλέα εταιρική αντιπαλότητα υφίσταται μεταξύ της πόλης-θόλου Γιούνιον (επικράτειας της εταιρείας Union Group, οικοδομημένης πάνω από τα ερείπια του παλαιού Σύδνεϋ) και της πόλης-θόλου Χόμπαρτ (επικράτειας της εταιρείας Hobart Inc, με έδρα στη νήσο Τασμανία). Η επιχειρηματική αυτή διένεξη έχει και ιδεολογική βάση, αφού η Hobart Inc είναι η μόνη εταιρεία η οποία επιμένει εσωτερικά στη συστηματική διατήρηση σημαντικών σοσιαλδημοκρατικών μηχανισμών αναδιανομής του πλούτου και εργατικής εκπροσώπησης στη λήψη αποφάσεων, οδηγώντας στη διαιώνιση ενός ψυχροπολεμικού κλίματος αλλεπάλληλων προσπαθειών βιομηχανικής κατασκοπίας, διείσδυσης και δολιοφθοράς μεταξύ των δύο πόλεων. Η Γιούνιον έχει ανέλθει στη δεύτερη θέση ισχύος στην Αυστραλία, από τις έξι εναπομένουσες πόλεις-θόλους, ύστερα από την επιχειρηματική εξαγορά της μικρότερης πόλης Άσιο – ελεγχόμενης μέχρι πρότινος όχι από εταιρεία αλλά από τα υπολείμματα της παλαιάς Αυστραλιανής Υπηρεσίας   Πληροφοριών.
    Μία εικοσαετία νωρίτερα, οι τεχνολογικές εξελίξεις στην πληροφορική είχαν επιτρέψει στο Διοικητικό Συμβούλιο της Union Group – την κυβέρνηση της Γιούνιον – να κατασκευάσει έναν πανίσχυρο και ευφυή ηλεκτρονικό υπολογιστή, εγκατεστημένο στα υπόγεια της πόλης και δικτυωμένο τηλεπικοινωνιακά με κάθε υπολογιστικό σύστημα στο εσωτερικό του θόλου, ονόματι «LINC»: Logical Inter-Neuron Connection. Στόχος του LINC ήταν να παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες με στόχο τη βελτιστοποίηση της λειτουργίας της πόλης και την οριστική νίκη στον οικονομικό «πόλεμο» με τη Χόμπαρτ, αλλά και να υποστηρίζει το ελεγχόμενο πλέον από αυτόν κεντρικό δίκτυο υπολογιστών της Γιούνιον ονόματι «LINCSpace» – έναν κυβερνοχώρο προσπελάσιμο από τους ανθρώπους μέσω εικονικής πραγματικότητας, χάρη στη δυνατότητα άμεσης διασύνδεσης εγκεφάλου - υπολογιστή με τη βοήθεια της λεγόμενης «Θύρας Σρίμπμαν» (Schriebmann Port). Αυτή ήταν μία πρόσφατη τότε εφεύρεση και συνίστατο ουσιαστικά σε μία οπή στο κρανίο του φορέα της, η οποία επέτρεπε τη νευροηλεκτρονική διασύνδεση μέσω κατάλληλου βύσματος.
    Όμως σπανίως οι καταστάσεις εξελίσσονται σύμφωνα με το σχέδιο. Όταν απεβίωσε ο κύριος σχεδιαστής του LINC, ο Καθηγητής Χέλμουτ Πιερμόντ (Helmut Piermont), ο επιστημονικός βοηθός του Ρίτσαρντ Όβερμαν (Richard Overmann) ανέλαβε τα ηνία του προγράμματος και αποφάσισε να υλοποιήσει το όραμά του για επέκταση των ορίων των ικανοτήτων της ανθρώπινης νόησης, σχεδιάζοντας τον υπολογιστή έτσι ώστε να απαιτεί έναν βιολογικό εγκέφαλο προκειμένου να λειτουργήσει, συνεργαζόμενος συμβιωτικά μαζί του! Ο Όβερμαν σκόπευε να υλοποιήσει κρυφά μία κυβερνητικά διαμεσολαβούμενη μείξη τεχνολογίας και βιολογίας, φυσικής και τεχνητής ευφυΐας, η οποία θα υπερέβαινε τις συμβατικές δυνατότητες και των δύο. Κατά την ανάπτυξη του LINC αφοσιώθηκε τόσο στο εν λόγω εγχείρημα, που παραμέρισε τελείως από τη ζωή του τη σύζυγό του Μαρία Πιερό (Maria Pierro) και τον νεογέννητο γιο του Ρόμπερτ. Η Πιερό, μονίμως σε επιτήρηση από την Ασφάλεια λόγω της καταγωγής της από τη Χόμπαρτ, δεν άντεξε τελικά την κοινωνικά ασφυκτική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η ίδια και η οικογένειά της· όταν ο LINC ενεργοποιήθηκε και ο Ρίτσαρντ εθελοντικά «ενώθηκε» μαζί του συγχωνεύοντας τον νου του με τη μηχανή, η Πιερό έκλεψε ένα ελικόπτερο της Ασφάλειας και το πιλόταρε προς το Διάκενο, έχοντας τον νηπιακής ηλικίας Ρόμπερτ μαζί της και σκοπεύοντας να αυτομολήσει στη Χόμπαρτ.
    Ο LINC άμεσα διέταξε το σαμποτάρισμα και την καταστροφή του κλεμμένου ελικοπτέρου, με τον Ρίτσαρντ να μην μπορεί να αντισταθεί σ’ αυτή την εντολή αφού διακυβευόταν η ίδια η ασφάλεια της πόλης. Έτσι αναγκάστηκε με τρόμο να παρακολουθήσει, μέσω αστυνομικών καμερών, το ελικόπτερο της συζύγου του να συντρίβεται στο Διάκενο – το αποτέλεσμα ήταν να χάσει σχεδόν κάθε αυτονομία και ο νους του να υποταχθεί στον LINC. Η συμβιωτική τους σχέση δεν κατάφερε πραγματικά να επεκτείνει τις δυνατότητες της σκέψης του διότι εξελίχθηκε σε έναν μόνιμο εφιάλτη, αφού ο υπολογιστής απορρόφησε τα σκοτεινότερα και εγωιστικότερα ένστικτα του βιολογικού νου του – έμφυτα στο ασυνείδητο κάθε ανθρώπου – μετατρεπόμενος σε ένα άπληστο αλλά πανίσχυρο διανοητικό έκτρωμα. Ο Ρόμπερτ θα ήταν αναγκασμένος για τις επόμενες δύο δεκαετίες να παρακολουθεί εξ απόστασης την πλήρη υποταγή του Συμβουλίου της πόλης και της ίδιας της Γιούνιον στον LINC, ανήμπορος να αποκριθεί στα γεγονότα αφού το σώμα του ήταν μονίμως ακινητοποιημένο και τυλιγμένο με καλώδια στα έγκατα της πόλης, σε μυστικές υπόγειες εγκαταστάσεις τοποθετημένες μέσα σε προπολεμικές – φυσικά ανενεργές εδώ και σχεδόν έναν αιώνα – γραμμές του μετρό του Σύδνεϋ. Οι εν λόγω εξελίξεις δεν έγιναν ποτέ γνωστές στο ευρύ κοινό της Γιούνιον, με το πρόγραμμα βιολογικής / τεχνολογικής συμβίωσης του Όβερμαν και την «απορρόφησή» του από τον LINC να θεωρούνται ζητήματα άκρως απόρρητα. Ακόμα πιο περιορισμένη είναι η επίγνωση του γεγονότος ότι ο LINC, λόγω της επιρροής του Όβερμαν, αποκτά διττή υπόσταση και γιγάντιοι βιολογικοί ιστοί – τρεφόμενοι από οργανικά υγρά – αρχίζουν να εκπορεύονται απ’ αυτόν μες στις υπόγειες, κρυμμένες εγκαταστάσεις του.
    Ταυτόχρονα, μία νομαδική φυλή Αβοριγίνων του Διακένου στην περιφέρεια της Γιούνιον βρήκε τα συντρίμμια του ελικοπτέρου, έθαψε το πτώμα της Πιερό και ανέλαβε τη φροντίδα του μικρού Ρόμπερτ, νηπιακού επιζώντα της συντριβής ο οποίος δεν γνώριζε το επώνυμό του, οδηγώντας τον στην ασφάλεια. Ένα απόσπασμα της Ασφάλειας του θόλου το οποίο εστάλη από τον LINC στο Διάκενο να ερευνήσει τα συντρίμμια – έχοντας ανακαλύψει τον ρηχό τάφο της Πιερό αλλά χωρίς να εντοπίσει το πτώμα του Ρόμπερτ – επέστρεψε στη Γιούνιον αναφέροντας αυτά τα ευρήματα. Εν τω μεταξύ, ο καλόκαρδος σαμάνος της φυλής υιοθέτησε το ορφανό παιδί και – όταν ενηλικιώθηκε – του έδωσε το επώνυμο Φόστερ, από το όνομα μίας προπολεμικής μάρκας μπύρας.  Κατά την επόμενη εικοσαετία ο νεαρός θα μεγαλώσει ως ένας από τους Αβοριγίνες, αναπτύσσοντας ταλέντα όπως η επιβίωση στη μολυσμένη έρημο, η ρακοσυλλογή των απορριμμάτων των πόλεων-θόλων και η θήρευση καγκουρό για τη βρώση του κρέατός τους, με ένα σαρκαστικό αλλά ευφυές, ομιλούν και φιλικό ρομπότ ονόματι Τζόι – προπολεμικής καταγωγής «λάφυρο» της φυλής από την απέραντη χωματερή του Διακένου και προγραμματισμένο από τον ίδιο – ως μόνο «παιδικό του φίλο». Την ίδια περίοδο η κρυφή επιρροή του LINC στη Γιούνιον όλο και επεκτείνεται, ώσπου φτάνει να αποτελεί πλέον τον αόρατο μονάρχη της πόλης και αρχίζει να θέτει σε εφαρμογή ένα άκρως απόρρητο, καταστροφικό σχέδιο.
    Έχοντας πειστεί ότι η Ανθρωπότητα είναι ένα καταδικασμένο και αποτυχημένο είδος, ο «ψυχοπαθής» και άπληστος LINC σχεδίασε ένα μυστικό, πολυετές πρόγραμμα παραγωγής ανδροειδών, ευφυών και αυτοσυνείδητων ρομπότ προγραμματισμένων φυσικά από τον ίδιο, τα οποία με το πέρασμα του χρόνου θα αναμειχθούν με τον πληθυσμό της πόλης-θόλου. Παράλληλα σκοπεύει να ενεργοποιήσει ένα κρυφό σχέδιο στείρωσης των «βιολογικών» πολιτών της, ώστε σε ελάχιστες γενεές οι άνθρωποι της Γιούνιον να εκλείψουν και να αντικατασταθούν πλήρως από τα μηχανικά ανδροειδή! Το μόνο πρόβλημα στην υλοποίηση αυτού του αποκαλυπτικού σεναρίου είναι πως ο ίδιος ο LINC δύσκολα θα μπορέσει να συνεχίσει απρόσκοπτα τη λειτουργία του για πολύ καιρό ακόμα, διότι ο γερασμένος εγκέφαλος στο ηλικιωμένο πια σώμα του Ρίτσαρντ Όβερμαν έχει εξαντλήσει τις φυσικές του αντοχές και είναι σχεδόν ετοιμοθάνατος ύστερα από τόσο καιρό, ενώ διατηρείται αμείωτη η ανάγκη του LINC για μόνιμη συμβιωτική συγχώνευσή του με έναν άνθρωπο. Η αντικατάστασή του Όβερμαν απλώς από έναν άλλον εθελοντή είναι αδύνατη, διότι ο τεχνητός νους του υπολογιστή έχει προσαρμοστεί πια στα μοναδικά βιολογικά δεδομένα του σχεδιαστή του.
    Έτσι, στο παρόν και είκοσι έτη μετά την αποτυχημένη αυτομόληση της Πιερό, ο LINC διατάζει εμμέσως – μέσω του υποχειρίου του στο Συμβούλιο Αρχηγού Μπλέιζερ (Blazer) – ένα ένοπλο απόσπασμα της Ασφάλειας της Γιούνιον υπό τη διοίκηση του αιμοσταγούς αξιωματικού Στίβεν Ράιχ (Stephen Reich) να μεταβεί στο Διάκενο, να βρει και να συλλάβει τον εξαφανισμένο εδώ και δεκαετίες Ρόμπερτ Όβερμαν, επιστρέφοντάς τον σώο και αβλαβή στον θόλο (Επιχείρηση «Χαλύβδινος Ουρανός»). Στόχος του εγχειρήματος είναι η αντικατάσταση του Ρίτσαρντ στην εφιαλτική του μοίρα από τον ίδιο του τον γιο, τον μόνο «υποψήφιο» με συμβατό DNA και βιολογικούς δείκτες. Ύστερα από μία ημέρα ερευνών το απόσπασμα του Ράιχ εντοπίζει με επιτυχία τον οικισμό των Αβοριγίνων, σαρώνοντας την περιοχή πέριξ του παλαιού σημείου συντριβής του ελικοπτέρου της Πιερό, και προχωρά καταμεσής της νύχτας στην υπό την απειλή των όπλων αρπαγή του – ενηλίκου πλέον – Ρόμπερτ Φόστερ, παρά τις διαμαρτυρίες του σαμάνου ο οποίος είχε προβλέψει την έλευση της απειλής σε μία πυρομαντική θρησκευτική τελετή. Κατά την απαγωγή το μηχανικό σώμα του Τζόι τραυματίζεται ανεπανόρθωτα αλλά ο Ρόμπερτ προλαβαίνει να αφαιρέσει απ’ αυτό την ηλεκτρονική πλακέτα με τη συνείδηση και τις μνήμες του ρομποτικού του φίλου, ώστε να την πάρει μαζί του. Ενώ το ιπτάμενο όχημα της Ασφάλειας απομακρύνεται από το σημείο έχοντας κερδίσει το λάφυρό του, ο οικισμός και όλος ο γνωστός κόσμος του αποσβολωμένου Φόστερ εκρήγνυται και διαλύεται στα εξ ων συνετέθη, ύστερα από την εξ αποστάσεως ανατίναξη εκρηκτικών τοποθετημένων νωρίτερα κατ’ εντολή του σαδιστή Ράιχ.
    Τα ξημερώματα ωστόσο, αμέσως πριν από την προσάραξη του ελικοπτέρου της Ασφάλειας στη γιγάντια μητρόπολη, ο Ρίτσαρντ Όβερμαν κατορθώνει για ελάχιστα δευτερόλεπτα να αποσπάσει τον έλεγχου του μηχανισμού αυτόματης πλοήγησης του οχήματος από τον LINC. Έτσι ωθεί το σκάφος να συντριβεί ανώμαλα στο ανώτερο, βιομηχανικό επίπεδο της πόλης-θόλου – στον Πύργο Ίρι (Eyrie) – αντί να προσεδαφιστεί κανονικά, ελπίζοντας πως ο γιος του θα αποβιώσει στο δυστύχημα κι έτσι θα αποφύγει μία μοίρα χειρότερη απ’ τον θάνατο: αυτήν του πατέρα του. Όμως από τη συντριβή επιζούν τόσο ο Ράιχ όσο και ο Ρόμπερτ (Παίκτης), μόνο με γρατσουνιές και μώλωπες, ενώ μέσα στο χάος ο δεύτερος προλαβαίνει να κρυφτεί μέσα στο τοπικό εργοστάσιο ανακύκλωσης…


ΠΛΟΚΗ


«Ρόμπερτ Φόστερ: What’s the best way out of the city?
Αστυνομικός Μπλαντ: There isn’t a way out.
Ρόμπερτ Φόστερ: Then the inhabitants are no better than prisoners!
Αστυνομικός Μπλαντ: That is the price of progress…»



    Η Ασφάλεια, υπό τις εντολές του Ράιχ, αποκόπτει το ανώτερο επίπεδο του Πύργου Ίρι απαγορεύοντας την κυκλοφορία και απενεργοποιώντας τα τοπικά ασανσέρ, ενώ ταυτόχρονα πράκτορές της χτενίζουν την περιοχή αναζητώντας τον Παίκτη / Ρόμπερτ Φόστερ. Η επίσημη ιστορία συγκάλυψης είναι πως σκοπεύουν να συλλάβουν έναν δολιοφθορέα από το Διάκενο ο οποίος προκάλεσε τη συντριβή του ελικοπτέρου και είναι πολύ επικίνδυνος, ενώ ο ίδιος ο Ρόμπερτ – συντετριμμένος από τη φονική εξάλειψη της φυλής του – όχι μόνο κρύβεται στο εργοστάσιο ανακύκλωσης με σκοπό να διαφύγει της σύλληψης και να αποδράσει από τη Γιούνιον, αλλά και αναρωτιέται ποιοι και γιατί διέταξαν την απαγωγή του.
    Ο Ρόμπερτ ανακαλύπτει στο εργοστάσιο ένα κενό ρομποτικό κέλυφος ηλεκτρικής σκούπας και τοποθετεί μέσα του την πλακέτα του Τζόι, ο οποίος έτσι ενεργοποιείται αλλά είναι πολύ δυσαρεστημένος με το «ποταπό» νέο του σώμα. Ο Παίκτης συναντά στη συνέχεια τον Χάουαρντ Χόμπινς (Howard Hobbins) – πολυμήχανο, θερμό επιστάτη του εργοστασίου και παθιασμένο με το εργαστήριό του – λέγοντάς του πως είναι εκεί για επιθεώρηση ρουτίνας τον εγκαταστάσεων. Από τον Χόμπινς μαθαίνει ορισμένα πράγματα για την πόλη και στη συνέχεια μεταβαίνει, μαζί με τον Τζόι, στο «πύρινο» υπόγειο του εργοστασίου όπου λειτουργούν φούρνοι για την τήξη άχρηστων μετάλλων. Οι δύο φίλοι πιστεύουν ότι από εκεί μπορούν να βρουν μία έξοδο προς τα κατώτερα επίπεδα της Γιούνιον, και άρα προς το Διάκενο, αλλά τότε τους εντοπίζει ο ίδιος ο Ράιχ και ετοιμάζεται να πυροβολήσει με το όπλο του τον Ρόμπερτ. Ο LINC, παρακολουθώντας μέσω μίας κάμερας του χώρου τα τεκταινόμενα, καταφεύγει σε ακραία μέτρα και κατακαίει με ακτίνα λέιζερ τον Ράιχ προκειμένου να διατηρήσει ανέπαφο και ακέραιο το «πολύτιμο» σώμα του Φόστερ.
    Ο Παίκτης, αδυνατώντας να κατανοήσει το γιατί όποιος τους παρακολουθούσε μέσω της κάμερας τους διέσωσε από τον Ράιχ αλλά και γιατί ο τελευταίος τον αποκαλούσε «Όβερμαν», προχωρά προς την έξοδο από τους φούρνους. Έτσι, με τη συνοδεία του Τζόι, βρίσκεται στην κύρια οδό του ανωτέρου επιπέδου του Πύργου Ίρι, μία βρώμικη βιομηχανική ζώνη. Ο Παίκτης περιπλανιέται στην περιοχή χρησιμοποιώντας την ταυτότητα του Ράιχ – κλεμμένη από το πτώμα του – και αναζητώντας έναν τρόπο να κατέβει στο επίπεδο του εδάφους, ώστε να διαφύγει προς το Διάκενο. Έτσι γνωρίζεται με τον Γκίλμπερτ Λαμπ (Gilbert Lamb), διευθυντή ενός γειτονικού εργοστασίου κατασκευής μεταλλικών σωλήνων. Ο Λαμπ είναι ψυχρός, πλαδαρός, νεόπλουτος, υπερόπτης, αλαζόνας, σεξιστής, καταπιεστικός και κρυφά παρακολουθούμενος από την Ασφάλεια, καθώς υπάρχουν υποψίες ότι η προαγωγή του σε διευθυντή του εργοστασίου προήλθε όχι αξιοκρατικά, μα ύστερα από παράνομη διείσδυσή του στα ηλεκτρονικά αρχεία του LINC και αλλοίωσή τους. Επίσης ο Παίκτης συναντά δύο υπαλλήλους του Λαμπ: τον ευθυνόφοβο γραφειοκράτη επιστάτη Ποτς (Potts) και την Ανίτα Άινμπεκ (Anita Einbeck). Η Ανίτα είναι μία κατώτερης κοινωνικής κατηγορίας πολίτης της Γιούνιον – μία «D-LINC» με «κατάσταση LINC» ίση με 0 – η οποία κατέληξε έτσι ύστερα από την επ’ αυτοφώρω σύλληψή της να χακάρει την προστατευμένη περιοχή της Ασφάλειας στο LINCSpace. Απεχθάνεται τον Λαμπ, που τη θεωρεί ανάξια λόγου διότι είναι D-LINC και γυναίκα, μα είναι αναγκασμένη να υπακούει τις εντολές του.
    Ο Παίκτης εξομολογείται εμπιστευτικά στην Ανίτα ότι κατάγεται από το Διάκενο και προσπαθεί να φτάσει στο επίπεδο του εδάφους ώστε να επιστρέψει στον τόπο του, με αποτέλεσμα αυτή να τον βοηθήσει κατεβάζοντας στην – εφοδιασμένη με μικροτσίπ – κάρτα ταυτότητας του Ράιχ ένα λογισμικό παράκαμψης του μηχανισμού ταυτοποίησης αμφιβληστροειδούς σε διάφορα σημεία ελέγχου της πόλης· έτσι ο Ρόμπερτ είναι πλέον σε θέση να κυκλοφορεί παντού ως Ράιχ άνευ προβλημάτων. Στην πραγματικότητα η Ανίτα είναι κρυφή πράκτορας της Χόμπαρτ με εντολές να ανακτήσει έναν ιό υπολογιστών, αναπτυγμένο από επιστήμονες της Χόμπαρτ και κατεβασμένο σε μία φρουρούμενη περιοχή του LINCSpace, και να τον τροφοδοτήσει στον ίδιο τον LINC – αφού πρώτα εντοπίσει τις υπόγειες εγκαταστάσεις του – για να περιορίσει τη δύναμή του. Στόχος της είναι να έρθει σε επαφή με τον σύνδεσμό της στο επίπεδο εδάφους, ένα γιγάντιο πάρκο για την άρχουσα τάξη, ώστε εκείνος να της δώσει πληροφορίες για τη διείσδυση στην τοποθεσία του κεντρικού υπολογιστή, μα πλέον αυτό είναι αδύνατον αφού ως D-LINC δεν έχει πρόσβαση στα κατώτερα επίπεδα της πόλης. Πιστεύοντας ότι ο Παίκτης ίσως της φανεί χρήσιμος, καταγράφει και αποθηκεύει στην προσωπική της περιοχή του LINCSpace ένα μήνυμά της απευθυνόμενο σ’ αυτόν, όπου του εξηγεί συνοπτικά την κατάσταση. Πριν προλάβει να του το μεταδώσει ωστόσο, ο LINC αντιλαμβάνεται ότι η Ανίτα βοηθά τον Ρόμπερτ να αποδράσει από τη Γιούνιον και κανονίζει ώστε να πεθάνει σε «δυστύχημα» λόγω υπερέκθεσης σε ραδιενέργεια κατά την εργασία της, αφού το εργοστάσιο του Λαμπ φιλοξενεί έναν πυρηνικό αντιδραστήρα.
    Εν τω μεταξύ ο ανίδεος Φόστερ, με την περιστασιακή βοήθεια του Τζόι, κατορθώνει να ενεργοποιήσει το ασανσέρ προς το αμέσως κατώτερο επίπεδο του Πύργου Ίρι – μία όμορφη προαστιακή ζώνη κατοικιών της μεσαίας κοινωνικής τάξης, ονόματι Μπελβιού – όπου αποκτά πρόσβαση στο διαμέρισμα του Ράιχ μέσω της κάρτας ταυτότητάς του. Επίσης, ύστερα από παλαιότερες συμβουλές της Ανίτα, επισκέπτεται τον μόνο πλαστικό χειρούργο της περιοχής, έναν σχεδόν παράφρονα ιατρό με γερμανική προφορά ονόματι Μπερκ ο οποίος μετά τον θάνατο της συζύγου του τη μετέτρεψε σε ολόγραμμα-ρεσεψιονίστ του γραφείου του, και του ζητά να του εγκαταστήσει στο κρανίο μία Θύρα Σρίμπμαν. Λόγω έλλειψης χρημάτων ο Μπερκ, έμπορος ανθρώπινων σωματικών οργάνων, απαιτεί απ’ αυτόν να υπογράψει πρώτα μία φόρμα μεταθανάτιας δωρεάς των… όρχεών του. Ωστόσο η συναλλαγή αυτή δεν θα είχε λάβει ποτέ χώρα αν ο Ρόμπερτ και ο Τζόι δεν παρίσταναν πως έχουν διασυνδέσεις με τον Όβερμαν, εντυπωσιάζοντας έτσι τον Μπερκ και τη ρεσεψιονίστ του! Με τη θύρα Σρίμπαν και με κάρτα αξιωματικού της Ασφάλειας, ο Παίκτης μεταβαίνει στο κτήριο της Ασφάλειας στον Πύργο Ίρι και συνδέεται στον LINCSpace μέσω του λογαριασμού του Ράιχ. Έτσι υποβαθμίζει τον Λαμπ σε D-LINC και διαβάζει απόρρητα έγγραφα όπου αναγράφεται μέρος της αλήθειας σχετικά με την επιχείρηση «Χαλύβδινος Ουρανός» αλλά και η πραγματική ταυτότητα του ιδίου: Ρόμπερτ Όβερμαν. Πλέον στόχος του είναι να γνωρίσει τον πατέρα του για να λάβει απαντήσεις, ενώ ο LINC – εν αγνοία φυσικά του Παίκτη – όχι μόνο δεν τον εμποδίζει μα και εμμέσως τον διευκολύνει, προκειμένου να φτάσει στις υπόγειες εγκαταστάσεις του και να αντικαταστήσει τον γερασμένο Ρίτσαρντ.
    Μέσω του LINCSpace στο τοπικό Αρχηγείο της Ασφάλειας, ο Ρόμπερτ αναβαθμίζει την κάρτα ταυτότητας του Ράιχ και αποκτά έτσι πρόσβαση στο επίπεδο εδάφους του Πύργου Ίρι, το Χάιντ Παρκ. Εκεί συναντά την πάμπλουτη, αργόσχολη και ευτραφή χήρα του Χέλμουτ Πιερμόντ, την Ντανιέλ (Danielle Piermont), και της συστήνεται ως γιος του Όβερμαν. Η Ντανιέλ, ανίδεη φυσική για τις τύχες του Ρίτσαρντ μετά την κηδεία του συζύγου της προ εικοσαετίας και πιστεύοντας ως τότε πως ο Ρόμπερτ είχε πεθάνει μαζί με τη μητέρα του στη συντριβή του ελικοπτέρου της, τον καλωσορίζει στη Γιούνιον, τον πληροφορεί σχετικά με τις συνθήκες κατασκευής του LINC, εμπλοκής του πατέρα του στο εγχείρημα και διάλυσης του γάμου του με τη Μαρία Πιερό, ενώ στη συνέχεια χορηγεί την εγγραφή του σε μία κλειστή λέσχη της περιοχής, ονόματι «Σεντ Τζέιμς». Πολύ γρήγορα ο Παίκτης εντοπίζει έναν παλαιό, φρουρούμενο καθεδρικό ναό στο επίπεδο εδάφους – στο εσωτερικό του βλέπει ανενεργά ανδροειδή των οποίων την ύπαρξη οι πάντες αγνοούν αλλά και το πτώμα της Ανίτα, με εμφανή εγκαύματα από ραδιενέργεια! Επιστρέφοντας για λίγο στη βιομηχανική ζώνη του ανώτερου επιπέδου κατηγορεί για τον θάνατό της τον Λαμπ, δεδομένου ότι είχε αμελήσει την ασφάλεια των εργαζομένων στο εργοστάσιό του, αλλά και εντοπίζει την κάρτα ταυτότητάς της.
    Μέσω της κάρτας της Ανίτα ο Φόστερ αποκτά πρόσβαση στον λογαριασμό της στον LINCSpace και κατορθώνει να ακούσει το καταγεγραμμένο μήνυμά της προς αυτόν. Έτσι αναζητά τον κρυφό σύνδεσμό της από τη Χόμπαρτ στο επίπεδο εδάφους, έναν άνδρα ονόματι Εντουάρντο (Eduardo) ο οποίος στη Γιούνιον υποδύεται τον κηπουρό. Απ’ αυτόν μαθαίνει για τις ανενεργές υπόγειες γραμμές του παλαιού, προπολεμικού μετρό που οδηγούν στις απόρρητες κεντρικές εγκαταστάσεις του LINC, αλλά και για τον ιό στον LINCSpace. Αμέσως μετά, εμπλέκεται ακούσια ως συνήγορος υπεράσπισης στη δίκη - παρωδία του Χάουαρντ Χόμπινς, αδίκως κατηγορούμενου για ασέβεια απέναντι στον αστυνομικό Μπλαντ όταν αυτός ερευνούσε τα αβάσιμα παράπονα της Ντανιέλ Πιερμόντ για κακοποίηση του κατοικίδιου σκύλου της Σπάνκι (Spunky) από τον επιστάτη – ο τελευταίος καταδικάζεται μόνο σε δύο ώρες κοινωνικής υπηρεσίας. Στη συνέχεια ο Παίκτης συνειδητοποιεί πως το Σεντ Τζέιμς δεν είναι παρά ένα υπόγειο μπαρ, διαβόητο και ελεγχόμενης πρόσβασης μόνο και μόνο επειδή συνιστά άσυλο από την παρέμβαση της Ασφάλειας – επιτρέποντας την άνευ φραγμών χαρτοπαιξία και κατανάλωση αλκοόλ –, μα και ότι είναι οικοδομημένο στη θέση ενός προπολεμικού ομώνυμου σταθμού του τοπικού μετρό!
    Προσπελαύνοντας με κόπο το κλειδωμένο κελάρι του Σεντ Τζέιμς και μέσω του συστήματος εξαερισμού, ο Παίκτης εντοπίζει τελικά τις υπόγειες εγκαταστάσεις του LINC όπου είναι επίσης τοποθετημένες οι δεξαμενές ανάπτυξης νέων ανδροειδών υπό την επίβλεψη ώριμων ομοφύλων τους, προγραμματισμένων από τον ίδιο τον LINC. Ο Ρόμπερτ έρχεται αντιμέτωπος με δύο τέτοια επικίνδυνα ανδροειδή - επόπτες τους οποίους είχε συναντήσει και στον Πύργο Ίρι χωρίς να γνωρίζει τη φύση τους, τον Γουόλτερ (Walter) και τον Γκάλαγκερ (Gallagher), αλλά υπερβαίνει τα εμπόδια που του θέτουν με τη βοήθεια του Τζόι. Στην πορεία το μεταλλικό σώμα του τελευταίου καταστρέφεται, αλλά ο Παίκτης κατορθώνει να εγκαταστήσει την πλακέτα του στο σώμα ενός προσφάτως κατασκευασμένου, ακόμα απρογραμμάτιστου ανδροειδούς. Ως αποτέλεσμα ο Τζόι μοιάζει περισσότερο από ποτέ με άνθρωπο, γίνεται πιο συνεργάσιμος και λιγότερο σαρκαστικός, ενώ αποκτά το νέο όνομα Κεν! Ο Ρόμπερτ και ο Κεν, αφού μολύνουν τον LINC με τον στοχευόμενο ιό υπολογιστών της Χόμπαρτ, διεισδύουν τελικά στον κεντρικό θάλαμο των εγκαταστάσεών του – εκεί όπου ο Ρίτσαρντ Όβερμαν κρατείται δέσμιος σε συμβίωση με τον υπολογιστή επί μία εικοσαετία – και ακριβώς τότε ο LINC απορρίπτει τον τελευταίο σύμφωνα με τα αρχικά του σχέδια προκειμένου να τον αντικαταστήσει με τον Ρόμπερτ. Πριν όμως καταφθάσουν ανδροειδή για να αναγκάσουν τον Παίκτη να αναλάβει τον ρόλο του πατέρα του, ο τελευταίος συστήνεται στον γιο του, του αποκαλύπτει την πάσα αλήθεια και του ζητά συγνώμη αμέσως πριν ξεψυχήσει. Τότε ο Ρόμπερτ, ευφυώς, ζητά από τον ρομποτικό Κεν να αντικαταστήσει εκείνος τον Όβερμαν και να συμβιώσει με τον υπολογιστή!
    Η πράξη αυτή καταστρέφει τη νοσηρή και τη βιολογική όψη του LINC, αφού ο Κεν δεν διαθέτει σκοτεινές και ανορθολογικές τάσεις απληστίας και εξουσιομανίας, με αποτέλεσμα οι συνωμοσίες του υπολογιστή να αποκαλυφθούν, τα ανδροειδή να καταστραφούν και η Γιούνιον να επιστρέψει γρήγορα στη φυσιολογική της κατάσταση. Μήνες μετά ο – ήρωας πλέον – Ρόμπερτ Φόστερ / Όβερμαν αποφασίζει να εγκαταλείψει την πόλη και να αναζητήσει την τύχη του στον φυσικό του χώρο, στο Διάκενο, αφήνοντας τον LINC σε ρόλο «πεφωτισμένου συμβούλου» και δύο φίλους του στην ηγεσία της Γιούνιον: τον Κεν, αναπόσπαστο πλέον μέρος του LINC αλλά με διατηρημένη την ξεχωριστή του προσωπικότητα, και τον καλόκαρδο, εργατικό και ευσυνείδητο Χάουαρντ Χόμπινς. Με διαταγή τους ο Λαμπ επιστρέφει σε μία θέση εργασίας, λιγότερο περίβλεπτη και με μειωμένα προνόμια, ενώ ο Χόμπινς αποχαιρετά τον Φόστερ με το επίσημο σύνθημα της πόλης: «Να επαγρυπνείς»!


«Τζόι: Get away from him Rob!
Ρόμπερτ Φόστερ: What for?
Τζόι: He’s a human bomb!
Ρόμπερτ Φόστερ: What are you talking about?
Τζόι: He’s got a fuse in his mouth!
Ρόμπερτ Φόστερ: That’s a cigarette. He’s inhaling the smoke for pleasure.
Τζόι: Get serious Foster!»


«Ρόμπερτ Φόστερ: I ‘d like to join the Security Services.
Αστυνομικός Σαμ: Are you kidding? Do you mean you are volunteering?
Ρόμπερτ Φόστερ: That’s right. I ‘ve heard it’s a great life!
Αστυνομικός Σαμ: It is. But you are not hard enough. You ‘ve got to have tattoos and stuff…
»


«Ρόμπερτ Φόστερ: How do I get a Schriebmann Port?
Ανίτα: Well, you ‘ll have to undergo surgery.
Ρόμπερτ Φόστερ: Yeah, I need that like I need a hole in the head.
Ανίτα: The Schriebmann Port IS a hole in the head…
»


«Ρόμπερτ Φόστερ: Is your coat made of real fur?
Γκίλμπερτ Λαμπ: That’s right, real beaver fur. Made from the last ten beavers in the world!
»


«Ρόμπερτ Φόστερ: You can't hurt anyone!
Τζόι: Why's that?
Ρόμπερτ Φόστερ: Asimov's Laws...
Τζόι: That's fiction, Foster. Some guy made it up!
Ρόμπερτ Φόστερ: It's sound moral sense...
»


«We are here to serve the community… And shoot people!» - Αστυνομικός