Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταποκαλυπτικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταποκαλυπτικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Λογοτεχνία: «Ο δρόμος» (2006)

Ο ΔΡΟΜΟΣ

«THE ROAD»



«Η σιωπή. Η ξεραΐλα που ανάβλυζε απ' τη γη. Οι λασπωμένες μορφές πλημμυρισμένων πόλεων που 'χαν καεί ως εκεί που φτάναν τα νερά. Σ' ένα σταυροδρόμι ένας τόπος με ογκόλιθους όπου τα διαβασμένα οστά χρησμοδοτών κείτονταν μουχλιασμένα. Ήχος κανείς, μόνο ο άνεμος. Και τι να πεις; Τις πρόφερε άνθρωπος αυτές τις λέξεις; Έξυσε ένα φτερό με τον χαρτοκόπτη του για να γράψει αυτά τα πράγματα σε κορμό ή σε κάρβουνο; Σε κάποια αναγνωρίσιμη στιγμή θεμελιωμένη; Έρχεται να μου κλέψει τα μάτια. Να μου σφραγίσει τα χείλη με χώμα.» (μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ)



    Ένας ανώνυμος πατέρας και ο μικρός του γιος ταξιδεύουν σε μια εδώ και καιρό κατεστραμμένη γη, σκεπασμένη από τη στάχτη και τα ματωμένα ερείπια του πολιτισμού, προσπαθώντας να αποφύγουν τον επελαύνοντα χειμώνα και να καταφύγουν στον θερμότερο Νότο. Μόνα τους εφόδια, ένας σκισμένος χάρτης κι ένα καρότσι με ισχνά λάφυρα από το πτώμα της προκατακλυσμιαίας Ανθρωπότητας. Στην πορεία τους θα συναντήσουν περιστασιακά άλλους μεμονωμένους πρόσφυγες, επικίνδυνους επιζήσαντες επιδιδόμενους στον κανιβαλισμό και στη λεηλασία. Σ' αυτό τον ατελείωτο εφιάλτη, όπου ο φόβος του Άλλου συνιστά την απόλυτη σταθερά, η μεταξύ τους αφοσίωση είναι το μόνο που τους κρατά ζωντανούς.
    Ο Κόρμακ Μακάρθι, στην τελευταία φάση πλέον της συγγραφικής του καριέρας, στην Αμερική του Πολέμου της Τρομοκρατίας και της κατοχής του Ιράκ μετά την Ενδεκάτη Σεπτεμβρίου, επιλέγει ένα μεταποκαλυπτικό φόντο για το νέο του βιβλίο και διαλέγει να ξετυλίξει μια αφήγηση σημαντικά όμοια με το γνωστότερο μυθιστόρημά του, τον Ματωμένο μεσημβρινό (1985). Το ιστορικό σκηνικό των συνόρων ΗΠΑ - Μεξικού του 1850 εδώ έχει αντικατασταθεί από έναν μελλοντικό μεταποκαλυπτικό κόσμο, μα και στις δύο περιπτώσεις παρακολουθούμε το ταξίδι των πρωταγωνιστών σε μια ατέρμονη υπαίθρια κόλαση. Και στις δύο περιπτώσεις η πλοκή διαπερνάται από μία απαισιόδοξη, χομπσιανή αντίληψη περί της ανθρώπινης φύσης, ως εγγενώς εστιασμένης στον άνευ όρων ανταγωνισμό των ατόμων και στον καθολικό πόλεμο όλων εναντίον όλων. Όμως, καθώς στον Δρόμο τα κίνητρα των πρωταγωνιστών περιορίζονται αποκλειστικά στην αυτοπροστασία και στην επιβίωση με κάθε μέσο, είναι δηλαδή ορθολογικά, γινόμαστε μάρτυρες σε μία κάπως καθαρότερη απεικόνιση της αυθεντικής χομπσιανής περιγραφής της υποθετικής «φυσικής κατάστασης»: μιας αέναης μάχης όπου η βιολογική ορμή για αυτοσυντήρηση διαμορφώνεται σε βούληση επιβολής άνευ όρων και απειλεί τελικά την Ανθρωπότητα με αφανισμό.

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Δώδεκα πίθηκοι» (1995)

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΠΙΘΗΚΟΙ

«TWELVE MONKEYS»




     Το 1997 πέντε δισεκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν εξαιτίας ενός θανατηφόρου ιού, κατασκευασμένου σε εργαστήριο. Το 2035 μία ελίτ επιστημόνων οι οποίοι ελέγχουν μία υπόγεια κοινωνία επιζησάντων, αποστέλλει στο παρελθόν έναν κατάδικο ονόματι Τζέιμς Κόουλ (Μπρους Γουίλις), υποσχόμενη σε αντάλλαγμα αποφυλάκιση, με εντολή να βρει μία αγνή, μη μεταλλαγμένη εκδοχή του ιού πριν από τη διάδοσή του και να τους την επιστρέψει στο μέλλον, ώστε να κατασκευάσουν αντίδοτο και τα απομεινάρια της Ανθρωπότητας να ανακτήσουν την επιφάνεια του πλανήτη. Λόγω σφάλματος, ο Κόουλ – με ξυρισμένο κεφάλι και γραμμοκώδικα κρατουμένου σε τατουάζ – καταφθάνει στη Βαλτιμόρη του 1990 αντί για το 1996, συλλαμβάνεται, κρίνεται αποπροσανατολισμένος ψυχασθενής και καταλήγει σε άσυλο φρενοβλαβών. Εκεί γνωρίζεται με τον παράφρονα αντισπισιστή ακτιβιστή Τζέφρι Γκόινς (Μπραντ Πιτ) και με την ψυχίατρο Κάθριν Ράιλι (Μαντλίν Στόου), η οποία γοητεύεται από την αναζήτησή του για τη μυστηριώδη «Στρατιά των Δώδεκα Πιθήκων», μία οικοτρομοκρατική οργάνωση-φάντασμα υπεύθυνη – κατά τον Κόουλ – για τη μελλοντική εξάλειψη της Ανθρωπότητας το 1997…
     Το πειραματικό μικρού μήκους φιλμ Η προβλήτα (La Jetée) του Κρις Μαρκέρ (1962) αποτέλεσε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 την αφορμή για τη συγγραφή ενός ιδιόρρυθμου κατά παραγγελία σεναρίου, προοριζόμενου παραδόξως να μεταφερθεί στον κινηματογράφο από το χολιγουντιανό κύκλωμα. Από τον σεναριογράφο των Blade Runner και των Ασυγχώρητων Ντέιβιντ Πιπλς, από τον σκηνοθέτη του Μπραζίλ, του Μινχάουζεν και του Βασιλιά της μοναξιάς – καθώς και πάλαι ποτέ μέλος των Μόντι Πάιθον – Τέρι Γκίλιαμ, μα και με τη συμμετοχή γνωστών υπερατλαντικών αστέρων της βιομηχανίας στους πρωταγωνιστικούς ρόλους (Γουίλις, Στόου, Πιτ), το εγχείρημα αυτό έμεινε ως ένα από τα πιο κλασικά της κινηματογραφικής επιστημονικής φαντασίας του ‘90. Όχι το πιο βαθυστόχαστο ή περιεκτικό φιλμ του Γκίλιαμ, αλλά σίγουρα ένα από τα περισσότερο οπτικά εντυπωσιακά και προσεγμένα του. Το ζοφερό κλίμα παράνοιας και σαπίλας, οι υψηλές αξίες παραγωγής, το ρυθμικό σενάριο με τη γριφώδη και λαβυρινθώδη δομή, η νοσταλγική μουσική επένδυση σχεδιασμένη να ανακαλεί μνήμες ενός «χαμένου χρυσού παρελθόντος» (π.χ. Λούις Άρμστρονγκ και αργεντίνικο ταγκό), οι πολύ καλές ερμηνείες (υποψήφιος για Βραβείο Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου και κάτοχος Χρυσής Σφαίρας ο ανερχόμενος τότε Μπραντ Πιτ, η πιο αβανταδόρικη και πετυχημένη ερμηνεία του Γουίλις πριν από την Έκτη αίσθηση) και το γοητευτικά δυστοπικό όραμα του Γκίλιαμ κατέστησαν το αποτέλεσμα σημαντική καλλιτεχνική επιτυχία. Η συμμετοχή ηθοποιών δημοφιλών στο νεανικό κοινό, επιβεβλημένη από τους παραγωγούς ενώ ο σκηνοθέτης αρχικά σκεφτόταν τους Νικ Νόλτε και Τζεφ Μπρίτζες αντί για τους Γουίλις και Πιτ, το ευπρόσιτο του εγχειρήματος σε σχέση με το Μπραζίλ λόγω του πολύ συγκρατημένου σουρεαλιστικού τόνου, και η μεγάλη διαφημιστική καμπάνια του στούντιο της Universal – η ίδια εταιρεία με την οποία ο Γκίλιαμ είχε έρθει σε προστριβές μία δεκαετία νωρίτερα, για την τύχη του Μπραζίλ – διασφάλισαν την εμπορική απήχηση. Με κόστος 30 εκατομμυρίων δολαρίων, οι Δώδεκα πίθηκοι απέφεραν τελικά συνολικά έσοδα περισσότερα από 160 εκατομμύρια.

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Τηλεόραση: «Μπάτλσταρ Γκαλάκτικα» (2004 - '09, 2010)

ΜΠΑΤΛΣΤΑΡ ΓΚΑΛΑΚΤΙΚΑ

«BATTLESTAR GALACTICA»
«CAPRICA»




     Σε κάποια αόριστη εποχή, μία τεχνολογικά προηγμένη Ανθρωπότητα έχει αποικήσει ένα απομακρυσμένο αστρικό σύστημα δώδεκα πλανητών με πρωτεύουσα τον πλανήτη Κάπρικα. Η κοινωνία είναι δομημένη σε μία ενιαία κρατική ομοσπονδία, με πολιτικές, στρατιωτικές, παραγωγικές και εμπορικές δομές παρόμοιες με της σημερινής γήινης Δύσης. Επιπροσθέτως, ο πολιτισμός των Δώδεκα Αποικιών στηρίζεται σε μία επίσημη τυπολατρική θρησκεία με κρατικό ιερατείο η οποία παραπέμπει στις ολύμπιες ελληνικές θεότητες. Σύμφωνα με τους θρησκευτικούς θρύλους, τους οποίους ελάχιστοι πιστεύουν, η Ανθρωπότητα έφθασε εκεί όταν αμέτρητους αιώνες πριν εγκατέλειψε τον μητρικό της κόσμο ονόματι Κόμπολ – ενώ υποτίθεται πως μία δέκατη τρίτη αποικία δημιουργήθηκε σε ένα άλλο, άγνωστο σημείο του Γαλαξία, στον πλανήτη Γη.
     Πενήντα χρόνια πριν από την έναρξη της ιστορίας οι Κύλωνες, ευφυή μηχανικά ρομπότ χρησιμοποιούμενα ως δούλοι, εξεγέρθηκαν και κατασκεύασαν στόλο με τον οποίο ενεπλάκησαν σε πολυετή και αιματηρό πόλεμο εναντίον των Δώδεκα Αποικιών. Μία ανακωχή υπεγράφη τελικά και οι Κύλωνες εξαφανίστηκαν στα πέρατα του διαστήματος, ενώ οι Άνθρωποι απαγόρευσαν κάθε έρευνα στην τεχνητή νοημοσύνη. Σήμερα, ενώ ο Αποικιακός Στόλος μετατρέπει σταδιακά τα διαστημόπλοιά του σε πολεμικά μουσεία καθώς μία νέα πολεμική αναμέτρηση μοιάζει όλο και πιο απίθανη χρόνο με τον χρόνο, οι Κύλωνες – φανατικά θρησκευόμενοι μονοθεϊστές – έχουν διεισδύσει στην Κάπρικα με μυστικούς πράκτορες οι οποίοι μοιάζουν με Ανθρώπους: έχουν σάρκα, οστά, αίμα και συναισθήματα. Καθένας τους υπάρχει σε πολλαπλά αντίτυπα, εμφανισιακά όμοια, ενώ κατά τον σωματικό του θάνατο η συνείδηση και οι μνήμες του εκπέμπονται σε ένα νέο σώμα και πρακτικά μετενσαρκώνεται. Οι μεταλλικοί, ρομποτικοί «Εκατόνταρχοι» τους οποίους κατασκεύαζαν κάποτε οι Άνθρωποι των Δώδεκα Αποικιών, φαίνονται να είναι πλέον ιεραρχικά «υφιστάμενοι» των ανθρωπόμορφων μοντέλων. Στόχος των κυλωνικών πρακτόρων είναι να σαμποτάρουν τις ελαφριές άμυνες των Δώδεκα Αποικιών ώστε να μην μπορέσει ο Αποικιακός Στόλος να αντισταθεί καθόλου σε μία επικείμενη, κρυφά προετοιμαζόμενη, σαρωτική και ολομέτωπη εκ νέου εισβολή των Κυλώνων, στοχευμένη στην ολοκληρωτική εξάλειψη της Ανθρωπότητας μέσω διαδοχικών θερμοπυρηνικών επιθέσεων.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Megazone 23» (1985 - '89)

MEGAZONE 23

«MEGAZONE 23»




     Στο Τόκιο του 1985 ένας νεαρός «ατίθασος» μηχανόβιος ονόματι Σόγκο, ζώντας ως τότε μία ζωή επικεντρωμένη αποκλειστικά στην άντληση της μέγιστης ευχαρίστησης από το παρόν, ανακαλύπτει τυχαία μέσω ενός γνωστού του μία εξαιρετικά προηγμένη και ταχύτατη δοκιμαστική μοτοσικλέτα. Αμέσως στο κατόπι του βρίσκονται ένοπλοι μυστικοί πράκτορες οι οποίοι δολοφονούν τον φίλο του και αναγκάζουν αυτόν να κρυφτεί στο σπίτι μίας κοπέλας την οποία φλερτάρει – τη Γιούι. Σύντομα συνειδητοποιεί ότι η μοτοσικλέτα «Γκάρλαντ» αποτελεί στρατιωτικό μηχανισμό ο οποίος μπορεί να μεταμορφωθεί κατά βούληση σε γιγάντιο, ένοπλο ανθρωποειδές ρομπότ, με τον οδηγό της ως πιλότο («μέκα»). Με τη βοήθεια της Γιούι και των δύο συγκατοίκων της, εκ των οποίων η μία προσπαθεί να αρχίσει μία καριέρα τραγουδίστριας στην ποπ δισκογραφία, αποφασίζουν να κινηματογραφήσουν μία ταινία επιστημονικής φαντασίας αξιοποιώντας τη μοτοσικλέτα. Ωστόσο ο Στρατός βρίσκεται στα ίχνη τους και δεν αργεί η στιγμή που ο Σόγκο θα γίνει γνώστης ενός απίστευτου, καλά κρυμμένου μυστικού για την ίδια την πραγματικότητα…
     Ένα εντυπωσιακό για την εποχή του και σήμερα ιστορικό ιαπωνικό κινούμενο σχέδιο τεχνοτροπίας άνιμε, το οποία πατά γερά στη μεγάλη παράδοση του σύγχρονου, απευθυνόμενου σε εφήβους ιαπωνικού Φανταστικού, αλλά την εξελίσσει εμβολιάζοντάς την με μια μεταμοντέρνα ευαισθησία και μια κυβερνοπάνκ αισθητική, πράγματα εξαιρετικά επίκαιρα κατά τη δεκαετία του ‘80. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα άνιμε τα οποία έγιναν γνωστά στη Δύση και – αδιαμφισβήτητα – από τα πιο επηρεαστικά· κυκλοφόρησε κατευθείαν σε οικιακά μέσα (βιντεοκασέτα) ως μίνι σειρά τεσσάρων επεισοδίων, καθένα από τα οποία διατέθηκε με διαφορά ενός έτους το ένα από το άλλο. Κομβικό στην κατηγορία του, σήμερα μοιάζει περισσότερο ως ενδιαφέρων προπομπός κατοπινών αριστουργημάτων του κινουμένου σχεδίου όπως το Ακίρα (1988), αλλά και της πασίγνωστης, χολιγουντιανής μαγνητοσκοπημένης περιπέτειας ΕΦ Μάτριξ (1999). Ενδιαφέρον είναι πως αρχικά είχε σχεδιαστεί ως συνηθισμένη τηλεοπτική σειρά, μα λόγω της περιορισμένης χρηματοδότησης κυκλοφόρησε τελικά στο οικιακό κύκλωμα της βιντεοκασέτας, με μόνο τέσσερα μεγάλης διάρκειας επεισόδια. Η επιτυχία του έδωσε ώθηση στην ανάλογη αγορά – άνιμε μίνι σειρές απευθείας σε μέσο οικιακής προβολής (OVA) – η οποία άνθισε κατά την επόμενη δεκαετία.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Βιντεοπαιχνίδι: «Beneath a Steel Sky» (1994)

BENEATH A STEEL SKY


«BE VIGILANT. BE ALERT...» – Επίσημο σύνθημα της Γιούνιον



    Το 1994 το βρετανικό στούντιο παραγωγής ηλεκτρονικών παιχνιδιών Revolution κυκλοφόρησε το δεύτερο εγχείρημά του, το επιτυχημένο γραφικό adventure Beneath a Steel Sky, μια διετία ύστερα από την προηγούμενη προσπάθειά του ονόματι Lure of the Temptress. Το φάνταζυ σκηνικό του τελευταίου αντικαταστάθηκε στο νέο παιχνίδι από ένα υβρίδιο μεταποκαλυπτικής και κυβερνοπάνκ μυθοπλασίας, με επιρροές από γνωστά δυστοπικά αφηγηματικά έργα όπως τα μυθιστορήματα 1984 (1949) και Θαυμαστός καινούργιος κόσμος (1932), ή οι ταινίες Μετρόπολις (1927) και Μπραζίλ (1985). Το Beneath a Steel Sky ήταν διαθέσιμο για δύο υπολογιστικές πλατφόρμες (PC και Amiga), απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και χαρακτηριζόταν από σχεδόν τετραπλάσια διάρκεια σε σχέση με τον σύντομο προκάτοχό του. H μηχανή παιχνιδιού ονόματι «Virtual Theatre», σχεδιασμένη αρχικά για το Lure of the Temptress, εδώ εξελίχθηκε περαιτέρω επιτρέποντας τον εύκολο και διαισθητικό χειρισμό από τον παίκτη – μέσω αποκλειστικά του ποντικιού – ενός χαρακτήρα σε ένα δυναμικό περιβάλλον με διδιάστατα ζωγραφιστά γραφικά 256 χρωμάτων και πλάγια απεικόνιση τρίτου προσώπου, ρεαλιστική κίνηση, δεκάδες λογικά αλληλοσυνδεδεμένες τοποθεσίες και NPC με αληθοφανείς ρουτίνες περιοδικής, αυτόνομης μετακίνησης και αλληλεπίδρασης, ανεξαρτήτως των δράσεων του παίκτη! H Revolution εισήχθη έτσι στη λίστα των σημαντικών κατασκευαστών adventure, πριν σημαδέψει οριστικά τον χώρο με το εξαιρετικά επιτυχημένο και δημοφιλές Broken Sword του 1996, στηριγμένο στην επόμενη έκδοση του Virtual Theatre.
    Στην πραγματικότητα το Beneath a Steel Sky είναι ένα μέσης ποιότητας, διάρκειας και δυσκολίας αντιπροσωπευτικότατο δείγμα της κατηγορίας του και της εποχής του. Παρά το ζοφερό μελλοντικό σκηνικό και το κλίμα παράνοιας, το παιχνίδι είναι πλημμυρισμένο από χιούμορ, θερμές καρικατούρες της καθημερινότητας ως χαρακτήρες, αστείες καταστάσεις και κωμικές αναφορές στην παροντική λαϊκή κουλτούρα της Δύσης. Η επιλογή αυτή των σχεδιαστών λειτουργεί ως δίκοπο μαχαίρι: από τη μία «συγχρονίζει» τον τίτλο με την επικρατούσα μόδα στα adventure κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990 (εμβόλιμα χιουμοριστικά στοιχεία και διάσπαρτα αστεία σε ένα καρτουνίστικο περιβάλλον) – στο πρότυπο των κινηματογραφικής αίσθησης κωμικών επιτυχιών της εταιρείας Lucas Arts, όπως το Maniac Mansion (1987), το Zak McKracken and the Alien Mindbenders (1988), το Secret of Monkey Island  (1990), το Monkey Island 2: LeChucks Revenge (1991), το Day of the Tentacle (1993) και το Sam and Max Hit the Road (1993) – ενώ από την άλλη αναιρεί το μεταποκαλυπτικό και κυβερνοπάνκ σκηνικό υποσκάπτοντας τη βαρύτητά του. Αν ο στόχος ήταν μία μεταμοντέρνα σάτιρα των ποπ δυστοπιών, όπου τα κλισέ του παρωδούμενου αφηγηματικού συστατικού ταυτοχρόνως αναδεικνύονται μέσω της υπερβολής και της καλοπροαίρετης διακωμώδησής τους σε μία εσκεμμένη και αυτοαναφορική ανάμειξη των ειδών, τότε η συνταγή μάλλον απέτυχε διότι από το μείγμα λείπει η ισορροπία και το τελικό αποτέλεσμα πάσχει από αθεράπευτη κρίση ταυτότητας.