Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Τηλεόραση: «Σκοτεινός άγγελος» (2000 - '02)

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

«DARK ANGEL»




     Όταν ο γνωστός σκηνοθέτης Τζέιμς Κάμερον αποφάσισε να ασχοληθεί με την τηλεόραση και να εκτελέσει τη διεύθυνση παραγωγής σε μια περιπετειώδη τηλεοπτική σειρά, το πρώτο που πέρασε από το μυαλό του ήταν μία μεταφορά του κομίστικου υπερήρωα Σπάιντερμαν στη μικρή οθόνη. Το σχέδιο δεν ευοδώθηκε και ο Κάμερον, αξιοποιώντας ιδέες από τον αφηγηματικό κόσμο που είχε κατασκευάσει παλαιότερα ως σεναριογράφος του κυβερνοπάνκ θρίλερ επιστημονικής φαντασίας Παράξενες μέρες (1994), δημιούργησε στην αυγή της νέας χιλιετίας τον δικό του, μεταμοντέρνο υπερήρωα.
     Το σκηνικό όπου εκτυλίσσεται ο Σκοτεινός άγγελος είναι ένα δυστοπικό Σηάτλ του 2019, ευρισκόμενο ουσιαστικά υπό στρατιωτικό νόμο. Παρόλη τη διάχυτη υψηλή τεχνολογία οι περισσότερες μηχανές δεν λειτουργούν, ως αποτέλεσμα μίας τρομοκρατικής ενέργειας με ηλεκτρομαγνητικό παλμό που κατέστρεψε τα περισσότερα ηλεκτρονικά αρχεία και κυκλώματα στις ΗΠΑ μία δεκαετία νωρίτερα (ο «Παλμός»), ωθώντας τη χώρα σε τεράστια οικονομική ύφεση, τις κοινωνικές ανισότητες σε γιγάντωση και τα ατομικά δικαιώματα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Τώρα στους χαοτικούς δρόμους των πόλεων κυκλοφορούν κατά κύριο λόγο άστεγοι, πειναλέοι μεροκαματιάρηδες, πάνοπλοι στρατιώτες και συμπλεγματικοί, διεφθαρμένοι αστυνομικοί. Σε ένα τέτοιο σχεδόν μεταποκαλυπτικό κλίμα, ενισχυμένο από ατμοσφαιρική σκοτεινή φωτογραφία, πλούσιο σκηνικό διάκοσμο και δεξιοτεχνικά κινηματογραφημένες σκηνές δράσης, ο Κάμερον τοποθετεί τυπικά κυβερνοπάνκ ευρήματα, δημιουργώντας ένα όμορφο υβρίδιο: άνευ όρων ανταγωνιζόμενες και παντοδύναμες πολυεθνικές εταιρίες, ένα ανεξέλεγκτο και πανίσχυρο βιομηχανικό-στρατιωτικό σύμπλεγμα, προηγμένη νανοτεχνολογία και βιοτεχνολογία, κοινωνικές ομάδες οργανωμένης αμφισβήτησης, προχωρημένη ταξική διαίρεση, υπόκοσμος της υψηλής τεχνολογίας, ζοφερό αστικό περιβάλλον. Όπως και στις Παράξενες μέρες, αυτό το γοητευτικό σκηνικό ενδύεται τον μανδύα της μετανεωτερικής, νεολαιίστικης υποκουλτούρας των μεγαλουπόλεων – αυτής που ανδρώθηκε κυρίως στις ΗΠΑ κατά τις δεκαετίες του 1970 και ’80: γκράφιτι, χιπ-χοπ, διαγωνιστικά σόου και κόλπα με ποδήλατα, ταξικά γκέτο, ανάλογη αργκό και ενδυματολογική προσέγγιση. Καθόλου τυχαία, οι συντελεστές ανέθεσαν τη σύνθεση της μουσικής επένδυσης της σειράς σε γνωστούς ράπερ και έπνιξαν τους διαλόγους στην ιδιόλεκτο των μητροπολιτικών αμερικανικών γκέτο.
     Το σενάριο στηρίζεται στην ιστορία της Μαξ Γκεβάρα, μίας γενετικά ενισχυμένης 19χρονης εργαζόμενης σε υπηρεσία κούριερ του Σιάτλ, η οποία «κατασκευάστηκε» και εκπαιδεύτηκε ως τα εννιά της χρόνια σε μυστικές κυβερνητικές εγκαταστάσεις, στο πλαίσιο ενός άκρως απόρρητου στρατιωτικού πειράματος γενετικής μηχανικής, στοχευόμενο στην παραγωγή σκληραγωγημένων υπέρ-στρατιωτών («Σχέδιο Μάντικορ»). Το 2009, λίγους μήνες πριν τον Παλμό, οι νεαρές φονικές μηχανές απέδρασαν εκμεταλλευόμενες τα φυσικά τους χαρίσματα (υπεράνθρωπη νοημοσύνη, αντίληψη, ευελιξία και δύναμη) και την πολύχρονη εκπαίδευσή τους. Δώδεκα επέζησαν και κρύφτηκαν, διασκορπισμένοι σε όλες τις ΗΠΑ, παρά την καταδίωξη που εξαπέλυσε εναντίον τους ο υπεύθυνος του προγράμματος Συνταγματάρχης Ντόναλντ Λαϊντέκερ. Πλέον, μία δεκαετία μετά, η Μαξ μένει στην αφάνεια προκειμένου να συνεχίσει να διαφεύγει τον εντοπισμό και τη σύλληψη από την κυβέρνηση, υιοθετώντας τον ρόλο μίας κατώτατης εργαζόμενης στα εξαθλιωμένα γκέτο του Σιάτλ. Ταυτόχρονα όμως, στα κρυφά, έχει προσλάβει ιδιωτικό ντετέκτιβ προκειμένου να εντοπίσει τα χαμένα αδέρφια της, με βάση το κύριο διακριτικό εξωτερικό χαρακτηριστικό τους: έναν ραβδοκώδικα γραμμής παραγωγής στον σβέρκο τους…
     Στον πιλότο της τηλεοπτικής σειράς, διάρκειας διπλού επεισοδίου, γνωριζόμαστε με το σκηνικό της ιστορίας, με το υπόβαθρο της πρωταγωνίστριας και με τον – ανίδεο για την πραγματική της φύση – φιλικό της κύκλο: τους συνεργάτες της στην υπηρεσία κούριερ, τον εργοδότη τους με ψευδώνυμο «Νορμάλ» και τη συγκάτοικό της. Ο Νορμάλ είναι σαραντάρης, εν γένει δυσάρεστος, άπληστος και συντηρητικός, με σαφή πολιτική κλίση προς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, πραγματικό όνομα …Ρόναλντ Ρέιγκαν και ίνδαλμα τον Τζορτζ Μπους. Η συγκάτοικος της ηρωίδας, ονόματι Κέντρα, είναι μία νεαρή ξανθιά και μάλλον αφελής μασέρ, ενώ οι τρεις στενότεροι συνεργάτες και φίλοι της Μαξ στην εταιρεία ταχυμεταφορών – όλοι 20 έως 30 ετών – αποτελούν τους κύριους υπαίτιους για το άναρχο κλίμα που συνήθως επικρατεί εκεί, εξοργίζοντας διαρκώς τον Νορμάλ: η Αφροαμερικανίδα λεσβία των γκέτο με ψευδώνυμο Ορίτζιναλ Σίντυ και απόλυτη σιγουριά στις ικανότητες και στην αξία της, ο οικογενειάρχης ρασταφαριανός Χέρμπαλ Θόουτ με τζαμαϊκανή καταγωγή, ιδιόρρυθμη προφορά, αγάπη για την κάνναβη και μαλλί σε πλεξούδες, καθώς και ο λευκός λούμπεν Σκέτσι, πάντα έτοιμος για την πάση θυσία μεγιστοποίηση του ατομικού του κέρδους και ευχαρίστησης.
     Κατά τη διάρκεια του πιλότου η Μαξ συναντά τυχαία και συνάπτει μία αμφίσημη φιλική σχέση, χαρακτηριζόμενη από σαφές αλλά άδηλο ερωτικό υπόβαθρο, με τον ιδεολόγο, εργασιομανή και αριστεριστή δημοσιογράφο Λόγκαν Κέιλ – τριαντάχρονο γόνο πλούσιας οικογένειας του Σιάτλ ο οποίος συνηθίζει να αξιοποιεί κρυφά τις ικανότητές του στο χακάρισμα υπολογιστικών και τηλεπικοινωνιακών συστημάτων για να «πολεμά τη διαφθορά», συνήθως παρεμβαίνοντας στους τηλεοπτικούς δέκτες της περιοχής με ένα πειρατικό σήμα και εκθέτοντας απόρρητες πληροφορίες στο ευρύ κοινό, ή παρέχοντας προστασία σε θύματα του «σάπιου κατεστημένου». Παρά τους αρχικούς δισταγμούς της η Μαξ δέχεται να «προσληφθεί» ως μυστικός συνεργάτης στη σταυροφορία του Κέιλ, σε αντάλλαγμα της βοήθειας που εκείνος διατίθεται να της προσφέρει στον εντοπισμό των χαμένων της αδερφών. Η απόφασή της αυτή σφραγίζεται στο φινάλε του πιλότου, όταν ο Λόγκαν μένει μόνιμα παράλυτος ύστερα από πυροβολισμούς που δέχεται από έμμισθους άνδρες στελέχους της Μαφίας, στη φανερή προσπάθειά του να υποστηρίξει μία μάρτυρα κατηγορίας σε μία πολύκροτη δίκη στρεφόμενη εναντίον του υποκόσμου. Ταυτόχρονα ο Συνταγματάρχης Λαϊντέκερ αντιλαμβάνεται πως κάποιο από τα «χαμένα τέκνα» του κρύβεται στο Σιάτλ, έχοντας προσλάβει ιδιωτικό ντετέκτιβ για την αναζήτηση των αδερφών του, και εστιάζει τις έρευνες των υπευθύνων του Σχεδίου Μάντικορ στην ευρύτερη περιοχή με σκοπό να το εντοπίσει και να το συλλάβει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο πιλότος θέτει το βασικό σκηνικό και πλαίσιο μοτίβων στο οποίο πρόκειται να εκτυλιχθούν τα επόμενα, σχετικώς αυτοτελή επεισόδια της σειράς.
     Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του Σκοτεινού αγγέλου είναι η παράδοξη σχέση του πρωταγωνιστικού ζεύγους Μαξ και Λόγκαν: οι συμβατικοί ρόλοι αρσενικού-θηλυκού, όπου η γυναίκα ερευνά και σκέφτεται ενώ ο άνδρας πράττει και ασκεί βία (βλέπε π.χ. τους Μόλντερ και Σκάλι στα X-Files), εδώ αντιστρέφονται πλήρως. Ο Λόγκαν, καθηλωμένος στον υπολογιστή του διαμερίσματός του και στην αναπηρική του πολυθρόνα, είναι αυτός που ερευνά, σκέφτεται και βοηθά εξ αποστάσεως, ενώ η υπεράνθρωπων ικανοτήτων Μαξ είναι που εκτελεί σχέδια δράσης επιτόπου, διαπράττει διαρρήξεις, ασκεί φυσική βία κλπ. Το μοτίβο αυτό όμως διατρέχει όλη τη σειρά, εκφράζοντας – υποτίθεται, κατά έναν μάλλον αφελή τρόπο – το σύγχρονο τρίτο κύμα φεμινισμού, από το οποίο ο Κάμερον διατείνεται πως επηρεάστηκε. Έτσι δεν είναι σπάνιο οι Μαξ και οι φίλες της να εκστομίζουν, μάλλον ανόητα, αρνητικά σχόλια για το «ισχυρό φύλο», επιβεβαιώνοντας – δήθεν – μία νεφελώδη θηλυκή «απελευθέρωση». Εξίσου νεφελώδες είναι και το υποτιθέμενο πολιτικό περιεχόμενο του Σκοτεινού αγγέλου, με ασαφή αντικαπιταλιστικά μηνύματα (π.χ. η εμφανώς ταξικού χαρακτήρα αλληλεγγύη μεταξύ των εργαζομένων στην υπηρεσία ταχυμεταφορών απέναντι στον δύστροπο, άπληστο εργοδότη τους και η διαρκής, έμμεση στηλίτευση από το σενάριο της εμπορευματοποίησης των πάντων) να συγχέονται με «βαθυστόχαστες» ρητορείες εναντίον… της διαφθοράς, ή λεκτικές αναπολήσεις μιας εποχής υπερκαταναλωτικής αφθονίας προ του Παλμού! Όμοια τακτική είχε ακολουθήσει ο Κάμερον και στο σενάριο του Παράξενες μέρες, το οποίο εμφανώς επιχειρούσε να ισορροπήσει μεταξύ ενός αριστερού και ενός φιλελεύθερου λόγου, για να κλίνει σαφώς προς τον δεύτερο κατά το – μάλλον αστείο και δήθεν «καθαρτικό» – φινάλε.
     Πιο πετυχημένη είναι η απεικόνιση της ηθικής της Μαξ και δευτερευόντως του Λαϊντέκερ. Πρόθυμη να κάνει τα πάντα προκειμένου να επιβιώσει, στον βαθμό όμως που δεν πλήττει κανέναν άλλον, και μεγαλόψυχα διαθέσιμη ταυτόχρονα να βοηθήσει τους κοντινούς της ανθρώπους, η Μαξ είναι πράγματι ένας πολύπλοκος χαρακτήρας. Ληστεύει σπίτια και συνδράμει εθελοντικά σε κοινωνικούς σκοπούς με την ίδια ευκολία, αποφεύγοντας ολωσδιόλου από επιλογή να αφαιρέσει ζωές παρά τη στρατιωτική της εκπαίδευση – την οποία φανερά θα ήταν πρόθυμη να λησμονήσει τελείως, αν δεν της ήταν απαραίτητη για την ίδια της την επιβίωση. Ταυτόχρονα η περίπλοκη σχέση της με τον Λαϊντέκερ αποτελεί έναν βασικό κινητήριο μοχλό στο σενάριο της σειράς: παρόλο που της δίνεται επανειλημμένα η ευκαιρία κατά τον πρώτο κύκλο δεν τον δολοφονεί ποτέ, αν και γνωρίζει ότι ο «κατασκευαστής» της είναι ο μόνος υπάλληλος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης που πραγματικά ενδιαφέρεται με ζήλο εδώ και μια δεκαετία για την επανεύρεση και σύλληψη αυτής και των αδερφών της. Ο ψυχρός, υπολογιστής Συνταγματάρχης, με την αυστηρή, σχεδόν «άρια» εμφάνιση και την πλήρη έλλειψη ηθικών φραγμών, φαίνεται πως πραγματικά αισθάνεται σαν χαμένα παιδιά του τους δραπέτες, μη διστάζοντας όμως να τους χρησιμοποιήσει ως αναλώσιμους υπέρ-στρατιώτες σε μυστικές παραστρατιωτικές αποστολές της κυβέρνησης όταν πέφτουν στα χέρια του. Μία περίπλοκη και παράδοξη σχέση πατέρα-κόρης αναπτύσσεται μεταξύ τους καθ’ όλο τον πρώτο κύκλο, αφού δεν είναι σπάνιες οι φορές που τα μονοπάτια τους διασταυρώνονται παρά τις προσπάθειες της Μαξ να διαφύγει της προσοχής.
     Η τηλεοπτική σειρά ακολουθεί την τακτική των σχετικώς αυτοτελών επεισοδίων, όπου όμως κάποια στοιχεία του υποβάθρου της πλοκής εξελίσσονται σταδιακά σε μόνιμη βάση. Κάθε επεισόδιο συνήθως έχει μία κύρια πλοκή η οποία αφορά τις έρευνες του Λόγκαν ή το Μάντικορ, καθώς και μία παράλληλη υποπλοκή σχετική με το εργασιακό περιβάλλον της Μαξ. Οι περισσότερες αυτοτελείς πλοκές είναι αφηγηματικά στιβαρές και ενδιαφέρουσες, ιδιαιτέρως όταν αφορούν χαμένα αδέρφια της Μαξ τα οποία σποραδικά οι ήρωες ανακαλύπτουν. Αρκετές φορές στηρίζονται σε αντικυβερνητική συνωμοσιολογία τύπου X-Files, η οποία έχει δεθεί αρμονικά με το βασικό σεναριακό υπόβαθρο. Ο χαρακτήρας του Λόγκαν είναι μάλλον μονοδιάστατος, παρά τις πινελιές που προσδίδει στην προσωπικότητά του η εμφανής αδυναμία του να αποδεχθεί την αναπηρία του. Πολύ πιο ενδιαφέρουσα είναι η αντίφαση ανάμεσα στη μεγαλοαστική καταγωγή του, τον μεσοαστικό τρόπο ζωής του και την κεντροαριστερή πολιτική θεωρία και πρακτική που εκφράζει. Η σχέση του με τη Μαξ ακολουθεί την προβλέψιμη πορεία ενός ανεκδήλωτου αρχικά αλλά διαρκώς κλιμακούμενου ερωτικού ειδυλλίου. Η σχέση αυτή περιπλέκεται από τη σποραδική εμφάνιση στη σειρά, ήδη από τα πρώτα επεισόδια, του παρανοϊκού Ζακ, αρχηγού της ομάδας των δραπετών από το Μάντικορ ο οποίος χωρίστηκε το 2009 από τους άλλους και η πρωταγωνίστρια δεν έχει σταματήσει να αναζητά μετά μανίας από τότε. Ο Ζακ, που δεν έχει πάψει ποτέ να σκέφτεται σαν στρατιώτης με αποστολή επιβίωσης σε μονίμως εχθρικό έδαφος, είναι φανερό πως τρέφει συναισθήματα για τη Μαξ περισσότερο από… αδερφικά, αν και συνηθίζει να της συμπεριφέρεται σαν αξιωματικός της σε καιρό πολέμου. Σταδιακά καθίσταται εμφανές ότι αυτός είναι υπεύθυνος για την προσκόλληση της ηρωίδας σε μια αντίληψη πάση θυσία υπεράσπισης της «οικογένειάς» της – των γενετικά ενισχυμένων «προϊόντων» του Μάντικορ – και των συναφών αξιών.
     Περί τα τέλη του πρώτου κύκλου οι σεναριογράφοι αποφάσισαν να ωθήσουν σε διαφορετικά μονοπάτια το σενάριο, διαδικασία που είχε ολοκληρωθεί ως το τρίτο επεισόδιο της δεύτερης περιόδου. Πλέον ο Λαϊντέκερ έχει αυτομολήσει από το Μάντικορ και κρύβεται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ύστερα από μία σύγκρουση με τη διευθύντριά του (η οποία δεν διστάζει να φονεύσει ενισχυμένους υπέρ-στρατιώτες, αν αυτό εξυπηρετεί την επιστημονική έρευνα που τους παρήγαγε), έχοντας μετατραπεί σε ασταθή, περιστασιακό συνεργάτη των Λόγκαν και Μαξ. Οι εγκαταστάσεις του Μάντικορ ανατινάχτηκαν με αποτέλεσμα δεκάδες νέοι μεταλλαγμένοι υπέρ-στρατιώτες που επιβίωσαν της έκρηξης να είναι τώρα ελεύθεροι στις ΗΠΑ, κρύβοντας την ταυτότητά τους από έναν κρατικό μηχανισμό που ζητά να τους δει νεκρούς, προκειμένου να μην εκτεθεί περαιτέρω το μυστικό πρόγραμμα Μάντικορ στο ευρύ κοινό. Ο Λόγκαν περπατά ξανά χάρη σε μια καινοτόμο εφεύρεση, αλλά η Μαξ είναι μολυσμένη από έναν γενετικά στοχευόμενο θανατηφόρο ιό ο οποίος μπορεί να προσβάλλει μόνο τον Λόγκαν και να τον οδηγήσει στον τάφο μέσα σε ένα 12ωρο· έτσι, αν και το ερωτικό στοιχείο της σχέσης τους πλέον είναι ολοφάνερο, αδυνατούν να έρθουν σε οποιαδήποτε στενή σωματική επαφή! Η Μαξ επίσης έχει απρόβλεπτα αποδειχθεί μοναδικό δείγμα υπέρ-στρατιώτη του Μάντικορ, με DNA εξαιρετικής «ποιότητας» και κατασκευασμένο για κάποιον άγνωστο απώτερο σκοπό, ενώ ο Ζακ αυτοκτόνησε στο φινάλε του πρώτου κύκλου για να σώσει τη ζωή της. Ο χαρακτήρας του Χέρμπαλ Θόουτ αφαιρέθηκε από το καστ, ενώ η Κέντρα είχε «εξαλειφθεί» ήδη από τα μέσα της προηγούμενης περιόδου. Ο Ζακ αντικαταστάθηκε από τον Τζόσουα, έναν «αποτυχημένο» καλοκάγαθο υπέρ-στρατιώτη (με υβριδικό σώμα μεταξύ ανθρώπου και σκύλου) με τον οποίον η Μαξ αποκτά φιλικές σχέσεις και τον βοηθά να διαμείνει κρυμμένος στο Σηάτλ ώστε να διαφύγει της προσοχής, αλλά και τον Άλεκ, έναν εξυπνάκια, ευπροσάρμοστο, συμφεροντολόγο, μα κατά βάθος «καλόκαρδο» υπέρ-στρατιώτη, ο οποίος έπαψε συνειδητά να αποτελεί υπάλληλο του Μάντικορ μονάχα όταν έγινε φανερή η πρόθεση της κυβέρνησης να συγκαλύψει την ύπαρξη του τελευταίου δολοφονώντας όλα τα ζωντανά δείγματά του.
     Ο δομή και το σκηνικό της σειράς μεταβλήθηκαν κατά κάποιο τρόπο: η εναλλαγή αυτοτελών επεισοδίων και ιστοριών για το Μάντικορ, επεισοδίων με αντικυβερνητική συνωμοσιολογία και υποπλοκών για τον «πόλεμο» του Λόγκαν ενάντια στη «διαφθορά» και στον υπόκοσμο, καθώς και η διαρκής μετατόπιση της εστίασης από το εργασιακό περιβάλλον της Μαξ στις αποστολές της και αντιστρόφως, σε μεγάλο βαθμό εξαλείφονται. Τα απομεινάρια και το ιστορικό του Μάντικορ αποκτούν μονίμως κεντρικό ρόλο και η αυτοτέλεια των επεισοδίων υποβαθμίζεται. Οι αλλαγές στο σύνολο των χαρακτήρων υπήρξαν μάλλον ωφέλιμες, αν και ο Άλεκ αρκετές φορές μοιάζει να επισκιάζει απρόσμενα τον Λόγκαν ως «βοηθός» της Μαξ. Οι υπέρ-στρατιώτες τους οποίους κατά καιρούς εντοπίζουν οι πρωταγωνιστές όχι μόνο είναι πολύ περισσότεροι, αλλά συνήθως έχουν πλέον υβριδική εμφάνιση μεταξύ ανθρώπου και ζώου – ουδεμία σχέση με τον πρώτο κύκλο. Το κλίμα συνολικά παραπέμπει περισσότερο στα X-Files απ’ ότι ο προηγούμενος κύκλος, με το επεισόδιο «Brainiac» μάλιστα να μοιάζει σε πολύ ύποπτο βαθμό με το βραβευμένο επεισόδιο «Clyde Bruckman's Final Repose» της τηλεοπτικής σειράς του Κρις Κάρτερ. Οι μεταβολές αυτές επαρκούν για να αλλάξουν τον χαρακτήρα του Σκοτεινού αγγέλου, μα ορισμένες ειδικά από τις τροποποιήσεις αποδείχτηκαν πραγματικά καταστροφικές.
     Η αναπάντεχη, ξαφνική και αναληθοφανής αναβάθμιση της πρωταγωνίστριας σε κάποιο παράξενο είδος «γενετικού Μεσσία» συνιστά εμπόδιο σε κάθε απόπειρα ταύτισης του θεατή μαζί της. Η εξίσου αναληθοφανής και ξαφνική προσθήκη στο σεναριακό υπόβαθρο του μυστηριώδους Σάντεμαν και μίας διαχρονικής συνωμοσίας σύμφωνα με την οποία το Μάντικορ δεν είναι παρά ένα ασήμαντο παρακλάδι ενός παμπάλαιου, μυστικού προγράμματος ευγονικής με ιστορικό… πέντε χιλιετιών (!), οργανωμένου από μία πολυπλόκαμη αποκρυφιστική λατρεία τύπου Πεφωτισμένων που έχει από καιρό διαβρώσει εκ των έσω τμήματα της κυβέρνησης, αφαιρεί τη γοητεία της απλότητας του πρώτου κύκλου προς όφελος μιας πολυδαίδαλης ίντριγκας, εμφανώς εμπνευσμένης από το μυθικό σώμα υποβάθρου των X-Files αλλά αδέξια προσαρτημένη εκ των υστέρων στον Σκοτεινό άγγελο. Η ανάκυψη ενός νέου εμποδίου στη σχέση μεταξύ των δύο ηρώων (ο ιός της Μαξ, ικανός να πλήξει μόνο τον Λόγκαν μέσω στενής σωματικής επαφής) αποτελεί μάλλον αστείο σεναριακό εύρημα για να παραταθεί το αναμενόμενο ερωτικό σμίξιμο των πρωταγωνιστών, για προφανείς εμπορικούς σκοπούς.
     Ακόμα, με την ανατίναξη των εγκαταστάσεων του Μάντικορ στο τέλος της πρεμιέρας του δευτέρου κύκλου, οι δημιουργοί κλώτσησαν την ευκαιρία να προβάλλουν μια όμορφη και κομψή αλληγορία ­– κατά τη διάρκεια αυτού του μοναδικού επεισοδίου όπου βλέπουμε το Μάντικορ και τη λειτουργία του εκ των έσω, γινόμαστε μάρτυρες όχι ενός τελειοποιημένου, «αποστειρωμένου» στρατιωτικού εργαστηρίου υψηλής τεχνολογίας, αλλά μίας ρεαλιστικής μικρογραφίας της κοινωνίας. Με την άρχουσα τάξη της, τη διαφθορά της, τους πρόθυμους υπαλλήλους της, τους καιροσκόπους αριβίστες της, τους λησμονημένους «τερατόμορφους» απόκληρους και περιθωριακούς στα υπόγεια, μα και τον διαρκή, απάνθρωπο, καθολικό πειθαρχικό καταναγκασμό ο οποίος εξασφαλίζει πως – παρά τα προβλήματα – θα επικρατήσει ένα ελάχιστο λειτουργικότητας και στοιχειώδους οργάνωσης. Όλα αυτά στήνονται όμορφα αλλά έχουν ήδη εξαφανιστεί μέχρι το δεύτερο επεισόδιο του κύκλου, για να αντικατασταθούν από όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως.
     Σαφώς και δεν είναι τα πάντα άσχημα βεβαίως. Οι χαρακτήρες αναπτύσσονται μαεστρικά κατά τη διάρκεια του κύκλου, κυρίως ο πολύπλοκος Άλεκ – ο οποίος όμως μετά τα πρώτα δέκα επεισόδια τείνει να υποβαθμίζεται συστηματικά σε κωμικό αντίβαρο της ηρωίδας – αλλά και η Μαξ, έχοντας αφήσει οριστικά πίσω την πιο ατομικιστική και εγωιστική πλευρά του εαυτού της και πάντα έτοιμη να εντοπίσει και να προσπαθήσει να βγάλει στην επιφάνεια την «αγαθή» όψη οποιουδήποτε – ακόμα και του χειρότερου εχθρού της. Οι πλοκές των επεισοδίων είναι στιβαρές και καλώς δομημένες, ενώ το χιούμορ παραμένει διάσπαρτο και ορισμένες φορές πικρό. Ο Λόγκαν παραμένει ο πιο μονοδιάστατος, κλισέ και ανιαρός χαρακτήρας, με την εργασιακή μονομανία του, την ελαφρώς καταθλιπτική του προσωπικότητα, την αποστολή «παγκόσμιας σωτηρίας» την οποία έχει αυτοβούλως αναλάβει, την αναπηρία του (ευτυχώς σε δεύτερο πλάνο τώρα, αφού περπατά) και το ανέφικτο της ερωτικής του σχέσης με τη Μαξ, να επιχειρούν απεγνωσμένα να του προσδώσουν κάποιο βάθος.
     Περί τα τέλη του κύκλου η πλοκή κορυφώνεται ομαλά, με τη σύγκρουση να κλιμακώνεται σταδιακά και βήμα-βήμα να οδηγείται στο προσκήνιο του δημόσιου βίου, από τη στιγμή που οι ιθύνοντες της ευγονικής λατρείας αποφασίζουν να διαρρεύσουν στοιχεία για το Μάντικορ στα ΜΜΕ παρά την προσπάθεια της κυβέρνησης των ΗΠΑ για πλήρη συγκάλυψη. Έτσι η καθημερινότητα των πρωταγωνιστών διαταράσσεται τόσο που, στο φινάλε, καταλήγουν εγκλωβισμένοι (και γνωστοί στις Αρχές του Σηάτλ) από κοινού με εκατοντάδες, ένοπλους γενετικά ενισχυμένους φυγάδες σε μία εγκαταλελειμμένη (λόγω παλιάς τοξικής μόλυνσης) και πολιορκούμενη περιοχή της πόλης που ανακηρύσσουν «ελεύθερη ζώνη». Ωστόσο οι λογικές ακροβασίες, οι βεβιασμένες σεναριακές εξελίξεις, οι παραλογισμοί, οι απιθανότητες και η επανάληψη του ανόητου ευρήματος που είχε καταστρέψει το φινάλε της ταινίας Παράξενες μέρες (η ως εκ θαύματος εμφάνιση ενός «αγαθού και αδιάφθορου» υψηλόβαθμου Αρχηγού της Αστυνομίας ο οποίος εμμέσως βοηθά τους ήρωες), στερούν από το τέλος – σκηνοθετημένο από τον ίδιο τον Κάμερον, με δεξιοτεχνικές σκηνές δράσης και υψηλή αγωνία – τη δυναμική που του αρμόζει, παρά την κομψή, σταδιακή οικοδόμηση κατά τα τελευταία επεισόδια ενός αλληγορικού αντιρατσιστικού λόγου.
     Το γεγονός αυτό, μαζί με τον αλλοπρόσαλλο χρονοπρογραμματισμό της εβδομαδιαίας προβολής του δεύτερου κύκλου από το τηλεοπτικό κανάλι που ήταν υπεύθυνο για την παραγωγή (Fox), συνέβαλαν στην ακύρωση του Σκοτεινού αγγέλου μετά τη λήξη της περιόδου 2001 – 2002, παρά τις διαμαρτυρίες φανατικών οπαδών και του Κάμερον. Η σειρά αντικαταστάθηκε το επόμενο έτος από το (επίσης ατυχές) Φάιρφλαϊ του Τζος Γουέντον, επομένως κάθε ελπίδα δημιουργίας τρίτου κύκλου εξανεμίστηκε, αλλά η ιστορία συνεχίστηκε με μία τριλογία «επισήμως εγκεκριμένων» μυθιστορημάτων. Εκεί διαφαίνεται πως η ευγονική λατρεία δημιουργήθηκε προ πολλών χιλιετιών από τους μοναδικούς επί Γης επιζώντες μίας, εξωγήινης καταγωγής, παγκόσμιας μικροβιακής μόλυνσης, με στόχο την οικοδόμηση μίας σέκτας γενετικά ανθεκτικής στην αναμενόμενη μελλοντική επανεμφάνιση της μόλυνσης, κατά το επόμενο πέρασμα ενός «ένοχου» κομήτη εγγύς του πλανήτη μας. Ο Σάντεμαν δεν είναι παρά ένα μέλος της λατρείας που αποστάτησε, προκειμένου να διαδώσει την ανοσία και στην υπόλοιπη Ανθρωπότητα, με αποτέλεσμα των δοκιμών του τη Μαξ και τίμημα του αλτρουισμού του την καταδίωξή του από τους επικεφαλής της λατρείας.