Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Τηλεόραση: «Bubblegum Crisis» (1987 - '91, 1990, 1998 - '99)

BUBBLEGUM CRISIS

«BUBBLEGUM CRISIS»
«AD. POLICE FILES»
«BUBBLEGUM CRISIS 2040»




     Στο υψηλής τεχνολογίας, δυστοπικό και εμφανώς ταξικά διαστρωματωμένο Τόκιο του 2032, όπου η πανίσχυρη, ανελέητη και άπληστη πολυεθνική εταιρεία Genom ελέγχει κατ’ ουσία την κυβέρνηση και έχει πλουτίσει από την κατασκευή αυτοσυνείδητων, ενισχυμένων ανδροειδών μάχης ή εργασίας με ανθρώπινη εμφάνιση (οι λεγόμενοι «Μπούμερ»), λειτουργεί μία ξεχωριστή αστυνομική μονάδα με στόχο την πρόληψη και καταστολή εγκλημάτων διαπραχθέντων από Μπούμερ – η «Αστυνομία AD». Ταυτόχρονα, τέσσερις νεαρές, δυναμικές και όμορφες κοπέλες εξοπλισμένες με άκρως απόρρητης τεχνολογίας θωρακισμένες στολές μάχης ιδρύουν μία μυστική μισθοφορική ομάδα εστιασμένη επίσης στην αντιμετώπιση Μπούμερ: είναι οι «Knight Sabers». Γρήγορα μπαίνουν στο στόχαστρο της Genom καθώς παρεμβαίνουν στις διάφορες παράνομες δραστηριότητές της, αλλά χαίρουν της βοήθειας του ικανού αστυνομικού AD Λέων ΜακΝίκολ – αφοσιωμένου στο καθήκον μα συγκρατούμενου ως τότε από τη γραφειοκρατία και τη διαφθορά του Σώματος…
     Το Bubblegum Crisis είναι ένα «κλασικό» ιαπωνικό άνιμε επιστημονικής φαντασίας οκτώ σαραντάλεπτων επεισοδίων, από την περίοδο που τα τηλεοπτικά και κινηματογραφικά εγχειρήματα της κατηγορίας ενηλικιώνονταν και γίνονταν γνωστά στη Δύση – μάλλον δεν είναι σύμπτωση η ομοιότητα της βασικής πλοκής του με αυτήν οποιουδήποτε κόμικ υπερηρώων σχεδιασμένου στις ΗΠΑ. Μαζί με το ελαφρώς προγενέστερο Megazone 23 και το δημοφιλές Ακίρα της ίδιας περιόδου, συνιστά ένα από τα πιο επηρεαστικά δείγματα τηλεοπτικού κυβερνοπάνκ της δεκαετίας του 1980. «Υπερσύγχρονες» μοτοσικλέτες, σενάριο με υποτιθέμενους αστέρες της ποπ δισκογραφίας και εμβόλιμα ποπ ροκ τραγούδια τα οποία σχολιάζουν περιστασιακά τις σκηνές δράσης, αναφορές στην αισθητική αλλά και στους χαρακτήρες του Blade Runner, αστικά μητροπολιτικά τοπία του μέλλοντος πνιγμένα στο μέταλλο, στην άσφαλτο και στα καλώδια, εταιρικές μηχανορραφίες στο φόντο μιας πρωτοφανούς ταξικής διαίρεσης, διάσπαρτοι «μελλοντικοί» ηλεκτρονικοί υπολογιστές οι οποίοι παραπέμπουν στην εποχή του… CP/M και των πρώτων Macintosh, εξελιγμένα ανδροειδή, εκτός ελέγχου τεχνητές νοημοσύνες α λα Νευρομάντη, μάχες μεταξύ μέκα (γιγάντια, ένοπλα ανθρωποειδή ρομπότ με έναν οδηγό ως πιλότο) βιομηχανικής αισθητικής, σχετικά ρεαλιστικό σκίτσο, ατελείωτη δράση, γυμνό και αίμα… τα πάντα μυρίζουν από χιλιόμετρα «κυβερνοπάνκ άνιμε του ‘80» με ό,τι ευχαριστεί τους οπαδούς τοποθετημένο στο μείγμα.
     Οι πλοκές των επιμέρους επεισοδίων είναι καλά δομημένες, έχουν κάποια ποικιλομορφία, ενώ επικεντρώνονται σε μυστήρια τα οποία επιλύονται σταδιακά – κατά κανόνα όμως ορισμένα ζητήματα αφήνονται ανερμήνευτα και σκοπίμως διφορούμενα. Τα περισσότερα επεισόδια είναι σχετικά αυτοτελή αλλά οι σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων αναπτύσσονται καθ’ όλη τη διάρκεια της σειράς και παλιότερα περιστατικά αναφέρονται τακτικά, επομένως μοιάζει απαραίτητη η θέαση των επεισοδίων με την προβλεπόμενη διάταξη. Εκεί που το Bubblegum Crisis χωλαίνει είναι στους χαρακτήρες – οι περισσότεροι είναι παντελώς στερεότυποι και με ελάχιστο υπόβαθρο – και στον εφηβικό προσανατολισμό του: η άκομψη έμφαση σε σχεδόν πορνογραφικό γυμνό, στο αταίριαστο παιδιάστικο χιούμορ, στην τελείως αναληθοφανή βάση του μύθου (τις Knight Sabers) και στην – ομολογουμένως καλοσχεδιασμένη – φυσική δράση, προδίδει τις προθέσεις των δημιουργών. Η ολική ιστορία επίσης ποτέ δεν απογειώνεται, αφού η Genom είναι απλώς μια αρχετυπικής σύλληψης αντίπαλος που μοιάζει να ενδιαφέρεται – γενικώς και αορίστως – για την «κατάκτηση του κόσμου», ενώ το φινάλε είναι απότομο, τετριμμένο και χωρίς κορύφωση. Από την άλλη βεβαίως, ιστορίες όπως αυτή της θηλυκής, σεξουαλικών χρήσεων Μπούμερ η οποία αναγκάζεται εκ φύσεως να πίνει αίμα και αποζητά να μετατραπεί σε «κανονικό άνθρωπο» με μια …αναβάθμιση λογισμικού, αποδίδονται με μια σοβαρότητα και ποιητική διάθεση παραπέμπουσα ευθέως στο ανάλογης θεματολογίας Blade Runner. Αυτό όμως ίσως να είναι και το σημαντικότερο μειονέκτημα για τον σημερινό θεατή – τα πάντα στο Bubblegum Crisis μοιάζουν δανεισμένα από αλλού.
     Το εγχείρημα προοριζόταν αρχικά ως πλήρης τηλεοπτική σειρά, αλλά νομικά κωλύματα και η χλιαρή υποδοχή του στην Ιαπωνία το μετέτρεψαν σε απλό OVA (άνιμε μίνι σειρές απευθείας σε μέσο οικιακής προβολής) των οκτώ επεισοδίων. Έγινε πολύ δημοφιλές στη Β. Αμερική και παραμένει ακόμα και σήμερα ένα από τα πιο αγαπητά άνιμε. Το 1990 κυκλοφόρησε ένα σύντομο OVA τριών επεισοδίων ως προοίμιο, με τις περιπέτειες του νεαρού Λέων στην Αστυνομία AD πέντε χρόνια πριν γνωρίσει τις Knight Sabers (AD. Police Files). Την περίοδο 1998 – ’99 προβλήθηκε στην ιαπωνική τηλεόραση το Bubblegum Crisis 2040, μία πλήρης τηλεοπτική σειρά 26 επεισοδίων η οποία είναι ουσιαστικά διαφοροποιημένο ριμέικ του αρχικού OVA, με παρόμοιες θεματικές και πυρήνα αλλά τελείως νέες ιδέες για το σκίτσο και την εμφάνιση των χαρακτήρων και των μηχανών.
     Το σύντομο προοίμιο AD. Police Files είναι σαφώς πιο ώριμο, πιο βίαιο, πιο ερωτικό, πιο σκοτεινό και πιο ουσιώδες από το πρωτότυπο Bubblegum Crisis. Χωρίς το μάλλον εφηβικό και αντιρεαλιστικό στοιχείο των Knight Sabers, χωρίς τα μέκα ή τα ποπ ροκ τραγούδια τους, λαμβάνοντας πιο σοβαρά τον εαυτό του και με εμφανώς μικρότερη τη στάμπα της δεκαετίας του ’80 στην αισθητική του, αποτελείται από τρία τελείως αυτόνομα επεισόδια που αφορούν υποθέσεις τις οποίες ερευνά το παράρτημα της Αστυνομίας AD του Τόκιο όπου εργάζεται ένας νεαρός Λέων. Οι πλοκές είναι σχετικά απλές και η φυσική δράση περιορισμένη σε συγκεκριμένες σεκάνς, ενώ η έμφαση δεν δίνεται στην ιστορία αλλά στους χαρακτήρες και στην ατμόσφαιρα, με τους πραγματικούς πρωταγωνιστές να μην είναι οι αστυνομικοί μα οι Μπούμερ – όπως συνέβαινε σποραδικά στις καλύτερες στιγμές του Bubblegum Crisis. Η κυβερνοπάνκ / νουάρ αίσθηση ενός εγκληματικού αστικού υποκόσμου υψηλής τεχνολογίας σε ένα δυστοπικό εγγύς μέλλον είναι πανταχού παρούσα, ενώ η υπαρξιακή θεματολογία του Blade Runner περί της ουσίας της ανθρώπινης κατάστασης και των ασαφών ορίων μεταξύ βιολογικών οργανισμών και μηχανικών αντιγράφων τους διατυμπανίζει την παρουσία της μέσα από κομψότατα και οικονομημένα σενάρια. Κεντρικό και επαναλαμβανόμενο ζήτημα είναι ο βαθμός αλλοτρίωσης της ανθρώπινης υπόστασης από τη χρήση τεχνολογικών εμφυτευμάτων / πρόσθετων. Με «κυβερνητικά ενισχυμένους» ανθρώπους να λειτουργούν ως ανδροειδή και ανδροειδή να δρουν ως άνθρωποι, έχουμε μία τυπικά «φιλοσοφημένη» προσέγγιση στο κυβερνοπάνκ ­άνιμε – μάλλον κλισέ και ρηχή για τα σημερινά δεδομένα, αλλά επαρκή και καλοφτιαγμένη για την εποχή της (1990).
     Σε παρόμοια πλαίσια κινείται το μεταγενέστερο ριμέικ Bubblegum Crisis 2040, δημιουργημένο δέκα χρόνια μετά το πρωτότυπο και αντιπροσωπευτικό δείγμα της περιόδου του (1998). Διατηρεί την κεντρική ιδέα, τις εντυπωσιακές σκηνές δράσης και σημαντικά στοιχεία από το αρχικό OVA, αλλά εξαπλώνει ομαλά την πλοκή του σε έναν πλήρη κύκλο 26 επεισοδίων χωρίς να χάνει ποτέ τον ρυθμό του. Προσπαθεί να είναι μία πιο ενήλικη και πιο ολοκληρωμένη εκδοχή του αρχικού Bubblegum Crisis, φέρνοντας στο μείγμα σκοτεινές πινελιές και αφαιρώντας το στοιχείο του υπέρμετρα «χαριτωμένου»: η Πρις είναι μία βαρύθυμη μισθοφόρος η οποία έχει τεταμένες σχέσεις με τις άλλες Knight Sabers, τα τραγούδια της μπάντας της ακούγονται πιο σπάνια και έχουν έναν εκσυγχρονισμένο, περισσότερο ηλεκτρονικό και τραχύ ήχο, η επικεφαλής Σύλια είναι εμφανώς ιδεοληπτική με τους Μπούμερ – στα όρια της ψύχωσης –, τα ανδροειδή απεικονίζονται ως θύματα της κακομεταχείρισης των ανθρώπων και των μηχανορραφιών της Genom, κατά καιρούς στην πλοκή ή στο σκίτσο εμφανίζονται διάσπαρτοι υπαινιγμοί νοσηρής σεξουαλικότητας, η Αστυνομία AD περιγράφεται ως βίαιη, κατασταλτική «αντιτρομοκρατική» δύναμη αποκρουστική για την κοινωνία και χρηματοδοτούμενη από… την Genom (!), ενώ τα όρια μεταξύ «αυθεντικών» και «συνθετικών» ανθρώπων υποδεικνύονται ως ασαφή ήδη από τα αρχικά επεισόδια. Τέλος, στην έναρξη της ιστορίας οι Knight Sabers δεν έχουν ακόμα σχηματιστεί πλήρως και βασική υποπλοκή της σειράς είναι η απεικόνιση της ωρίμανσής τους ως ομάδας, μέσω ρεαλιστικών ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων.
     Αν και οι περισσότεροι χαρακτήρες του παλαιού Bubblegum Crisis διατηρούνται, έστω και με μικρές τροποποιήσεις, το ριμέικ αποκλίνει σημαντικά από το πρωτότυπο όσον αφορά το σκίτσο και το σενάριο. Εδώ το Τόκιο του 2040 μοιάζει περισσότερο με τη σημερινή πρωτεύουσα της Ιαπωνίας, παρά με τη σαπισμένη μελλοντική μεγαλούπολη του Blade Runner – η εικαστική επιρροή του εν λόγω φιλμικού οροσήμου είχε μειωθεί σημαντικά πλέον στη δεκαετία του 1990. Οι κυριότερες υποπλοκές του παλαιού OVA εδώ εξαφανίζονται και έχουν αντικατασταθεί από νέα αυτοτελή επεισόδια, στο υπόβαθρο των οποίων εξελίσσεται σταθερά ένας ενοποιητικός αφηγηματικός μύθος: μία ιστορία που προχωρά ομαλά και δένει σε έναν κοινό καμβά τον Αντιπρόεδρο της Genom, τους Μπούμερ και το οικογενειακό ιστορικό της Σύλια. Έτσι εξαλείφεται το βασικό μειονέκτημα του πρωτότυπου OVA: η έλλειψη μίας κεντρικής ιστορίας και η τετριμμένη, καθόλου εμπνευσμένη φύση του κύριου αντιπάλου των ηρωίδων – της Genom. Εδώ δεν έχουμε έναν εταιρικό εγκληματία ο οποίος προσπαθεί απλώς παρασκηνιακά «να κυβερνήσει τον κόσμο» και διάσπαρτα, ασύνδετα θραύσματα πλοκής περιστρεφόμενα γύρω του, αλλά έναν οικονομημένο, μελετημένο μύθο ενταγμένο σε ένα πλαίσιο τυπικής τραγωδίας – συμβατικό και χωρίς να παρέχει κάτι καινούργιο, αλλά απρόσμενα λειτουργικό.
     Το κύριο αυτό αφηγηματικό νήμα επίσης ενσωματώνει στον πυρήνα του, με σχετικά αρμονικό τρόπο, συνήθη στοιχεία της μεταπυρηνικής ιαπωνικής κουλτούρας (ένα πανίσχυρο και εν δυνάμει καταστροφικό ενεργειακό φαινόμενο, αποτέλεσμα της άνευ ηθικών φραγμών επιστημονικής έρευνας) αλλά και της Απειλής του Τζον Κάρπεντερ (1982), στον τρόπο με τον οποίον οι παραφρονημένοι Μπούμερ αλλάζουν συνεχώς μορφή, σαρώνοντας και αφομοιώνοντας στο διάβα τους καθετί, όχι βιολογικό εδώ, αλλά τεχνολογικό. Στο τελευταίο περίπου ένα τρίτο του εγχειρήματος οι όποιες αυτοτελείς υποπλοκές εγκαταλείπονται τελείως και ο βασικός μύθος καταλαμβάνει πλήρως την αφήγηση, με εκτόπιση της θεματολογίας του Blade Runner από μία κριτική στην καθολική εισβολή της υψηλής τεχνολογίας στη μοντέρνα αστική καθημερινότητα και στις αλλοτριωτικές της συνέπειες, καθώς το Τόκυο της ιστορίας μετατρέπεται σταδιακά σε εκκενωμένη, κατεστραμμένη μεταποκαλυπτική ζώνη όπου ένα νέο οικοσύστημα από «μεταλλαγμένους» μεταλλικούς Μπούμερ «αφομοιώνει» την πόλη και οι ήρωες αναγκάζονται να καταφύγουν στην εξοχή για να σωθούν. Η απομάκρυνση από το κλασικό, αρχικό OVA του 1988 είναι οριστική σ’ αυτό το σημείο και δίνει στο Bubblegum Crisis 2040 ξεχωριστό χαρακτήρα, με το τέλος να διαποτίζεται από μια αύρα υπαρξισμού (κυρίως μέσω των κινήτρων και των ενδοσκοπικών διαπιστώσεων της αντιπάλου Γαλάτειας) και να μοιάζει επηρεασμένο από το εξαιρετικά πετυχημένο τηλεοπτικό άνιμε Neon Genesis Evangelion του 1995 – πλημμυρισμένο από αναζητήσεις περί των ορίων μεταξύ ατομικότητας και συλλογικότητας, με κύριο διακύβευμα της σύγκρουσης την απόρριψη ή την αποδοχή μιας μυστικιστικής ένωσης όλης της ζωής του πλανήτη στο κατακλυσμιαίο φινάλε. Ταυτόχρονα πνίγεται σε ατμοσφαιρικά μουσικά κομμάτια και ευφάνταστες εικόνες, όσο η ιστορία εγκαταλείπει το συμβατικό αστικό σκηνικό.
     Συνολικά, αν και όχι τόσο στυλιζαρισμένο όσο o πρόγονός του, το Bubblegum Crisis 2040 μοιάζει το περισσότερο προσεγμένο και ώριμο εγχείρημα στον εν λόγω αφηγηματικό κόσμο. Διαθέτει την πληρέστερη ανάπτυξη χαρακτήρων, αφού οι ξεχωριστές προσωπικότητες των ηρωίδων είναι ευδιάκριτες, εξελισσόμενες και αυτοσυνεπείς, ιστορία εντασσόμενη ομαλά σε έναν κεντρικό μύθο καλυμμένο από μυστήριο που ξεδιαλύνεται σταδιακά, ενώ χαρακτηρίζεται από εμπλουτισμένο νοηματικό περιεχόμενο πέρα από τα πολυχρησιμοποιημένα μοτίβα του κλασικού κυβερνοπάνκ. Δημιούργημα μιας εποχής πολύ διαφορετικής από του πρωτότυπου, συνιστά το αρτιότερο Bubblegum Crisis μέχρι σήμερα και προφανώς δεν είναι σύμπτωση η εμπλοκή στην κατασκευή του των Τσιάκι Κονάκα (σεναριογράφου του Serial Experiments Lain) και Σίντζι Αραμάκι (σκηνοθέτη του Megazone 23, αλλά και συνεργάτη στο παλαιό Bubblegum Crisis του 1988).