Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Περιοχή Εννέα» (2009)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)
==> Κινηματογράφος: Περιοχή Εννέα (2009, «District 9») <==

ΠΕΡΙΟΧΗ ΕΝΝΕΑ

«DISTRICT 9»




     Το 1982 ένα γιγάντιο διαστημόπλοιο με ένα εκατομμύριο εξαθλιωμένους και πεινασμένους νοήμονες εξωγήινους («Γαρίδες», ομοιάζουσες με δίμετρα δίποδα έντομα), πρόσφυγες από μια άγνωστη καταστροφή, σταματά πάνω από το Γιοχάνεσμπουργκ της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης. Η κυβέρνηση τους περιορίζει σε μία περιφραγμένη επικράτεια υπό μορφή παραγκούπολης, την «Περιοχή 9» όπου ανθεί το έγκλημα, η πορνεία και το λαθρεμπόριο, ενώ ο υπόλοιπος πλανήτης παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα. Για τις επόμενες τρεις δεκαετίες καμία εξέλιξη δεν συμβαίνει: το διαστημόπλοιο παραμένει διαρκώς αμετακίνητο στον ουρανό του Γιοχάνεσμπουργκ και οι εξωγήινοι αναγκάζονται να αναζητούν το φαγητό τους στα σκουπίδια, ενόσω οι κάτοικοι της περιβάλλουσας επικράτειας παραπονιούνται για την παρουσία της Περιοχής 9. Μία ιδιωτική πολυεθνική εταιρεία, η Multi-National United (MNU) έχει αναλάβει τη φύλαξη των εξωγήινων αλλά και την εκμετάλλευση της ιδιόρρυθμης και προχωρημένης οπλικής τεχνολογίας τους – ενεργοποιούμενης μόνο μέσω επαφής με δικό τους DNA και άρα όχι άμεσα αξιοποιήσιμης από συνηθισμένους Ανθρώπους. Το 2010 η MNU εκκινεί ένα πρόγραμμα βίαιης μετακίνησης των Γαρίδων στην πολύ πιο απομακρυσμένη «Περιοχή 10», όμως η κατασκευή ενός παράξενου υγρού από κάποιον εκ των εξωγήινων το οποίο έχει τη δυνατότητα να μετατρέπει σταδιακά έναν Άνθρωπο σε Γαρίδα τροποποιώντας το DNA του, παρεμβαίνει απρόβλεπτα στα γεγονότα.
     Ουσιαστικά δεν έχουμε παρά ένα ευφάνταστο και βίαιο b-movie με μία προφανή αντιρατσιστική αλληγορία στρεφόμενη κατά του απαρτχάιντ (το φιλμ έχει Νοτιοαφρικανούς συντελεστές και έχει κινηματογραφηθεί στη Νότια Αφρική), σαφώς επηρεασμένο σεναριακά σε …ύποπτο βαθμό από την ταινία Alien Nation του 1988, αλλά με υψηλό προϋπολογισμό 30 εκατομμυρίων δολαρίων και τον Πίτερ Τζάκσον στην παραγωγή. Η ταινία εμπνέεται από αληθινό περιστατικό του 1966 (χωρίς εξωγήινους φυσικά), στηρίζεται σε ένα παλαιότερο φιλμάκι μικρού μήκους του νεαρού σκηνοθέτη Μπλόμκαμπ, ενώ προέκυψε μετά την αποτυχία του Τζάκσον να εξασφαλίσει την κινηματογραφική μεταφορά του ηλεκτρονικού παιχνιδιού Halo (το οποίο αφηγείται έναν πόλεμο μεταξύ ανθρώπων και εξωγήινων). Κατά τ’ άλλα ο δημιουργός δήλωσε πως έχει επηρεαστεί από τις σκληροπυρηνικές χολιγουντιανές περιπέτειες δράσης και επιστημονικής φαντασίας της δεκαετίας του 1980 (π.χ. Εξολοθρευτής, Aliens, Ο Κυνηγός, Ρόμποκοπ κλπ) και δεν έχει άδικο – το τελευταίο ένα τρίτο του φιλμ (με τη μάχη μεταξύ του ποικιλοτρόπως «ενισχυμένου» πρωταγωνιστή και ενός στρατιωτικού αποσπάσματος) θα μπορούσε να αποτελεί έργο του Τζέιμς Κάμερον. Στα πρώτα δύο τρίτα της ταινίας ωστόσο η προσέγγιση είναι διαφορετική και πολύ πιο ενδιαφέρουσα.
     Αρχικά η δομή είναι αυτή ενός ψευδοντοκιμαντέρ το οποίο, τουλάχιστον για ένα εκπληκτικό ημίωρο, μας εισάγει σταδιακά στο υπόβαθρο της ιστορίας με πρωτότυπο τρόπο, με συνεντεύξεις και πλάνα αρχείου. Τα τελευταία έχουν ένα ρεαλιστικό ντοκιμαντερίστικο ύφος, με κάμερα στο χέρι και εμφανή κόκκο. Στο μεσαίο τρίτο εξελίσσεται ο πυρήνας της πλοκής, με τον πρωταγωνιστή – έναν τυπολάτρη γραφειοκράτη αξιωματούχο της MNU ονόματι Βίκους – να αναλαμβάνει την εποπτεία της βίαιης εκκένωσης της Περιοχής 9, να εκτίθεται από ατύχημα στο μαύρο υγρό, να αρχίζει η μετάλλαξή του σε Γαρίδα, να αιχμαλωτίζεται από την ίδια την εταιρεία του προκειμένου να ελεγχθεί η γενετική συμβατότητά του με όπλα εξωγήινης τεχνολογίας, να αποδρά και να καταφεύγει στην Περιοχή 9 για να επιζήσει. Εκεί αναγκάζεται να συνεργαστεί με τον δημιουργό του μαύρου υγρού, μία Γαρίδα ονόματι Κρίστοφερ η οποία σκοπεύει να επανεκκινήσει το ανενεργό εδώ και τριάντα χρόνια μητρικό διαστημόπλοιο ώστε να φύγει και να επιστρέψει μετά από μία τριετία φέροντας βοήθεια για τη φυλή της. Το ενδιαφέρον είναι πως παρακολουθούμε τον ήρωα να γίνεται στην πραγματικότητα περισσότερο «ανθρώπινος», συμπονετικός και δεκτικός προς τα βάσανα των εξωγήινων, καθώς γίνεται βαθμιαία λιγότερο άνθρωπος. Το αρνητικό είναι η βεβιασμένη και σχεδόν κωμική προσπάθεια να εκπέσουν ο Βίκους και ο Κρίστοφερ στο στερεότυπο του «αταίριαστου αλλά αποτελεσματικού διδύμου εναντίον όλων» – υπάρχουν στιγμές που νομίζεις ότι πρόκειται για παραλλαγή του Φονικού όπλου.
     Το τελευταίο ένα τρίτο της ταινίας είναι η προαναφερθείσα, α λα Χόλιγουντ ταχύρυθμη μάχη καταμεσής της Περιοχής 9, με κοφτό μοντάζ και αξιοποίηση κάθε πιθανής γωνίας λήψης, η οποία καταλήγει φυσικά σε ήττα των Ανθρώπων, με τον αυτοθυσιαζόμενο πρωταγωνιστή σε αβέβαιη μοίρα και με ασαφείς θρησκευτικές υποδηλώσεις στο υπόβαθρο: ο Βίκους έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα «Θεός» και «Άνθρωπος» ώστε να μεσολαβήσει για τη μελλοντική λύτρωση, προαναγγελθείσα από την «ανάληψη στους ουρανούς» – δηλαδή την ενεργοποίηση και φυγή του μητρικού διαστημοπλοίου με πιλότο τον Κρίστοφερ. Δυστυχώς οι συντελεστές χάνουν την ευκαιρία να εμβαθύνουν α λα Κρόνενμπεργκ στη σταδιακή βιολογική μετάλλαξη του πρωταγωνιστή και στις συνέπειές της, πέρα από ένα τελείως επιφανειακό επίπεδο, η σχεδόν πλήρης άγνοια για το παρελθόν των Γαρίδων λειτουργεί αρνητικά, ενώ όλη η υποπλοκή με τους δεισιδαίμονες, επικίνδυνους Νιγηριανούς λαθρέμπορους μοιάζει απογοητευτικά εμβόλιμη. Η στηλίτευση δε της διαπλοκής δημόσιου και ιδιωτικού τομέα όσον αφορά τις υπηρεσίες ασφάλειας – όπως προκύπτει από τη φύση της MNU – είναι τόσο προφανής που «εξαφανίζεται» τελείως καλλιτεχνικά. Οι ερμηνείες είναι ανεπαρκείς αλλά αυτό δεν είναι και τόσο αξιοπερίεργο, αν σκεφθεί κανείς πως ο ηθοποιός που υποδύεται τον πρωταγωνιστή Βίκους δεν είναι καν επαγγελματίας, αλλά προσωπικός φίλος του σκηνοθέτη!
     Με δεδομένη την τεχνική αρτιότητα, το καυτό πολιτικό περιεχόμενο και το ανελέητο μάρκετινγκ, η Περιοχή Εννέα δεν είναι όλα όσα θα περίμενε κανείς, η αλήθεια όμως είναι πως θα μπορούσε να μοιάζει πολύ χειρότερη. Η ταινία διαρκώς απειλεί τον θεατή με μία διολίσθηση προς την εύκολη γελοιότητα, αλλά με κάποιο τρόπο παραμένει αξιοπρεπής από την αρχή μέχρι το τέλος παρά τα τεράστια λογικά κενά και τη ροπή προς το ανούσιο θέαμα.