Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σινεφίλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σινεφίλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2019

Κινηματογράφος: «Στα όρια του ελέγχου» (2009)

ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

«THE LIMITS OF CONTROL»




    Ένας μυστηριώδης, καλοντυμένος και μοναχικός άνδρας (Άιζακ ντε Μπανκολέ) αναλαμβάνει μία αόριστη, επικίνδυνη αποστολή σε ένα αεροδρόμιο. Για να τη φέρει εις πέρας, ταξιδεύει στην Ισπανία (απ’ τη Μαδρίτη στη Σεβίλλη και από την επαρχία στην έρημο) όπου συναντά μεμονωμένους ανθρώπους σε προκαθορισμένα ραντεβού. Με καθέναν από αυτούς εμπλέκεται σε αινιγματικούς διαλόγους, ανταλλάσσει σπιρτόκουτα με κρυμμένα μηνύματα και κατόπιν αυτοί αποχωρούν. Κάθε τέτοια συνάντηση τον φέρνει εγγύτερα στον στόχο της αποστολής του. Ταυτόχρονα, περιδιαβαίνει σαν τουρίστας τις ισπανικές πόλεις, βυθίζεται στην τοπική κουλτούρα και περιοδικά κοιμάται με μία συγκεκριμένη κοπέλα που μοιάζει να τον παρακολουθεί, χωρίς να κάνουν σεξ. Τις νύχτες μένει άυπνος και τα πρωινά εκτελεί ασκήσεις διαλογισμού. Λακωνικός και αποτελεσματικός, είναι ένας επαγγελματίας δολοφόνος.
    Μία τετραετία μετά την ανάμειξη των συμβάσεων της ρομαντικής κομεντί και της ταινίας δρόμου με το ιδιάζον, νωχελικό και εγκεφαλικό προσωπικό του ύφος στα Τσακισμένα λουλούδια, ο Τζιμ Τζάρμους προσεγγίζει το είδος του κινηματογραφικού θρίλερ. Τώρα όμως δεν παρασκευάζει απλώς ένα υβριδικό κοκτέιλ, μα επιχειρεί να αποδομήσει τις συμβάσεις της αφηγηματικής κατηγορίας και να ανατρέψει τις προσδοκίες του κοινού, όπως είχε πράξει με τον Νεκρό (για το γουέστερν) και το Γκοστ Ντογκ (για το γκανγκστερικό φιλμ). Το αποτέλεσμα είναι ένα αργόσυρτο, ατμοσφαιρικό θρίλερ με σουρεαλιστική υφή και χωρίς ίχνος σασπένς ή χιούμορ, ούτε καν το σύνηθες ιδιόρρυθμο χιούμορ του δημιουργού. Ο πρωταγωνιστής σκιαγραφείται μεν ως μείξη του κλασικού τζαρμουσιανού κεντρικού χαρακτήρα – απομονωμένος από τον κόσμο, λιτός, λακωνικός – και του ήρωα από το διάσημο ψυχεδελικό νεονουάρ Ο επαναστάτης του Αλκατράζ (1967), φαίνεται παντελώς επίπεδος και υπανάπτυκτος δε. Η ταινία είναι αναγνωρίσιμη ως δημιούργημα του σκηνοθέτη της (επεισοδική δομή, επαναλήψεις, τελετουργικά πρωτόκολλα, έμφαση σε νεκρές στιγμές αναμονής, συναντήσεων και σιωπών, νωχελικοί ρυθμοί, εκκεντρικοί χαρακτήρες), αλλά μοιάζει ταυτόχρονα διαποτισμένη από τη στυλιζαρισμένα μυστηριακή και γριφώδη αισθητική του σινεμά του Ντέιβιντ Λιντς. Ωθώντας στα άκρα ορισμένα από τα στοιχεία της γραφής του και εξαλείφοντας άλλα, ο Τζάρμους δοκιμάζει να αναμορφώσει την καλλιτεχνική συνταγή του υπερβαίνοντας τη μεταμοντέρνα παρωδία προς μία αλληγορική κατεύθυνση με ρητό περιεχόμενο, χωρίς ωστόσο ιδιαίτερη επιτυχία.

Πέμπτη 17 Μαΐου 2018

Κινηματογράφος: «Καφές και τσιγάρα» (2003)

ΚΑΦΕΣ ΚΑΙ ΤΣΙΓΑΡΑ

«COFFEE AND CIGARETTES»




    Τέσσερα χρόνια μετά το Γκοστ Ντογκ, ο Τζιμ Τζάρμους παρουσιάζει μία ιδιαίτερη, προσωπική ταινία, κινούμενη μεταξύ σπονδυλωτής φάρσας και σινεφίλ πειράματος, επιστρέφοντας στη φόρμα της ανθολογίας για τρίτη φορά – είχαν προηγηθεί Το τραίνο του μυστηρίου (1989) και το Μια νύχτα στον κόσμο (1991). Ο Καφές και τσιγάρα αποτελείται από έντεκα ανεξάρτητα επεισόδια-βινιέτες, με κάποια να έχουν γυριστεί σποραδικά κατά την προηγούμενη εικοσαετία ως ταινίες μικρού μήκους. Κάθε επεισόδιο εκτυλίσσεται σε ένα τραπέζι καφετέριας – εκεί, δύο άτομα, περιστασιακά και τρία, συνομιλούν φυσικότατα για τετριμμένα πράγματα (όπως… ο καφές και το κάπνισμα) ή ανταλλάσσουν παραλογισμούς, πίνοντας τόνους καφέ και καπνίζοντας αδιάκοπα τσιγάρα. Ένα εντυπωσιακό καστ παλιών γνωστών του σκηνοθέτη επανδρώνει το εγχείρημα μπροστά και πίσω από την κάμερα (εμφανίζονται οι Ρομπέρτο Μπενίνι, Στιβ Μπουσέμι, Κέιτ Μπλάνσετ, Ίγκυ Ποπ, Τομ Γουέιτς, Μπιλ Μάρεϊ, Άλφρεντ Μολίνα, RZA, GZA και άλλοι καλλιτέχνες, ενώ κινηματογραφούν τέσσερις διαφορετικοί διευθυντές φωτογραφίας), με ορισμένους ηθοποιούς να υποδύονται μία καρικατούρα του διάσημου εαυτού τους, όσο η παντελής έλλειψη κεντρικού αφηγηματικού ιστού – ακόμα και στοιχειώδους πλοκής σε ορισμένα επεισόδια – χαρίζει έναν αβάν-γκαρντ αέρα στο εγχείρημα. Το μπεκετιανής αύρας τελικό επεισόδιο, σεναριακά ελλειπτικό, αισθητικά ατμοσφαιρικότατο και νοηματικά αδιαπέραστο, επιχειρεί να προσδώσει κάποια ίχνη συνοχής στο σύνολο μέσω της επανάληψης, μα αποτυγχάνει με χάρη, αναδίδοντας αντ’ αυτού μία αυτοτελή, μυστηριακή αίσθηση του θαυμαστού διαποτισμένη από γλυκιά μελαγχολία.

Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

Κινηματογράφος: «Holy Motors» (2012)

HOLY MOTORS



    Ο Όσκαρ είναι ένας μυστηριώδης ηθοποιός ο οποίος ξοδεύει τις μέρες του αναλαμβάνοντας ολιγόωρες, διαδοχικές αποστολές, για λογαριασμό κάποιας άγνωστης υπηρεσίας, κατά τις οποίες υποδύεται παράξενους ρόλους σε διάφορα σημεία του Παρισιού. Μεταξύ των ποικίλων «ραντεβού» του μετακινείται με μία λευκή λιμουζίνα, ένα κινούμενο βεστιάριο, που οδηγεί η πιστή του Σελίν. Είναι εμφανές ότι ο χαμελαίων Όσκαρ είναι μόνο ένας υπάλληλος ανάμεσα σε πολλούς, ο καθένας με τη δική του λευκή λιμουζίνα. Εμείς παρακολουθούμε μία τυπική εργάσιμη μέρα του στο Παρίσι.
    Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γάλλου auteur Λεός Καράξ ύστερα από το αμφιλεγόμενο Πόλα Χ του 1999 είναι μία απόκοσμα γοητευτική οδύσσεια, ατμοσφαιρική, υποβλητική και αφηγηματικά άρτια. Ποντάρει στο διάχυτο μυστήριο, στην αμφισημία των εμφανώς αλληγορικών δρώμενων και στα σουρεαλιστικά ευρήματα με τους ευφάνταστους παραλογισμούς, προκειμένου να οικοδομήσει την ανοίκεια αίσθηση κάποιας ανησυχαστικά γνώριμης καθημερινότητας πίσω απ’ τη βιτρίνα του γκροτέσκου και του παράδοξου, πίσω από την αίσθηση αλλόκοτων, παρασκηνιακών ομάδων που κινούνται διακριτικά μες στη μητρόπολη διεκπεραιώνοντας ήσυχα τους ακατανόητους στόχους τους. Καθαρές απαντήσεις δεν δίνονται ποτέ, μονάχα περιστασιακοί υπαινιγμοί, και η έμφαση δίνεται στα επαγγελματικά ραντεβού του ήρωα, με το καθένα να παραπέμπει σαρδόνια σε κάποιο διαφορετικό κινηματογραφικό είδος, ενώ ταυτοχρόνως ξεχειλίζει από εμφανή πλαστότητα και αφήνει ατόφια την εντύπωση ακατέργαστου ονείρου.