Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Κινηματογράφος: «Η έκτη αίσθηση» (1999)

Η ΕΚΤΗ ΑΙΣΘΗΣΗ

«THE SIXTH SENSE»




    Ο οκτάχρονος Κόουλ (Χάλεϊ Τζόελ Όσμεντ), παρατημένος από τον πατέρα του, μόνος γιος διαζευγμένης και εργαζόμενης μητέρας στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ, είναι ένα παιδί με προβλήματα κοινωνικοποίησης και ενδείξεις ψύχωσης. Την περίπτωσή του αναλαμβάνει να παρακολουθήσει ο διακεκριμένος παιδοψυχολόγος της πόλης Μάλκολμ Κρόου (Μπρους Γουίλις) – ένας μεσήλικας άνδρας του οποίου έχουν τραυματιστεί τόσο η επαγγελματική περηφάνεια όσο και η σχέση με την αγαπημένη του σύζυγο (Ολίβια Ουίλιαμς) κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, μετά τον πυροβολισμό του από έναν εξαγριωμένο πρώην ασθενή ο οποίος στη συνέχεια αυτοκτόνησε. Γνωρίζοντας τον φοβισμένο νεαρό Κόουλ, ο Μάλκολμ θα αντιληφθεί όχι μόνο πως το βασανισμένο παιδί κρύβει κάποιο σκοτεινό και τρομακτικό μυστικό, αλλά και απρόσμενα πράγματα για τον εαυτό του...
    Ένα άρτιο, αλλά βαθύτατα υποταγμένο στις ανάγκες της στουντιακής εμπορικής επιτυχίας, χολιγουντιανό ψυχολογικό θρίλερ του 1999 με υπερφυσικό υπόβαθρο, διάσημο στην εποχή του, που εκκίνησε ουσιαστικά την καριέρα του Νάιτ Σιάμαλαν: ινδικής καταγωγής σκηνοθέτη και σεναριογράφου από οικογένεια ιατρών στις ΗΠΑ. Η ταινία μάλλον αδικείται από το γεγονός πως έγινε γνωστή κυρίως λόγω της σεναριακής ανατροπής του φινάλε – ένα όχι και τόσο πρωτότυπο εύρημα για εγχείρημα της κατηγορίας (π.χ. Ξύπνημα στον εφιάλτη, Απλή διατύπωση, Οι Άλλοι κλπ.), που όμως δένει άψογα και υπολογισμένα με ό,τι έχει προηγηθεί, παρέχοντάς του ταυτόχρονα πρόσθετες νοηματικές αναγνώσεις και συντονίζοντάς το με το τότε κινηματογραφικό zeitgeist (π.χ. Άνοιξε τα μάτια, Μάτριξ, Fight Club κλπ.): αμφισβήτηση της αντικειμενικότητας της πραγματικότητας, απεικόνισή της ως καθολικής και πανταχού παρούσας πλεκτάνης, αποδόμηση της ταυτότητας του ατόμου υπό τέτοιες συνθήκες ως ψευδαίσθησης. Το φιλμ εκθέτει στο τέλος του την αντίληψή μας για τον κόσμο και τον εαυτό μας ως σαθρή, σχετική, χειραγωγούμενη και αναξιόπιστη.
    Στα πρώτα τρία τέταρτα του έργου, ωστόσο, άλλα είναι τα επικρατούντα στοιχεία του σεναρίου: ο φόβος της μοναξιάς και της έλλειψης επικοινωνίας, οι τρόμοι της παιδικής ηλικίας – όσο εγκαταλείπουμε την ασφάλεια της οικογενειακής εστίας για να ενσωματωθούμε στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον – και, αλλοίμονο, μία συνειδητή απόπειρα εξύμνησης των συμβατικών «οικογενειακών αξιών» και της ενδοοικογενειακής αγάπης. Αν αφαιρέσουμε την ανατροπή του φινάλε και τις υποδηλώσεις της οι οποίες αναφέρθηκαν, αυτό που μένει είναι μία στερεοτυπική ιστορία επώδυνης ωρίμανσης επικαλυμμένη με υπερφυσική σάλτσα θρησκευτικής χροιάς, που οδηγεί σε ένα προβλέψιμο και συμβατικό «λυτρωτικό» τέλος όπου όλες οι εκρεμμότητες έχουν τακτοποιηθεί, οι «καλοί» έχουν γίνει σοφότεροι και οι «κακοί» έχουν τιμωρηθεί. Το φιλμ επιχειρεί έτσι να δώσει μία παρήγορη, απλοϊκή και, σε τελική ανάλυση, επιβεβαιωτική των κρατούντων αξιών εικόνα της ζωής – ακόμα και της μεταθανάτιας!
    Πυρήνας της ταινίας είναι η αλληλεπίδραση και η αναπτυσσόμενη αλληλεξάρτηση μεταξύ του εσωστρεφούς παιδοψυχίατρου και του τρομοκρατημένου ασθενούς, επάνω στο συναισθηματικό φόντο της χαμένης αγάπης. Ο πρώτος χρειάζεται κάποιον να τον βοηθήσει να απαλλαγεί από τις τύψεις και τις ενοχές, ο δεύτερος κάποιον στον οποίον θα μπορέσει να εξωτερικεύσει τους φόβους του ώστε να τους αντιμετωπίσει. Με δεδομένη αυτή τη δραματουργική βάση, το καδράρισμα, το μοντάζ και τα ντεκόρ (ενδεικτική η χρήση του κόκκινου χρώματος στα σκηνικά και στις ενδυμασίες για τον τονισμό των σημείων τομής του κόσμου των ζωντανών και του κόσμου των νεκρών) είναι στοχευμένα τόσο στη συντήρηση ενός υποβλητικού κλίματος μυστηρίου, επενδύοντας την καθημερινότητα με μια αύρα αδιόρατης απειλής και υπονοώντας ότι οι χαρακτήρες παρακολουθούνται διαρκώς από αόρατες δυνάμεις, όσο και στις συνεχείς λεπτές νύξεις περί της επικείμενης σεναριακής ανατροπής. Οι συντελεστές προσπάθησαν πολύ για να εξαλείψουν τα ενδεχόμενα λογικά κενά που αυτή θα μπορούσε να εισάγει, όμως η επικέντρωση της πλοκής στο σεναριακό τέχνασμα του φινάλε περισσότερο βλάπτει την ταινία παρά της κάνει καλό.
    Ο ηχητικός σχεδιασμός, η ευφυής χρήση των σιωπών και η μουσική (σημαντική η περιστασιακή μείξη επεξεργασμένων φωνών και αδιόρατων αναπνοών στην ηχητική επένδυση) συνεισφέρουν τα μέγιστα στην ανατριχιαστική και σκοτεινή ατμόσφαιρα, ενώ οι περισσότερες ερμηνείες κινούνται σε πολύ καλά επίπεδα· δεδομένου μάλιστα του πώς η ανατροπή του τέλους αλλάζει τελείως, σε μία δεύτερη θέαση, τα συμφραζόμενα αρκετών σκηνών. Η λιτή σκηνοθετική γραμμή, πέρα απ’ την αισθητική κομψότητα, εστιάζει στην ανάδειξη της συναισθηματικής κατάστασης των χαρακτήρων, ενώ τα φθηνά τρικ των συνηθισμένων ταινιών τρόμου εδώ είναι μετρημένα. Οι βραδείς ρυθμοί, η καλά δομημένη πλοκή, ο μελαγχολικός τόνος, η έμφαση όχι στη φρίκη ή την αγωνία – αν και εμφανίζονται σποραδικά αυτά τα στοιχεία στο φιλμικό μείγμα – μα στην αίσθηση της μακάβριας συνάντησης με το άγνωστο κάτω από μια απατηλή κανονικότητα που σιγά-σιγά διαβρώνεται, η λειτουργική χημεία μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας, οι σύνθετοι χαρακτήρες, η σταδιακή αποδοχή του θανάτου και της απώλειας εκ μέρους τους, οι γοητευτικά αμφίσημοι διάλογοι και η ψυχρή, μουντή, φθινοπωρινή Φιλαδέλφεια στο φόντο, ανυψώνουν τελικά ένα απλό, συμβατικό και συντηρητικό στη βάση του εγχείρημα ως τον αστερισμό του καλού σινεμά.
    Το φιλμ προωθήθηκε πολύ από το στούντιο, είχε τεράστια εμπορική απήχηση διεθνώς και αποτέλεσε φαινόμενο της εποχής (η ατάκα «βλέπω νεκρούς ανθρώπους» έμεινε θρυλική). Κέρδισε παγκοσμίως περισσότερα από 600 εκατομμύρια δολάρια σε κινηματογραφικές εισπράξεις – με κόστος παραγωγής και διαφήμισης περίπου 60 εκατομμυρίων. Ανάμεσα στα άλλα βραβεία της, η Έκτη αίσθηση ήταν υποψήφια και για έξι Όσκαρ.