Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Κινηματογράφος: «Ο δικηγόρος του Διαβόλου» (1997)

Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

«THE DEVIL'S ADVOCATE»




    Ο Κέβιν Λόμαξ (Κιάνου Ριβς) είναι ένας εξαιρετικά επιτυχημένος συνήγορος υπεράσπισης της Φλόριντα, ειδικευμένος στο να αθωώνει ενόχους έναντι αδράς αμοιβής. Όταν μία μεγάλη δικηγορική φίρμα από τη Νέα Υόρκη με διεθνή πελατεία και ιδρυτή τον πανίσχυρο Τζον Μίλτον (Αλ Πατσίνο) τον προσλαμβάνει σε μία θέση κύρους υψηλά στην ενδοεταιρική ιεραρχία, ο Κέβιν και η νεαρή του σύζυγος (Σαρλίζ Θερόν) μετακομίζουν στη μεγαλούπολη, παρά τις αντιρρήσεις της θρησκόληπτης μητέρας του που τον μεγάλωσε μόνη της. Ο Κέβιν έχει την προσοχή και την εμπιστοσύνη του Μίλτον, αλλά πρέπει να αποδείξει την αξία του αναλαμβάνοντας μία δύσκολη υπόθεση δολοφονίας με κατηγορούμενο έναν μεγάλο εργολάβο της Νέας Υόρκης. Ενώ βυθίζεται στη δουλειά και η σύζυγός του αρχίζει να καταρρέει ψυχολογικά βιώνοντας παραισθήσεις και προβλήματα γονιμότητας, ο Κέβιν συνειδητοποιεί όχι μόνο πως κάτι ύποπτο συμβαίνει με τη φίρμα και με τον μέντορά του και ιδρυτή της, αλλά και ότι ο ίδιος είναι πολύ πιο στενά συνδεδεμένος μαζί της απ’ όσο νόμιζε, με δεσμούς κινούμενους στα όρια του υπερφυσικού.
    Ο Δικηγόρος του Διαβόλου είναι μία ταινία που παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με το ισπανικό Άνοιξε τα μάτια του ίδιου έτους. Όπως κι εκείνο, μπορεί να γίνει αντιληπτό ως φιλμ με περιεχόμενο δομημένο σε πολλαπλά επίπεδα. Σε πρώτο πλάνο, έχουμε ένα ηθικολογικό υβρίδιο υπερφυσικού και δικαστικού θρίλερ που, με αφηγηματικό όχημα το επάγγελμα του δικηγόρου, στηλιτεύει απλοϊκά τη γιάπικη απληστία, ματαιοδοξία και έλλειψη φραγμών εμπρός στο κέρδος, ενώ εξυμνεί την ελεύθερη βούληση και τη δυνατότητα του ατόμου να επιλέξει τη δική του οδό. Από αυτή τη σκοπιά, η αλληγορία είναι οδυνηρά προφανής και η μηδενική υπαινικτικότητα πλήττει θανάσιμα το περιεχόμενο. Σε δεύτερο επίπεδο, πρόκειται απλώς για μία συρραφή δανείων από παλαιότερες κινηματογραφικές παραγωγές, όπως το Μωρό της Ρόζμαρι (1968), ο Δαιμονισμένος άγγελος (1987), η Γουόλ Στριτ (1987) και η Φίρμα (1993). Σε τρίτο επίπεδο, ωστόσο, το εγχείρημα συγχρονίστηκε άψογα με τον παλμό της εποχής και την αλυσίδα ταινιών «φιλοσοφικής συνωμοσίας» οι οποίες πραγματεύονταν ζητήματα πλαστής ή ελλιπούς μνήμης, ετεροκαθορισμένης ταυτότητας, κατακερματισμένης προσωπικότητας και ψευδαισθητικής πραγματικότητας (Το παιχνίδι και Άνοιξε τα μάτια το 1997, Ζωντανή μετάδοση και Σκοτεινή πόλη το 1998, Η έκτη αίσθηση, eXistenZ, Fight Club και Μάτριξ το 1999, Μεμέντο και American Psycho το 2000). Η οντολογική αμφιβολία, οι εναλλακτικές πραγματικότητες, η σταδιακή διάβρωση του «αντικειμενικού», συμβατικά αποδεκτού εξωτερικού κόσμου και η σκιαγράφηση του μητροπολιτικού αστικού τοπίου – απόλυτης ενσάρκωσης της νεωτερικότητας – ως φορέα εγκλεισμού και διαφθοράς, φέρνουν στο προσκήνιο το υπαρξιακό άγχος μίας επίπλαστα ευημερούσας μετανεωτερικής Δύσης, ελάχιστα πριν την αλλαγή της χιλιετίας. Δεν είναι σύμπτωση το ότι τόσο εδώ όσο και στο Άνοιξε τα μάτια εμφανίζεται πρακτικά η ίδια σκηνή, αυτή της απόκοσμα και απρόσμενα κενής μεγαλούπολης με τον πρωταγωνιστή να περιφέρεται στις λεωφόρους της σαστισμένος, ως ένδειξη του ανωτέρου κλίματος και σύμβολο της ψυχικής κενότητας του νεωτερικού homo economicus.
    Όμως στον Δικηγόρο του Διαβόλου η «συνωμοσία» έχει υπερφυσική προέλευση με θρησκευτικά θεμέλια, επομένως εδώ η συνταγή νοστιμίζει με διάσπαρτες δαιμονολογικές αναφορές προερχόμενες από την κλασική δυτική βιβλιογραφία χριστιανικής θεματολογίας, από την ίδια τη Βίβλο και χιλιαστικούς / αποκαλυπτικούς υπαινιγμούς ως τον Χαμένο παράδεισο – οι θεμελιώδεις ιουδαιοχριστιανικοί μύθοι επικαλύπτουν με κάθε τρόπο τους εκλαϊκευμένους και κοινότυπους θεολογικούς προβληματισμούς. Οι απολαυστικοί μονόλογοι του Μίλτον και οι καυστικές του ατάκες, η στέρεα δομημένη πλοκή που ευφυώς αρνείται να ποντάρει στο μυστήριο και στις ανατροπές (αν και περιέχει και τα δύο), η εξέλιξη των χαρακτήρων, η καλοσχεδιασμένη κορύφωση και το παιχνιδιάρικο φινάλε συμπληρώνουν την εικόνα ενός τεχνικά άρτιου, βραδύκαυστου σεναρίου, εμφανώς στηριγμένου σε μυθιστόρημα, που φλερτάρει διαρκώς με τη διολίσθηση προς τη γελοιότητα αλλά την αποφεύγει τεχνηέντως, παρά την πλήρη έλλειψη λεπτότητας στον χειρισμό του υλικού μετά την πρώτη ώρα.
    Η υλοποίηση του φιλμ όμως είναι που κερδίζει, κυρίως, τον θεατή. Χωρίς να καινοτομεί, η ατμοσφαιρική σκηνοθεσία αποδεικνύεται γοητευτική από κάθε άποψη, με αισθητικά προσεγμένα καδραρίσματα, αποτελεσματικό μοντάζ που τονίζει τις στιγμές σύγχυσης ή τεταμένης δράσης, εξαιρετική καλλιτεχνική διεύθυνση και μπαρόκ σκηνικά (ξεχωρίζουν το διαμέρισμα και το εταιρικό γραφείο του Μίλτον), μελετημένους φωτισμούς που απηχούν μία επί Γης Κόλαση, διακριτικά ειδικά εφέ, ορισμένα σχεδόν σουρεαλιστικά ή γκροτέσκα στιγμιότυπα και άψογο ηχητικό σχεδιασμό. Αλλόκοτοι ψίθυροι, αναπνοές και μία απόκοσμη ηχώ τονίζουν σποραδικά το άγγιγμα του υπερφυσικού στοιχείου ή συνδέουν νοηματικά διαδοχικές σκηνές εκτυλλισσόμενες σε διαφορετικό χωρόχρονο, επιταχυμένα στατικά πλάνα της πόλης υποδηλώνουν δυσοίωνα το πέρασμα του χρόνου, ενώ ο ήχος και η μουσική επένδυση συμβάλλουν πολύ στην επιτυχία των εντυπωσιακών παράλληλων μοντάζ στους φόνους των Έντι Μπαρζούν και Μιτς Γουίβερ. Όσον αφορά τις ερμηνείες, ο ταιριαστά υπερβολικός Πατσίνο το διασκεδάζει και μένει αλησμόνητος στον αβανταδόρικο ρόλο του, ο Ριβς είναι κάκιστος και το υπόλοιπο καστ κινείται ενδιάμεσα.