Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Άουτλαντ» (1981)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Κινηματογράφος: Σιωπηλή φυγή (1972, «Silent Running»)
Κινηματογράφος: Ανεξέλεγκτες καταστάσεις (1980, «Altered States») 
==> Κινηματογράφος: Άουτλαντ (1981, «Outland») <==
Κινηματογράφος: Στάργκεϊτ (1994, «Stargate»)

ΑΟΥΤΛΑΝΤ

«OUTLAND»




     Στο μέλλον η Ανθρωπότητα έχει αποικήσει το Ηλιακό Σύστημα και ένα ορυχείο εξόρυξης τιτανίου έχει στηθεί στον ηφαιστειογενή δορυφόρο του Δία Ιώ. Οι συνθήκες ζωής των περίπου 1200 εργατών είναι δύσκολες στον απομονωμένο – χωρίς ατμόσφαιρα και με σεληνιακού επιπέδου βαρύτητα – δορυφόρο. Η Διεύθυνση του ορυχείου, υπόλογη στην ιδιοκτήτρια εταιρεία, είναι διατεθειμένη να κάνει τα πάντα προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η απόδοση της εγκατάστασης, συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής σημαντικών πριμ παραγωγικότητας στους εργαζόμενους. Όταν ο Ο’Νηλ διορίζεται τοπικός Αστυνόμος και μετακομίζει στην Ιώ με τη σύζυγο και τον μικρό του γιο, αντιλαμβάνεται πως κάτι ύποπτο κρύβεται πίσω από τα αυξανόμενα περιστατικά αυτοκτονιών και βίαιων επιθέσεων μεταξύ του εργατικού δυναμικού κατά τον τελευταίο χρόνο. Η έρευνά του θα τον φέρει αντιμέτωπο με τη Διεύθυνση και γρήγορα θα αναγκαστεί να επιλέξει ανάμεσα στο καθήκον και στην οικογενειακή του γαλήνη, ή ακόμα και μεταξύ ζωής και θανάτου…
     Ριμέικ του γνωστού Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές αλλά σε μελλοντικό διαστημικό σκηνικό αντί για τη συνοριακή Άγρια Δύση του 19ου αιώνα, από μια εξαιρετική εποχή για την κινηματογραφική επιστημονική φαντασία και με την εντυπωσιακή παρουσία του Σον Κόνερι στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ένα διαστημικό γουέστερν κατ’ ουσία, το Άουτλαντ αφηγείται με στυλ μία συμβατική αστυνομική ιστορία διαφθοράς και πολέμου με το κατεστημένο στα σύνορα του πολιτισμού, σε ένα πολύ ενδιαφέρον όμως φόντο. Οι συνθήκες και οι ιεραρχικές δομές του ορυχείου παραπέμπουν στους επίκαιρους τότε (1981) εργατικούς αγώνες της Δ. Ευρώπης, προτού επέλθει η μετανεωτερική αποβιομηχάνιση, αλλά η εντυπωσιακά κλειστοφοβική και ρεαλιστικά βιομηχανική αισθητική των σκοτεινών χώρων όπου εκτυλίσσεται η ταινία – λεπτομερή και κομψά εργοστασιακά σκηνικά με ατελείωτους διαδρόμους που αποπνέουν βρωμιά, καπνό και πολυκαιρισμένο μέταλλο – ήταν έτσι κι αλλιώς εξαιρετικά δημοφιλής στον κινηματογράφο της περιόδου· είχαν προηγηθεί σ’ αυτόν τον τομέα μεγάλες επιτυχίες της κατηγορίας όπως ο Πόλεμος των άστρων ή το Alien, αλλά και το Σκοτεινό αστέρι του Κάρπεντερ. Παρά την έλλειψη πρωτοτυπίας όμως, η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι το στοιχείο το οποίο καθιστά το φιλμ αξιομνημόνευτο και όχι το απλοϊκό περιεχόμενο κατά της εταιρικής απληστίας και υπέρ της εξύμνησης του ηρωισμού στην καθημερινότητα, ή η προβλέψιμη πλοκή με το ευτυχές τέλος. Υπέροχες μινιατούρες απίστευτης λεπτομέρειας αναπαριστούν τα διαστημόπλοια και το ορυχείο της ταινίας, ύποπτα παρόμοιο με… πλατφόρμα εξόρυξης πετρελαίου. Ταυτόχρονα, οι προσεγμένες σιωπές, τα εξαιρετικά πειστικά για την εποχή – και ορισμένες φορές αιματηρά – ειδικά εφέ, η ανησυχαστική, σχεδόν ατονική μουσική του πασίγνωστου Τζέρι Γκόλντσμιθ (επίσης μουσικοσυνθέτη του Πλανήτη των πιθήκων, του Πάτον, της Προφητείας, των Παιδιών από τη Βραζιλία, του Alien, του Σταρ Τρεκ, του Πνεύματος του Κακού, της Ολικής επαναφοράς και ούτω καθεξής), οι υπέρμετρα σπάνιες αλλά εξαιρετικά υλοποιημένες σκηνές δράσης ή αγωνίας, τα μεγαλειώδη πλάνα του γιγάντιου Δία στον κατάμαυρο ουρανό της αποικίας αλλά και οι ανάγλυφα τυχοδιωκτικοί ή ύποπτα περιθωριακοί χαρακτήρες, βοηθούν στην οικοδόμηση μιας γοητευτικής ατμόσφαιρας και συνεπαίρνουν τον θεατή για όσο χρόνο διαρκεί το εγχείρημα, παρά τον βραδύ ρυθμό του και ορισμένους σεναριακούς παραλογισμούς.
     Η καρδιά του Άουτλαντ όμως χτυπά στον Σον Κόνερι και στον τρόπο με τον οποίον αποδίδει τον επίμονο, λακωνικό, αρχικά αντιηρωικό αλλά αποφασισμένο να ανακαλύψει τον πραγματικό του εαυτό Ο’Νηλ, τελικά μόνο του κόντρα σε όλες τις αντιξοότητες σ’ ένα θανατηφόρο παιχνίδι γάτας και ποντικού. Ο Κόνερι συνεπικουρείται βεβαίως και από τις άψογες ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του. Συνολικά, ο Πίτερ Χάιαμς (Αιγόκερως Ένα, 2010: Το έτος της παγκόσμιας συμφιλίωσης) παρέδωσε ένα φιλμ ίσως όχι κλασικό ή αριστουργηματικό, αλλά πολύ παραπάνω από απλώς αξιοπρεπές, για να χαθεί μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980 από το προσκήνιο και να καταλήξει να σκηνοθετεί ταινίες δράσης β’ διαλογής με πρωταγωνιστή τον Ζαν-Κλωντ Βαν Νταμ.