Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

Τηλεόραση: «Dollhouse» (2009 - '10)

DOLLHOUSE

«DOLLHOUSE»




     Σε ένα εναλλακτικό παρόν, η πολυεθνική εταιρεία Ρόσαμ έχει αναπτύξει κρυφά μία τεχνολογία διαγραφής, αποθήκευσης και εμφύτευσης μνημών και ιδιοσυγκρασιών σε ανθρώπινους εγκεφάλους, κάνοντας εφικτό τον ψυχολογικό «αναπρογραμματισμό» υποκειμένων σε χαμηλό, νευρωνικό επίπεδο. Η Ρόσαμ κρύβεται πίσω από το «Κουκλόσπιτο», μία παγκόσμια, παράνομη και μυστική επιχείρηση ενοικίασης αναπρογραμματιζόμενων «κούκλων» ­­σε πάμπλουτους πελάτες για προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα – ανθρώπων οι οποίοι προσφέρθηκαν «εθελοντικά» να δώσουν το κορμί τους στο Κουκλόσπιτο για μια πενταετία και να αφαιρέσουν τις μνήμες και την προσωπικότητά τους, ώστε να μπορεί να αποτυπώνεται στον νου τους η εκάστοτε ζητούμενη από τον πελάτη προσωπικότητα σε κάθε «δέσμευση»: παθιασμένος εραστής, τρυφερή ερωμένη, πιστή σύζυγος, άριστος δολοφόνος, επαγγελματίας κλέφτης… κάποιες μόνο από τις ζητούμενες εφαρμογές. Τίποτα περισσότερο από ένα υψηλής τεχνολογίας εμπόριο ψευδαισθήσεων με ανθρώπους ως πρώτη ύλη, μία διευρυμένη εκδοχή μαστροπείας για τον 21ο αιώνα. Η αμοιβή των κούκλων είναι η επαναφορά των μνημών τους και ένας πακτωλός χρημάτων στο πέρας της πενταετίας. Ως τότε, στο μεσοδιάστημα μεταξύ κάθε δέσμευσης, οι κούκλες προικίζονται μόνο με μία ελάχιστη προσωπικότητα – όση χρειάζεται για να «λειτουργούν» και να ασκούνται χωρίς καθόλου μνήμες ­– ενώ διαβιώνουν σε έναν υπόγειο, ελεγχόμενο χώρο, ένα κλειστό, αυτάρκες οικοσύστημα, όμοιο με πολυτελές σπα, οικοδομημένο στα υπόγεια του Λος Άντζελες: το Κουκλόσπιτο.
     Ηρωίδα του Dollhouse είναι η Έκο, μία νεαρή κούκλα με ξεχωριστά χαρακτηριστικά τα οποία προβληματίζουν τους υπεύθυνους της επιχείρησης: μεταξύ των δεσμεύσεων διατηρεί αποσπάσματα από θολές μνήμες, αλλά και θραύσματα της πρότερης ζωής της, ενώ σποραδικά παρουσιάζει μία απρόβλεπτη αυτενέργεια και πρωτοβουλία υπερβαίνοντας τα όρια των αποστολών της. Ανώτερη υπεύθυνος του Κουκλόσπιτου του Λος Άντζελες είναι η Αντέλ Ντεγουίτ, άλλοτε ελπιδοφόρος ερευνήτρια στη βιοτεχνολογία μα τώρα αδίστακτη διευθύντρια του τοπικού παραρτήματος της επιχείρησης και εγγυήτρια των συμφερόντων της Ρόσαμ. Με το κομψό αλλά ψυχρό παρουσιαστικό, το ταγέρ και την αγγλική προφορά της, συνιστά τον ορισμό του καριερίστα. Κεντρικό ρόλο επίσης διαδραματίζει ο βίαιος και ψυχρός Ντομινίκ, υπεύθυνος Ασφαλείας του τοπικού Κουκλόσπιτου και στενός συνεργάτης της Ντεγουίτ, ο ιδιοφυής, χιουμορίστας, εγωπαθής και αλαζόνας «σπασίκλας» Τόφερ – υπεύθυνος για την επιστημονική πλευρά του εγχειρήματος, τον χειρισμό των εγκεφάλων και των προσωπικοτήτων πριν και μετά από κάθε δέσμευση – η εύθραυστη, εσωστρεφής και εργασιομανής Δόκτωρ Σόντερς ­– μόνιμη ιατρός του χώρου – και ο Μπόιντ: πρώην αστυνομικός, εφευρετικός, συμπονετικός, ηθικά επιφυλακτικός απέναντι στο Κουκλόσπιτο και υπεύθυνος για τη διακριτική παρακολούθηση και προστασία της Έκο κατά τη διάρκεια των αποστολών της· κάθε κούκλα διαθέτει από έναν τέτοιο αφοσιωμένο «ελεγκτή» ο οποίος της έχει ανατεθεί εν αγνοία της από τη Διεύθυνση. Ο Βίκτωρ και η Σιέρα, δύο κούκλες οι οποίες φαίνονται να έχουν αναπτύξει μία επιμένουσα σχέση στοργής μεταξύ τους και με την Έκο σε ένα βαθύ, ενστικτώδες επίπεδο, παρά τις απανωτές διαγραφές των μνημών τους, εμφανίζονται τακτικά στην ιστορία.
     Παράλληλα με την κανονική λειτουργία του Κουκλόσπιτου ο Πράκτορας του FBI Πωλ Μπάλαρντ ερευνά τις δραστηριότητές του, αν και είναι περίγελος των συναδέλφων του αφού η ύπαρξή του θεωρείται επισήμως αστικός μύθος. Στην πραγματικότητα οι διασυνδέσεις της Ρόσαμ στο ίδιο το FBI αλλά και η στενή παρακολούθηση του Μπάλαρντ με κούκλες οι οποίες υποδύονται γείτονες και πληροφοριοδότες του, διασφαλίζουν ότι το μόνο που θα συναντά στην έρευνά του είναι αδιέξοδα. Όταν όμως ο Μπάλαρντ μαθαίνει για την αρχική προσωπικότητα της Έκο, τη φοιτήτρια και πολιτική ακτιβίστρια Κάρολαϊν με το ασαφές τραγικό παρελθόν, μία ιδιόρρυθμη εμμονή για τη «διάσωσή» της από το φευγαλέο Κουκλόσπιτο αναπτύσσεται μέσα του…
     Το Dollhouse είναι δημιούργημα του παραγωγού Τζος Γουέντον, βετεράνου του τηλεοπτικού Φανταστικού στις Ηνωμένες Πολιτείες (Μπάφι η Βαμπιροφόνισσα, Έιντζελ, Φάιρφλαϊ). Στόχος του ήταν μία περιπετειώδης τηλεοπτική σειρά η οποία θα εξέταζε τις πιο φιλοσοφικές όψεις των ερωτημάτων και των ηθικών διλημμάτων τα οποία εγείρονται από τη σύγχρονη νευροεπιστήμη και φιλοσοφία του νου· η επιστημονική φαντασία έμοιαζε προφανής επιλογή για το ύφος του εγχειρήματος, αλλά έπρεπε τα πάντα να αναδίδουν το άρωμα του πραγματικού κόσμου. Το μυστήριο, το χιούμορ και το δράμα δεν λείπουν, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις το Dollhouse καταλήγει να μοιάζει με παρατραβηγμένη σαπουνόπερα εμπλουτισμένη με φυσική βία (κυρίως εξαιτίας της υποπλοκής του Άλφα στον πρώτο κύκλο, η οποία φαίνεται να παραπέμπει την ίδια στιγμή στην Τόλμη και γοητεία και στη Νύφη του Φρανκενστάιν!). Οι χαρακτήρες είναι ενδιαφέροντες, διαφορετικοί μεταξύ τους και αναπτύσσονται όμορφα, με ηθικές αμφιβολίες σχετικά με την τεχνολογία του Κουκλόσπιτου να δημιουργούνται και να εξελίσσονται μέσα τους όσο οι πλοκές των επεισοδίων γίνονται όλο και πιο εξωπραγματικές. Τα όρια μεταξύ ψυχής και σώματος, η φύση της ψυχολογικής ταυτότητας και η ανεξαρτησία του νου από την ύλη είναι τα κύρια ζητήματα τα οποία διερευνώνται και κάθε χαρακτήρας ανταποκρίνεται διαφορετικά σε αυτά. Δυστυχώς, οι μάλλον απλοϊκοί διάλογοι δεν επιτρέπουν πραγματική εμβάθυνση.
     Τα επεισόδια εν γένει είναι αυτοτελή με ελάχιστες εξαιρέσεις (συνήθως το καθένα αφορά μία δέσμευση), αλλά πάντα υπάρχουν διάσπαρτες αναφορές στην ευρύτερη ιστορία στο υπόβαθρο της σειράς, ενώ η παράλληλη υποπλοκή ­του Μπάλαρντ – με ένα τμήμα κάθε επεισοδίου να αφιερώνεται πάντα σε αυτήν – έχει ισχυρή συνέχεια· επομένως η σειρά δεν προσφέρεται για περιστασιακή θέαση. Ορισμένα ερωτήματα ξεκαθαρίζουν σταδιακά κατά τη διάρκεια του πρώτου κύκλου, με αποτέλεσμα να συντηρείται έξυπνα ως τότε ένα κλίμα μυστηρίου για ορισμένα σημαντικά ζητήματα, τα οποία άπτονται του σκοπού του Κουκλόσπιτου και του παρελθόντος των χαρακτήρων που σχετίζονται με αυτό. Χαρακτήρων κάπως στερεότυπων αλλά κατά κανόνα μοναχικών, παρακινούμενων από μια βαθιά υπαρξιακή απόγνωση την οποία το σενάριο συνήθως απλώς αγγίζει, προτιμώντας να δώσει την έμφαση στη δράση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο αρχικός πιλότος της σειράς, ο οποίος παρουσίαζε την κεντρική ιδέα μέσα από αποσπάσματα διάσπαρτων δεσμεύσεων της Έκο και στιγμιοτύπων της ζωής στο Κουκλόσπιτο, απορρίφθηκε τελικά από τους συντελεστές και δεν προβλήθηκε ποτέ στην τηλεόραση – κυκλοφόρησε μόνο σε μέσα οικιακής προβολής. Η τηλεοπτική σειρά έχει εμφανώς πιο περιπετειώδη χαρακτήρα, ίσως κατ’ απαίτηση του τηλεοπτικού καναλιού Fox που τη φιλοξένησε, ο οποίος δυστυχώς υπερτονίζει την αναληθοφάνεια της σεναριακής της βάσης.
     Παρά τη δράση, η αλήθεια είναι πως κάποιες πλοκές – κυρίως στο πρώτο ήμισυ του πρώτου κύκλου – δεν είναι τόσο στιβαρές και ενδιαφέρουσες όσο θα έπρεπε, με τον ρυθμό να χάνεται σποραδικά και το δράμα να μοιάζει κάποτε απελπιστικά ελλιπές: ανεπαρκές σύνολο χαρακτήρων, ελάχιστα σκηνικά, μικρή οπτική ποικιλία. Το πρόβλημα μεγεθύνεται από το γεγονός ότι η ηρωίδα Έκο δεν διαθέτει παρά μια υποτυπώδη προσωπικότητα, αφού σε κάθε επεισόδιο είναι κατ’ ουσία ένα διαφορετικό άτομο. Ομοίως αλλάζει κατά κουραστικό τρόπο και ο τόνος της σειράς από δέσμευση σε δέσμευση και από επεισόδιο σε επεισόδιο: πρώτα θρίλερ με απαγωγή, μετά σλάσερ τρόμου, ύστερα εύθυμη περιπέτεια ληστείας, στη συνέχεια αστυνομικό μυστήριο και ούτω καθεξής. Ανάσα δροσιάς αποτελεί βεβαίως η σταθερή υποπλοκή του Μπάλαρντ, η οποία παραπέμπει πολύ στο κλίμα των ­X-Files και στον Πράκτορα Μόλντερ – υπονομεύεται όμως από τη μέτρια ερμηνεία του ηθοποιού, όπως και της Ελίζα Ντούσκου (Μπάφι η Βαμπιροφόνισσα, Έιντζελ) στον κεντρικό ρόλο της Έκο. Ευτυχώς, οι ερμηνείες των ηθοποιών οι οποίοι υποδύονται τα στελέχη του Κουκλόσπιτου του Λος Άντζελες είναι εξαιρετικές. Μετά το μέσο του πρώτου κύκλου πάντως, η κατάσταση βελτιώνεται σημαντικά σε όλους τους τομείς, όσο η εστίαση κάθε επεισοδίου παύει να είναι αποκλειστικά στην εκάστοτε δέσμευση της Έκο και μετακινείται στα ευρύτερα τεκταινόμενα του Κουκλόσπιτου.
     Ο πρώτος κύκλος δεν πέτυχε υψηλές τηλεθεάσεις, αλλά βεβαίως δεν αποτέλεσε και εμπορική αποτυχία. Η Fox, φοβούμενη ίσως την αντίδραση των οπαδών του Γουέντον οι οποίοι το 2002 είχαν επιδοθεί σε δυσφημιστική καμπάνια εναντίον της μετά την πρόωρη ακύρωση του Φάιρφλαϊ, έδωσε το πράσινο φως για τη συνέχιση του εγχειρήματος. Προκειμένου ίσως να δείξουν σε όλους τι είχαν κατά νου για τον σχεδιαζόμενο πενταετή αφηγηματικό κύκλο της σειράς και πόσα πράγματα διακυβεύονται στον κόσμο της, οι συντελεστές τελείωσαν τον πρώτο κύκλο με ένα εκπληκτικό, ξεχωριστό επεισόδιο («Epitaph One»), το οποίο εκτυλίσσεται στο μεταποκαλυπτικό Λος Άντζελες του 2019. Καιρό πριν, η τεχνολογία του Κουκλόσπιτου διέρρευσε στο ευρύ κοινό και οι δρόμοι των μεγαλουπόλεων της Δύσης έγιναν κόλαση, όταν τυχαίες, μαζικές διαγραφές και εμφυτεύσεις μνημών και προσωπικοτήτων έγιναν εφικτές εξ απόστασης με τηλεπικοινωνιακά μέσα. Αντίπαλες κυβερνήσεις δημιουργούν στρατιές μανιασμένων δολοφόνων με ένα μόνο πάτημα πλήκτρου και με πρώτη ύλη απλούς πολίτες – ως το 2019 ο αστικός πολιτισμός έχει καταρρεύσει. Σε αυτό το σκηνικό, το οποίο περιγράφεται σταδιακά και προοδευτικά, παρακολουθούμε ένα ένοπλο αντιτεχνολογικό απόσπασμα να περιπλανάται στα ερείπια εκτελώντας κούκλες· κάποια στιγμή τα μέλη του ανακαλύπτουν ένα ιδιόμορφο, υπόγειο σπα και καταφεύγουν σ’ αυτό για να διαφύγουν από τους διώκτες τους. Πρόκειται για το εγκαταλελειμμένο Κουκλόσπιτο του Λος Άντζελες – από εκείνη τη στιγμή βλέπουμε σποραδικά, ανάκατα αποσπάσματα του παρελθόντος και του μέλλοντος των βασικών ηρώων του Dollhouse, ώσπου αντιλαμβανόμαστε το πώς οι πράξεις και οι επιλογές τους θα συνεισφέρουν στη διαμόρφωση αυτού του φρικτού μέλλοντος... Το αρτιότατο και διαφορετικό αυτό επεισόδιο έχει μη γραμμική αφήγηση, εξαιρετική αισθητική και ένα γοητευτικό μεταποκαλυπτικό εικαστικό όραμα για το μέλλον, ενώ οι ελάχιστοι επιζώντες που πρωταγωνιστούν διαγράφονται άψογα ως χαρακτήρες – με όλες τους τις αντιφάσεις – μέσα στα πενήντα μόνο λεπτά της διάρκειας. Δυστυχώς πρακτικοί λόγοι έκαναν αδύνατη την προβολή του στην τηλεόραση και έγινε διαθέσιμο πιο μετά, σε οικιακά μέσα.
     Ο δεύτερος κύκλος ξεκινά με μία τετράδα επεισοδίων όπου ξανά η Έκο αναλαμβάνει την «αποστολή της εβδομάδας», αλλά τώρα ο τόνος είναι διαφορετικός. Είναι ολοφάνερο πως διατηρεί μνήμες και ικανότητες μεταξύ των δεσμεύσεών της, λαμβάνει εύκολα πρωτοβουλίες και αναπτύσσει σταδιακά – κρυφά απ’ όλους στην αρχή – τη δική της πλήρη προσωπικότητα, τελείως ανεξάρτητη από της Κάρολαϊν. Οι δεύτεροι χαρακτήρες είναι σχεδόν εξίσου σημαντικοί με την Έκο στο σενάριο και ο μύθος εμπλουτίζεται σημαντικά. Ο Μπάλαρντ, έχοντας βρει το Κουκλόσπιτο του Λος Άντζελες και τεθεί σε διαθεσιμότητα από το FBI, προσλαμβάνεται από την Αντέλ και γίνεται νέος ελεγκτής της Έκο – αφού ο Μπόιντ αντικαθιστά ως υπεύθυνος ασφαλείας τον Ντομινίκ (είχε αποδειχθεί κρυφός πράκτορας της κυβέρνησης κατά τον προηγούμενο κύκλο). Απώτερος στόχος του Πωλ όμως είναι να καταστρέψει τη Ρόσαμ και αντιλαμβάνεται πως γι’ αυτό θα χρειαστεί τη βοήθεια της «αναδυόμενης υπερηρωίδας» Έκο, ικανής να εναλλάσσει ελεγχόμενα δεκάδες προσωπικότητες στο μυαλό της και αποφασισμένης να απελευθερώσει μακροπρόθεσμα όλες τις κούκλες. Πολύ γρήγορα όλοι έρχονται αντιμέτωποι με νέα ηθικά διλήμματα καθώς συνειδητοποιούν τις τρομακτικές βλέψεις της Ρόσαμ σχετικά με την τεχνολογία της αποτύπωσης – ακόμα και ο Τόφερ σταδιακά αφήνει πίσω τον αμοραλιστή, εγωπαθή εαυτό του, ενώ ο έρωτας της Σιέρρα και του Βίκτωρ μεγαλώνει και στεριώνει όσο αυτοί αναπτύσσουν ικανότητες όμοιες σε κάποιον βαθμό με της Έκο.
     Η υποπλοκή του ψυχοπαθούς δραπέτη Άλφα – κούκλας με εξαιρετικές ικανότητες ανάλογες της Έκο και μία νοσηρή εμμονή μαζί της – αποδεικνύεται τελικά δευτερεύουσα (ευτυχώς αφού ο ηθοποιός, παλιός συνεργάτης του Γουέντον από το Φάιρφλαϊ, δεν μοιάζει η ιδανικότερη επιλογή για τον συγκεκριμένο ρόλο), όσο τα πραγματικά σχέδια της άπληστης πολυεθνικής εταιρείας τίθενται σε εφαρμογή. Περί τα μέσα του κύκλου οι εξελίξεις γίνονται καταιγιστικές και τα επεισόδια παύουν τελείως να είναι αυτοτελή, καθώς το Κουκλόσπιτο του Λος Άντζελες σταδιακά αυτονομείται και κηρύσσει πόλεμο στη Ρόσαμ – με κόστος τεράστιο και τίμημα σε ανθρώπινες ζωές. Απανωτές ανατροπές, συνωμοσίες, σχέδια μέσα σε σχέδια και εκκρεμότητες του παρελθόντος συναντώνται και διασταυρώνονται, συμπυκνωμένα σε οκτώ επεισόδια επικεντρωμένα στην ταχύρυθμη εξέλιξη τόσο των χαρακτήρων όσο και της πλοκής. Ο κύκλος των 13 συνολικά επεισοδίων κλείνει με ένα φινάλε εκτυλισσόμενο ξανά μια δεκαετία μετά («Epitaph Two», άμεση συνέχεια του «Epitaph One» αλλά χωρίς τη γοητευτική μη γραμμική αφήγηση και το στοιχείο της έκπληξης εκείνου).
     Είναι βέβαιο πως το αποτέλεσμα μοιάζει βεβιασμένο και ορισμένες φορές ασύνδετο, καθώς μέσα στον δεύτερο κύκλο οι συντελεστές προσπάθησαν – με ανάμεικτα αποτελέσματα – να περικλείσουν τέσσερα χρόνια εξελίξεων. Το χειρότερο είναι η τελείως αναληθοφανής, ξαφνική αποκάλυψη για την ταυτότητα του μυστηριώδους ιδρυτή της Ρόσαμ, ο οποίος υποτίθεται πως γνώριζε εξαρχής για το δυναμικό της Έκο και γι’ αυτό μετέτρεψε την Κάρολαϊν σε κούκλα. Δεν είναι πρέπον να κατηγορηθούν οι δημιουργοί ωστόσο, αφού ο εν λόγω βιαστικός σχεδιασμός επιλέχθηκε όταν το κανάλι ανακοίνωσε πως η σειρά, λόγω ανεπαρκούς τηλεθέασης, επρόκειτο να ακυρωθεί οριστικά μετά τη λήξη της δεύτερης περιόδου της. Από πολλές απόψεις εξάλλου ο δεύτερος κύκλος αποτέλεσε βελτίωση σε σχέση με τον πρώτο, με πιο σκοτεινό κλίμα, περισσότερους χαρακτήρες, πλουσιότερο μύθο, έναν «πραγματικό» άνθρωπο ως κεντρικό ήρωα και πιο δυναμική κάμερα η οποία παραπέμπει στο Φάιρφλαϊ. Παρά το άδοξο τέλος, ο Γουέντον επέβλεψε το 2010 την κυκλοφορία ενός κόμικ το οποίο γεφυρώνει τα συμβάντα μεταξύ της κύριας τηλεοπτικής σειράς και των δύο φινάλε κύκλων τα οποία εκτυλίσσονται στο 2019-’20 («Dollhouse
Epitaphs»).