Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Κινηματογράφος: «Ανεξέλεγκτες καταστάσεις» (1980)

ΚΙΝ/ΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

«ALTERED STATES»




     Ο Έντουαρντ Τζέσαπ, ένας νεαρός και εγωκεντρικός ερευνητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, έχει μια εμμονή με την εύρεση της απόλυτης αλήθειας σχετικά με τη ζωή και την ύπαρξη. Βασανιζόμενος από θρησκευτικά οράματα μέχρι τα 16 του, έπαψε να πιστεύει στον Θεό μετά τον οδυνηρό θάνατο του πατέρα του αλλά παρέμεινε μελετητής της μυστικιστικής εμπειρίας. Τώρα επιχειρεί να προσεγγίσει επιστημονικά το πρόβλημα, μέσω ψυχεδελικών ουσιών και δεξαμενών στέρησης αισθήσεων στα υπόγεια εργαστήρια των μεγάλων πανεπιστημιακών νοσοκομείων. Όταν έρθει σε επαφή και αρχίσει να πειραματίζεται με ένα αδοκίμαστο άγνωστο ψυχοτρόπο, παραδοσιακό βοήθημα των Ινδιάνων του Μεξικού σε θρησκευτικές τελετές, θα τεθεί σε κίνδυνο όχι μόνο η σχέση του με την ανθρωπολόγο σύζυγο και τους δύο ιατρούς συνεργάτες του, όχι μόνο η πίστη του στις φυσικές επιστήμες, αλλά και η ίδια η ανθρώπινη βιολογική του υπόσταση…
     Στον απόηχο της ψυχεδελικής αντικουλτούρας του ’60, ενώ είχαν γίνει ευρέως γνωστές οι επιστημονικές μελέτες περί του ψυχεδελικού LSD – ικανού να επιφέρει στον χρήστη παραισθησιογόνα «ταξίδια» παρόμοια με μυστικιστικές θρησκευτικές εμπειρίες – και στις μεσαίες τάξεις της Δύσης είχε διαδοθεί το εκλεκτικιστικό «πνευματικό κίνημα» της Νέας Εποχής – το οποίο κατέστησε εκ νέου δημοφιλή έναν ρηχό μεταφυσικό δυϊσμό, ποντάροντας στην εξωτική γοητεία της παραδοσιακής απωανατολικής φιλοσοφίας ή του αποκρυφισμού και συνθέτοντας τα εν λόγω στοιχεία με εκλαϊκευμένη ψυχολογία –, ένα σενάριο στηριγμένο σε επίκαιρο μυθιστόρημα της περιόδου δεινοπάθησε μέχρι να βρει σκηνοθέτη για τη χολιγουντιανή κινηματογραφική του μεταφορά. Το βιβλίο ήταν εμπνευσμένο από τις πραγματικές έρευνες του Αμερικανού Τζον Λίλυ, φυσικού, βιολόγου, ιατρού, ψυχαναλυτή και νευροεπιστήμονα ο οποίος εφηύρε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τις δεξαμενές απομόνωσης ως μέσα αισθητηριακής στέρησης, πειραματίστηκε με ψυχεδελικές ουσίες, πρωτοστάτησε σε μελέτες επικοινωνίας με δελφίνια, εντρύφησε στη γιόγκα και συνέβαλε στην ανάπτυξη της Εξίσωσης Ντρέικ, σημαντικής στην επιστημονική έρευνα για εξωγήινη νοημοσύνη (SETI). Τελικά ο σκηνοθέτης Κεν Ράσελ, μετά την εγκατάλειψη του φιλμ από τον Άρθουρ Πεν, αποδέχθηκε ένα εγχείρημα πολύ δύσκολο, αφού η ιστορία θα μπορούσε να διολισθήσει εύκολα στη γελοιότητα.
     Το σενάριο επιχειρεί – μάλλον απλοϊκά – να εξετάσει τις επιπτώσεις του τέλους της θρησκείας και των απόλυτων αρχών οι οποίες τη συνοδεύουν, τοποθετώντας ως αντιστάθμισμα τον Άνθρωπο στο επίκεντρο. Η αναζήτηση της μοντέρνας επιστήμης για μια ύψιστη, αντικειμενική και καθολική λογική ερμηνεία του κόσμου, απορρίπτεται στο φινάλε ως μεταφυσικό ιδεολόγημα θρησκευτικού τύπου («Ήμουν σ’ αυτή τη στιγμή τρόμου η οποία είναι η αρχή της ζωής. Είναι το τίποτα. Απλό, απόλυτο τίποτα. Η υπέρτατη αλήθεια όλων των πραγμάτων είναι πως δεν υπάρχει υπέρτατη αλήθεια. Αλήθεια είναι ό,τι είναι παροδικό. Η ανθρώπινη ζωή είναι πραγματική.»). Η σκηνοθεσία από την άλλη ενδιαφέρεται για διαφορετικά πράγματα. Στο πρώτο ήμισυ του φιλμ ο Ράσελ κατ’ ουσία εικονογραφεί με σουρεαλιστικά, παραληρηματικώς μονταρισμένα απόκοσμα πλάνα μία ψυχεδελική εμπειρία. Οι εμπνευσμένες από την Αποκάλυψη φρικιαστικές εικόνες είναι το κερασάκι στην εικαστική τούρτα, αλλά οι προθέσεις του δημιουργού διαφαίνονται καθαρά στις συναισθητικές εικόνες και στις υπόνοιες για την αλλοίωση της αντίληψης του χρόνου: στην πανέμορφη σκηνή με τους δύο εραστές στην αμμοθύελλα, οι οποίοι μετατρέπονται σε αγάλματα και σταδιακά διαβρώνονται, ανιχνεύονται οι συνήθεις μαρτυρίες της χρήσης LSD περί «στιγμιαίας βύθισης στην αιωνιότητα». Ομοίως, τα απότομα και όχι αμέσως εμφανή χρονικά άλματα της αφήγησης όταν ο ήρωας δεν είναι υπό την επήρεια ψυχοτρόπων, μάλλον δεν είναι συμπτωματικά.
     Ταυτόχρονα ο σκηνοθέτης σχολιάζει επανειλημμένα τη διχοτόμηση μεταξύ φύσης και τεχνολογίας, ή λόγου και ενοράσεων: π.χ. στην εισαγωγική σεκάνς η κάμερα απομακρύνεται αργά και ομαλά από την – εμφανώς βικτωριανής αισθητικής – δεξαμενή απομόνωσης με τον ήρωα ευρισκόμενο σε έκσταση μέσα της, ώσπου διασχίζει εγκάρσια το τζάμι ενός παραθύρου παρατήρησης και ο βόμβος του μοντέρνου μηχανικού εξοπλισμού αμέσως αντικαθιστά τους ανατριχιαστικούς ήχους του παλλόμενου νερού και της βαθιάς αναπνοής. Απλώς πανέξυπνο εύρημα. Στο δεύτερο ήμισυ της ταινίας – καθώς η συνδυαστική επιρροή του ψυχεδελικού φαρμάκου και της δεξαμενής απομόνωσης οδηγούν τον ήρωα σε «γενετική οπισθοδρόμηση» προς όλο και παλαιότερες μορφές ζωής – έχουμε ένα πιο συμβατικό εγχείρημα σωματικού τρόμου και επιστημονικής φαντασίας, κατασκευασμένο έτσι ώστε να μεγιστοποιείται η αγωνία και με αναφορές στο 2001: Η Οδύσσεια του διαστήματος (1968) και στο Alien (1979). Οι πολύ καλές ερμηνείες, ο ομαλός ρυθμός, οι τέσσερις ενδιαφέροντες κύριοι χαρακτήρες – καρικατούρες ίσως των φλύαρων διανοούμενων των μεσαίων τάξεων της Β. Αμερικής – και τα εξαιρετικά για την εποχή ειδικά εφέ, στηριγμένα σε μακιγιάζ και προσθετικά του Ντικ Σμιθ (υπεύθυνου για εφέ σε ταινίες όπως Ο εξορκιστής, Ο Νονός Μέρος Δεύτερο, Ο ταξιτζής, Αμαντέους και Σκάνερς) και επεξεργασίες του φιλμ οι οποίες καταλήγουν σε ντελιριακά οπτικά πυροτεχνήματα, είναι τα στοιχεία που συγκρατούν σταθερή την ταινία, ιδιαιτέρως προς το φινάλε όπου τα δρώμενα της κορύφωσης γίνονται όλο και πιο παράξενα και αναληθοφανή. Ακροβατούν μεταξύ γελοιότητας και βαρυσήμαντης επιβλητικότητας, ώσπου στον κλισέ επίλογο και κατ’ αναμενόμενο τρόπο η αγάπη θριαμβεύει απέναντι στο χάος διασώζοντας τον ήρωα, όταν αυτός – επιτέλους – την αποδέχεται… Έτσι, τελικά, οι υποκειμενικά καθορισμένες συμβάσεις της ανθρώπινης ζωής και κοινωνίας, όπως ο έρωτας, αντικαθιστούν οριστικά ως πηγή νοήματος μια βαθύτερη, αλλά κενή, φευγαλέα και τρομακτική, «απόλυτη αλήθεια».
     Το συνολικό αποτέλεσμα δεν είναι ούτε αριστουργηματικό ούτε πάντα αξιόλογο, διατηρεί όμως ένα διαχρονικό ενδιαφέρον και τη γοητεία του παράδοξου. Σημειωτέον πως οι Ανεξέλεγκτες καταστάσεις ήταν υποψήφιες για δύο Βραβεία Όσκαρ, ενώ σηματοδοτούν το κινηματογραφικό ντεμπούτο του πρωταγωνιστή Ουίλιαμ Χαρτ, αλλά και της – πολύ νεαρής τότε – Ντριου Μπάριμορ.